Πώς προχωρούν τα ΕΣΕΚ των χωρών της ενεργειακής κοινότητας - Πόσες επενδύσεις χρειάζονται για να επιτευχθούν οι στόχοι
Η ενεργειακή μετάβαση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και σε τμήματα της Ανατολικής Ευρώπης εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση. Οι χώρες που επιδιώκουν την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν σε μεγάλο βαθμό ολοκληρώσει τον σχεδιασμό που απαιτείται για την ευθυγράμμιση των ενεργειακών και κλιματικών πολιτικών τους με την ευρωπαϊκή ατζέντα για την απανθρακοποίηση. Ωστόσο, είναι πλέον αντιμέτωπες με τη μεγάλη πρόκληση να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια, να κατασκευάσουν τις απαραίτητες υποδομές και να υλοποιήσουν τα έργα.
Σύμφωνα με αξιολόγηση της Γραμματείας της Ενεργειακής Κοινότητας, η εφαρμογή των εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα θα μπορούσε να απαιτήσει συνολικές επενδύσεις ύψους 151 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2030 στις επτά Συμβαλλόμενες Χώρες που έχουν υποβάλει τα σχέδια και τις εκθέσεις προόδου τους.
Η αξιολόγηση καλύπτει και τις εννέα Συμβαλλόμενες Χώρες της Ενεργειακής Κοινότητας, όμως μέχρι σήμερα η Γραμματεία έχει λάβει εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα (NECPs) και ολοκληρωμένες εκθέσεις προόδου για την ενέργεια και το κλίμα (NECPRs) μόνο από επτά: την Αλβανία, τη Γεωργία, τη Μολδαβία, τη Βόρεια Μακεδονία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και την Ουκρανία. Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη και το Κόσοβο δεν έχουν υποβάλει τα απαιτούμενα έγγραφα.
Η κλίμακα των επενδύσεων
Η κλίμακα των απαιτούμενων επενδύσεων καταδεικνύει τόσο το μέγεθος της ενεργειακής μετάβασης στην περιοχή όσο και τις ευκαιρίες που αυτή δημιουργεί. Οι χώρες καλούνται να εκσυγχρονίσουν τα ενεργειακά τους συστήματα, να επεκτείνουν την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές, να βελτιώσουν την ενεργειακή αποδοτικότητα, να μετασχηματίσουν τις μεταφορές και τη θέρμανση και να μειώσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, διατηρώντας παράλληλα αξιόπιστο και οικονομικά προσιτό ενεργειακό εφοδιασμό.
Από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση
Η Γραμματεία της Ενεργειακής Κοινότητας επισημαίνει ότι οι χώρες έχουν, σε μεγάλο βαθμό, θέσει τα θεμέλια για ενεργειακές μεταβάσεις που αποσκοπούν στην επίτευξη στόχων απανθρακοποίησης ευθυγραμμισμένων με εκείνους της ΕΕ. Τα εθνικά σχέδια περιλαμβάνουν πολιτικές και μέτρα που αποσκοπούν στη μετακίνηση των οικονομιών από τα ορυκτά καύσιμα προς καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Όμως ο σχεδιασμός δεν αρκεί πλέον.
«Η εστίαση πρέπει πλέον να μετατοπιστεί από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση», αναφέρει η Γραμματεία, υπογραμμίζοντας ότι η επόμενη φάση θα απαιτήσει σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις.
Το αρχικό κόστος
Το ποσό των 151 δισεκατομμυρίων ευρώ θα πρέπει να θεωρηθεί ενδεικτικό και όχι ως οριστικό κόστος. Η Γραμματεία προειδοποιεί ότι η εκτίμηση βασίζεται στις διαθέσιμες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα εθνικά σχέδια. Παρ’ όλα αυτά, παρέχει μια εικόνα της τεράστιας χρηματοδοτικής πρόκλησης που αντιμετωπίζει η περιοχή.
Περισσότερα από 80 δισεκατομμύρια ευρώ από τις εκτιμώμενες επενδύσεις αφορούν τη Γεωργία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία, ενώ σχεδόν 70 δισεκατομμύρια ευρώ απαιτούνται από τις τέσσερις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων που περιλαμβάνονται στην αξιολόγηση.
Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα
Τα εθνικά σχέδια προσδιορίζουν γενικά τον ιδιωτικό τομέα ως την κύρια πηγή χρηματοδότησης, ενώ εκτιμάται ότι περίπου 10% έως 30% των απαιτούμενων κεφαλαίων θα προέλθει από τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά τους να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, διεθνή χρηματοδότηση και στήριξη από δωρητές.
Η Γραμματεία υποστηρίζει ότι τα μελλοντικά εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα θα πρέπει να εξελιχθούν σε στρατηγικά επενδυτικά σχέδια-οδηγούς. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ξεπεράσουν τις γενικές πολιτικές δεσμεύσεις και να προσδιορίζουν συγκεκριμένα έργα, το κόστος τους, τις χρηματοδοτικές δομές και τις επενδυτικές προτεραιότητες.
