Τα 5 στρατόπεδα ενόψει της αναθεώρησης του ETS και η ελληνική γέφυρα – Σήμερα τα «αποκαλυπτήρια»
Λίγες ώρες απομένουν μέχρι τα αποκαλυπτήρια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της πολυαναμενόμενης πρότασής της για τη μεταρρύθμιση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS).
Τα κράτη-μέλη ωστόσο, εμφανίζονται διχασμένα ανάμεσα σε εκείνους που επιδιώκουν τη διατήρηση της περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας του συστήματος και σε εκείνους που ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία για την προστασία της βιομηχανίας, των καταναλωτών και της ανταγωνιστικότητας.
Στη δύσκολη αυτή αντιπαράθεση, η Ελλάδα μαζί με άλλες εννέα χώρες επιμένει σε μια πιο ισορροπημένη και πρακτική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη οι περιβαλλοντικές πολιτικές να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η θέση αυτή εκφράστηκε τόσο στις συζητήσεις για τους κλιματικούς στόχους του 2040 όσο και στη διεκδίκηση παράτασης για την εφαρμογή του ETS-2, το οποίο θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος εκπομπών άνθρακα για τα κτίρια και τις οδικές μεταφορές.
Η ελληνική γραμμή συνοψίζεται στην ανάγκη μιας πράσινης μετάβασης που θα είναι βιώσιμη και εφαρμόσιμη: στήριξη της περιβαλλοντικής αλλαγής, αλλά χωρίς μέτρα που θα αποδυναμώσουν την ανταγωνιστικότητα της ενεργοβόρου βιομηχανίας, θα οδηγήσουν σε νέα άνοδο του ενεργειακού κόστους ή θα μεταφέρουν πρόσθετες επιβαρύνσεις στους πολίτες.
Οι απόψεις διίστανται και στον επιχειρηματικό κόσμο. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες επισημαίνουν ότι, όσο οι τιμές της ενέργειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) δεν έχει ακόμη αποδείξει στην πράξη την αποτελεσματικότητά του, απαιτούνται δικλείδες προστασίας απέναντι στο αυξανόμενο κόστος των εκπομπών. Στον αντίποδα, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην ηλεκτροπαραγωγή και στις καθαρές τεχνολογίες θεωρούν ότι το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) αποτελεί βασικό μοχλό για την ενίσχυση των επενδύσεων, καθώς προσφέρει σταθερότητα, σαφή κατεύθυνση στην αγορά και πολύτιμους πόρους για τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης.
Η πρόταση της Κομισιόν
Η πρόταση της Επιτροπής θα επιχειρήσει να ευθυγραμμίσει το ETS με τον κλιματικό στόχο της ΕΕ για το 2040, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι η Ευρώπη θα παραμείνει ανταγωνιστική σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η μεταρρύθμιση έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο ισχυρές πιέσεις: τη διατήρηση της κλιματικής ηγεσίας της Ευρώπης και την αντιμετώπιση των ανησυχιών για το ενεργειακό κόστος, την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και τη δημόσια αποδοχή των πράσινων πολιτικών.
Το ETS αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Μέσω της τιμολόγησης του άνθρακα, το σύστημα συνέβαλε στη μείωση της χρήσης άνθρακα, στην ανάπτυξη καθαρότερων τεχνολογιών και στη διαμόρφωση μιας πιο ασφαλούς ενεργειακής στρατηγικής για την Ευρώπη.
Η μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων έχει περιορίσει την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές και έχει μειώσει το κόστος εισαγωγών. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι ευρωπαϊκές πολιτικές συνέβαλαν στην εξοικονόμηση 51,4 δισ. ευρώ από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων το 2025.
Ωστόσο, η επιτυχία του ETS έχει δημιουργήσει και νέες πολιτικές προκλήσεις. Καθώς τα δικαιώματα εκπομπών γίνονται ολοένα πιο περιορισμένα, η τιμή του άνθρακα έχει αυξηθεί περίπου στα 80 ευρώ ανά τόνο, ενισχύοντας μεν τα κίνητρα για αποανθρακοποίηση, αλλά αυξάνοντας παράλληλα το κόστος για πολλές επιχειρήσεις.
Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες προειδοποιούν ότι το αυξημένο κόστος άνθρακα μπορεί να περιορίσει την ανταγωνιστικότητά τους έναντι παραγωγών από χώρες με λιγότερο αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες. Για τον λόγο αυτό ζητούν μεγαλύτερη προστασία και ευελιξία στο πλαίσιο της αναθεώρησης του συστήματος.
