Στα "μπλέ" τιμολόγια η προσοχή των καταναλωτών και οι προσφορές των προμηθευτών - Δείτε την εικόνα της αγοράς μέχρι και τον Μάιο, με το βλέμμα στις «μετρημένες» μετακινήσεις
«Απάγκιο» και διέξοδο από τα συχνά και μερικές φορές οδυνηρά peaks των τιμών ενέργειας, στη σταθερή τιμολόγηση αναζητούν οι καταναλωτές με τα νεότερα στοιχεία να αναδεικνύουν πλέον σε βασικό γνώρισμα της λιανικής αγοράς την στροφή προς τα «μπλε» τιμολόγια.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές με γνώση του θέματος, η εν λόγω εικόνα συνοδεύει την αγορά προμήθειας τον τελευταίο σχεδόν χρόνο, ωστόσο μήνα με το μήνα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, «μονοπωλώντας» και καθορίζοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών.
Ο ανταγωνισμός στα μπλε
Αναλυτικότερα, το «κέντρο βάρους» στον ανταγωνισμό έχει μεταφερθεί σχεδόν καθολικά στα σταθερά τιμολόγια με τις εταιρείες προμήθειας να έχουν εξαρχής πιάσει το «πνεύμα» και να επιδίδονται σε μια κούρσα προσφορών σταθερής τιμολόγησης προς «άγραν» πελατών, οξύνοντας περαιτέρω τον ανταγωνισμό.
Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι τα μπλε τιμολόγια κυμαίνονται κατά μέσο όρο περί τα 100 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, όταν το κόστος για τους προμηθευτές είναι σταθερά υψηλότερο και μάλιστα, κατά ορισμένες πηγές της αγοράς, η απόκλιση έφτασε και τα 60 ευρώ την μεγαβατώρα την περίοδο του χειμώνα.
Με το σταγονόμετρο πλέον οι νέοι πελάτες
Η προαναφερόμενη κατάσταση δεν είναι κάτι καινούργιο παρά καταγράφεται εδώ και μήνες στην αγορά με την ποιοτική διαφορά ότι αφενός τα περιθώρια των εταιρειών στενεύουν για επιθετικές προσφορές και συμπεριφορές και αφετέρου, η κινητικότητα της αγοράς εν γένει έχει περιοριστεί σε δραματικό βαθμό με «μετρημένες στα δάχτυλα» μετακινήσεις, κύρια από εναλλακτικό σε εναλλακτικό πάροχο με το πελατολόγιο της ΔΕΗ (δηλαδή το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αγοράς) να παρουσιάζει μικρές έως καθόλου μεταβολές.
Η παραπάνω εικόνα ως προς την «κινητικότητα» ίσχυε και ισχύει με την πρόσθετη δυσκολία που χρήζει επισήμανσης να αφορά τους αργούς ρυθμούς και τα σημαντικά μικρότερα μεγέθη μετακινήσεων σε σχέση με παλιότερα, όπως προαναφέρθηκε, γεγονός που με την σειρά του καθιστά δυσκολότερο το όλο εγχείρημα λειτουργικής ανάπτυξης των εταιρειών προμήθειας, δηλαδή να διευρύνουν το πελατολόγιό τους, προσελκύοντας νέους πελάτες.
Σε μια γενική εκτίμηση, όπως μεταφέρουν πηγές της αγοράς, η διαδικασία ανάπτυξης του πελατολογίου καταλήγει σε «zero sum game» στην καλύτερη περίπτωση χωρίς να αποκλείονται και περιπτώσεις που γράφεται και αρνητικό ισοζύγιο στο τέλος της ημέρας ανάμεσα στους νέους πελάτες και τις απώλειες των υφιστάμενων.
Υπό αυτό το πρίσμα, «κοινή πεποίθηση» πολλών παραγόντων της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress είναι η άποψη ότι η εν λόγω κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον παρά διαμορφώνει το έδαφος για συνολικότερες αλλαγές που με την σειρά τους θα επιφέρουν μια νέα ισορροπία στην αγορά.
Η «πίτα» των χρωματιστών τιμολογίων
Ως προς τα νούμερα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία μέχρι και τα τέλη Μαΐου, στη σταθερή τιμολόγηση έχει συμβληθεί το 22% των οικιακών καταναλωτών, ήτοι 1.300.000 νοικοκυριά από 867 χιλιάδες στην αρχή του έτους, πράγμα που επιβεβαιώνει την σταθερά αυξητική τάση της εν λόγω κατηγορίας τιμολογίων.
Ως προς τις υπόλοιπες χρωματικές αποχρώσεις του κώδικα τιμολογίων (πράσινα και κίτρινα), κοινό χαρακτηριστικό αποτελεί η τάση μείωσης με τα πράσινα να «τρέχουν» περισσότερο και τα κίτρινα να διατηρούν μια εγκράτεια στην πτώση τους, πράγμα που ωστόσο, δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερο πέρα από το γεγονός ότι οι «πράσινοι» καταναλωτές γίνονται «μπλε» μιας και τα κίτρινα είναι ούτως ή άλλως περιορισμένο μερίδιο στην αγορά.
Για του λόγου το αληθές, το μερίδιο των πράσινων τιμολογίων φτάνει το 65% στα τέλη Μαΐου, αντιπροσωπεύοντας ένα πλήθος νοικοκυριών της τάξης των 3.8 εκατ. από 4.1 εκατ. στις αρχές του τρέχοντος έτους. Ακολούθως τα κίτρινα τιμολόγια μειώθηκαν στα 801.000 από 885.000 στις αρχές του έτους.
Στο «μέτωπο» των εμπορικών καταναλωτών, με βάση τα ίδια στοιχεία, τα σταθερά τιμολόγια έχουν «κερδίσει» το 10% της αγοράς με το 73% να παραμένει στα «πράσινα» τιμολόγια και το υπόλοιπο 17% να βρίσκεται στα «κίτρινα» τιμολόγια.