Η πολιτική πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη σε χώρες με υψηλή εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα. Η Πολωνία, όπου ο άνθρακας εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή ηλεκτροπαραγωγής, υποστηρίζει ότι το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών επιβαρύνει σημαντικά τους καταναλωτές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κόστος άνθρακα αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τέταρτο ενός τυπικού λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα πέντε στρατόπεδα και οι επιμέρους συσχετισμοί
Η συζήτηση γύρω από τη μεταρρύθμιση του ETS έχει αποκαλύψει βαθιές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών, οι οποίες αντανακλούν τις διαφορετικές οικονομικές συνθήκες, ενεργειακές δομές και πολιτικές προτεραιότητες.
Ένα πρώτο μπλοκ χωρών, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το «πραγματιστικό» στρατόπεδο, έχει ως βασικούς εκφραστές την Πολωνία και την Ιταλία. Οι χώρες αυτές υποστηρίζουν ότι η κλιματική πολιτική δεν πρέπει να υπονομεύσει τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης ούτε να αυξήσει περαιτέρω την πίεση στα νοικοκυριά.
Βασικό τους αίτημα είναι η καθυστέρηση ή η επανεξέταση της εφαρμογής του ETS2, του νέου συστήματος τιμολόγησης άνθρακα για τη θέρμανση και τις οδικές μεταφορές, το οποίο προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ το 2028. Υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή του πρέπει να συνοδευτεί από επαρκείς κοινωνικές δικλίδες προστασίας.
Στον αντίποδα βρίσκεται το «φιλόδοξο» στρατόπεδο, με κύριους υποστηρικτές την Ισπανία και την Ολλανδία. Οι χώρες αυτές θεωρούν το ETS ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και υποστηρίζουν ότι η αποδυνάμωσή του θα έθετε σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων της ΕΕ.
Για το στρατόπεδο αυτό, η αγορά άνθρακα πρέπει να παραμείνει ισχυρή, προβλέψιμη και ικανή να οδηγήσει σε πραγματικές μειώσεις εκπομπών εντός Ευρώπης. Παράλληλα, απορρίπτουν την υπερβολική χρήση εξωτερικών πιστώσεων άνθρακα αντί για εγχώριες μειώσεις εκπομπών.
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη βιομηχανική οικονομία της Ευρώπης, ακολουθεί μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση. Το Βερολίνο υποστηρίζει τη διατήρηση μιας σταθερής πορείας μείωσης των εκπομπών έως το 2036, προσεγγίζοντας τις θέσεις των πιο φιλόδοξων χωρών. Ωστόσο, εμφανίζεται πιο ανοικτό στη χρήση διεθνώς αναγνωρισμένων πιστώσεων άνθρακα.
Η Γαλλία αποτελεί μια ακόμη ξεχωριστή περίπτωση. Ως η ευρωπαϊκή δύναμη της πυρηνικής ενέργειας, το Παρίσι δίνει έμφαση στη χαμηλή ανθρακική παραγωγή, αλλά παράλληλα ζητά μεγαλύτερη ευελιξία. Ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει χαρακτηρίσει το ETS «δομικά ισχυρό και σχετικό», χωρίς όμως η Γαλλία να έχει ακόμη παρουσιάσει ολοκληρωμένη επίσημη θέση για όλα τα στοιχεία της μεταρρύθμισης.
Τέλος, υπάρχει μια ομάδα χωρών που παραμένει ουσιαστικά μη ευθυγραμμισμένη, περιμένοντας την επίσημη πρόταση της Επιτροπής πριν λάβει τελική θέση.
Η Ελλάδα υπέρ μιας ισορροπημένης ευρωπαϊκής προσέγγισης
Η Ελλάδα επιχειρεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στις διαφορετικές προσεγγίσεις. Η Αθήνα έχει συνταχθεί με την Ιταλία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, την Τσεχία, την Εσθονία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία σε μια κοινή πρωτοβουλία που ζητά μια πιο ισορροπημένη και αποτελεσματική μεταρρύθμιση του ETS.
Η πρωτοβουλία αυτή δεν αμφισβητεί τον ρόλο του ETS ως βασικού εργαλείου της ΕΕ για τη μείωση των εκπομπών. Αντίθετα, επιδιώκει να διασφαλίσει ότι το σύστημα θα συνεχίσει να επιτυγχάνει τους περιβαλλοντικούς στόχους της Ευρώπης, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη νέες προτεραιότητες όπως η ανταγωνιστικότητα, η ενεργειακή ασφάλεια, η κοινωνική συνοχή, η στρατηγική αυτονομία και η διατήρηση της παραγωγής στην Ευρώπη.
Η Ελλάδα, σε συνεργασία με την πλειονότητα αυτών των χωρών, είχε ήδη εξασφαλίσει την αναβολή κατά ένα έτος της εφαρμογής του ETS2 κατά το έκτακτο Συμβούλιο Υπουργών Περιβάλλοντος της ΕΕ στις 4 Νοεμβρίου 2025.
Για την Αθήνα, η αναθεώρηση του ETS έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα προχωρά δυναμικά στην ενεργειακή της μετάβαση μέσω επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, στις ενεργειακές υποδομές και στην ασφάλεια εφοδιασμού.
Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην ευρωπαϊκή πολιτική: μεγάλο αριθμό νησιών, στρατηγική σημασία της ναυτιλίας, εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και ανάγκη διατήρησης μιας ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης.
Οι επτά ελληνικές προτεραιότητες
Η ελληνική θέση βασίζεται σε επτά βασικούς άξονες:
- Ρεαλιστική πορεία μείωσης εκπομπών
Η πράσινη μετάβαση πρέπει να παραμείνει φιλόδοξη αλλά και ρεαλιστική, δίνοντας χρόνο στις επιχειρήσεις και στα ενεργειακά συστήματα να προσαρμοστούν, ώστε να αποφευχθεί η απώλεια παραγωγής και θέσεων εργασίας στην Ευρώπη.
- Προστασία της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Η Ελλάδα υποστηρίζει τη διατήρηση της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπών έως ότου ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) αποδειχθεί αποτελεσματικός στην πράξη. Αυτό είναι κρίσιμο για εξαγωγικούς κλάδους όπως το αλουμίνιο, το τσιμέντο και η διύλιση πετρελαίου.
- Αναγνώριση των εθνικών διαφορών
Η αναθεωρημένη νομοθεσία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ενεργειακές δομές, τα επίπεδα ανάπτυξης και τις ειδικές συνθήκες κάθε χώρας.
- Κοινωνικά δίκαιη εφαρμογή του ETS2
Η νέα αγορά άνθρακα πρέπει να προστατεύει τα ευάλωτα νοικοκυριά και να διατηρεί την κοινωνική αποδοχή της πράσινης μετάβασης.
- Μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στην αγορά άνθρακα
Μια σταθερή και προβλέψιμη τιμή CO₂ είναι απαραίτητη για επενδύσεις, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
- Προστασία της ναυτιλίας και των ευρωπαϊκών λιμένων
Η Ελλάδα ζητά πολιτικές που θα αποτρέπουν τη μεταφορά ναυτιλιακής δραστηριότητας εκτός ΕΕ, θα ενισχύουν μια παγκόσμια λύση μέσω του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) και θα διασφαλίζουν δικαιότερη κατανομή των εσόδων από το ETS στη ναυτιλία.
- Διατήρηση της αεροπορικής συνδεσιμότητας
Οι αλλαγές στον τομέα της αεροπορίας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το διεθνές πλαίσιο CORSIA και να προστατεύουν τη συνδεσιμότητα και τον τουρισμό.
Μια κρίσιμη δοκιμασία για την Ευρώπη
Η μεταρρύθμιση του ETS θα αποτελέσει δοκιμασία για το κατά πόσο η ΕΕ μπορεί να συνδυάσει την κλιματική φιλοδοξία με την οικονομική πραγματικότητα.
Η πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα είναι να βρει μια ισορροπία ανάμεσα σε όσους θεωρούν την τιμολόγηση άνθρακα θεμέλιο της ευρωπαϊκής κλιματικής στρατηγικής και σε όσους προειδοποιούν ότι το αυξημένο κόστος μπορεί να αποδυναμώσει τη βιομηχανική βάση της Ευρώπης.
Η ελληνική θέση αντανακλά την προσπάθεια γεφύρωσης αυτών των διαφορών. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι η κλιματική δράση, η ανταγωνιστικότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους, αλλά αλληλένδετα στοιχεία μιας επιτυχημένης ευρωπαϊκής μετάβασης.
Καθώς η Επιτροπή ετοιμάζει την πρότασή της, η συζήτηση για το μέλλον του ETS αναμένεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες πολιτικές αντιπαραθέσεις για την οικονομική και περιβαλλοντική πορεία της Ευρώπης τις επόμενες δεκαετίες.