Μια τέτοια προσέγγιση θα καθιστούσε τα σχέδια πιο χρήσιμα για τις κυβερνήσεις, τους επενδυτές και τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και θα μπορούσε να συμβάλει στην κατεύθυνση των περιορισμένων δημόσιων πόρων προς έργα ικανά να προσελκύσουν πρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια.
Ανομοιόμορφη η πρόοδος στις ΑΠΕ
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια της άνισης προόδου στην περιοχή είναι η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές αυξάνεται, όμως η αύξηση αυτή δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη την Ενεργειακή Κοινότητα. Μόνο τρεις Συμβαλλόμενες Χώρες -η Αλβανία, η Μολδαβία και το Μαυροβούνιο- διατήρησαν ή ξεπέρασαν τα μερίδια ανανεώσιμων πηγών ενέργειας του 2020, τα οποία αποτελούν την ελάχιστη βάση αναφοράς για την πρόοδο προς τους πιο φιλόδοξους στόχους του 2030.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν το χάσμα μεταξύ πολιτικής φιλοδοξίας και πραγματικής ανάπτυξης έργων. Παρότι οι στόχοι για τις ανανεώσιμες πηγές έχουν καταστεί σημαντικό μέρος των εθνικών σχεδίων, οι επενδύσεις, η αδειοδότηση, η ανάπτυξη των δικτύων και η υλοποίηση των έργων θα πρέπει να επιταχυνθούν, εάν οι στόχοι αυτοί πρόκειται να επιτευχθούν.
Ο τομέας των μεταφορών προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία. Σύμφωνα με τη Γραμματεία, έχει σημειωθεί μικρή πρόοδος στην αύξηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις μεταφορές.
Η θέρμανση και η ψύξη αποτελούν μια ακόμη πρόκληση. Η χρήση παραδοσιακής βιομάζας μειώνεται, όμως η Γραμματεία προειδοποιεί ότι αυτή η αλλαγή θα πρέπει να συνοδευτεί από ταχύτερη ανάπτυξη σύγχρονων τεχνολογιών θέρμανσης από ανανεώσιμες πηγές και καλύτερη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.
Η τιμολόγηση του άνθρακα
Ένα ακόμη μειονέκτημα που εντοπίζεται στα εθνικά σχέδια είναι η περιορισμένη αντιμετώπιση της τιμολόγησης του άνθρακα.
Αρκετές χώρες αναφέρονται σε συστήματα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, φόρους άνθρακα ή σε συνδυασμούς των δύο. Ωστόσο, τα σχέδια συχνά δεν παρέχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας αυτών των μηχανισμών, το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους ή το επίπεδο των τιμών άνθρακα που θα μπορούσε να αναμένεται.
Οι τιμές του άνθρακα μπορούν να επηρεάσουν τις επενδυτικές αποφάσεις, μεταβάλλοντας το σχετικό κόστος των τεχνολογιών που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα και εκείνων χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Χωρίς σαφείς παραδοχές σχετικά με το μελλοντικό κόστος άνθρακα, οι επενδυτές ενδέχεται να δυσκολεύονται να αξιολογήσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των έργων.
Η Γραμματεία της Ενεργειακής Κοινότητας, ως εκ τούτου, υπογραμμίζει ότι η τιμολόγηση του άνθρακα πρέπει να ενσωματωθεί με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια στα μελλοντικά μοντέλα, στα μέτρα πολιτικής και στις επενδυτικές παραδοχές.
Περισσότερη περιφερειακή συνεργασία
Η αξιολόγηση εντοπίζει επίσης ευκαιρίες που τα εθνικά σχέδια δεν έχουν αξιοποιήσει πλήρως. Οι ενεργειακές αγορές και οι υποδομές δεν σταματούν στα εθνικά σύνορα. Τα ηλεκτρικά δίκτυα, τα δίκτυα φυσικού αερίου και οι αναδυόμενες υποδομές καθαρής ενέργειας απαιτούν ολοένα και περισσότερο περιφερειακό συντονισμό. Μεγαλύτερη συνεργασία θα μπορούσε να βοηθήσει τις χώρες να μοιράζονται την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, να βελτιώνουν την ευελιξία των συστημάτων, να ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και να μειώνουν το συνολικό κόστος της μετάβασης.
Η Γραμματεία επισημαίνει επίσης ότι τα σχέδια θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν καλύτερα την αρχή «πρώτα η ενεργειακή αποδοτικότητα», η οποία δίνει προτεραιότητα στη μείωση της ενεργειακής ζήτησης και στη βελτίωση της αποδοτικότητας πριν από την επένδυση σε πρόσθετη παραγωγή ενέργειας.
Η διάσταση της δίκαιης μετάβασης χρειάζεται επίσης μεγαλύτερη προσοχή. Η απομάκρυνση από τον άνθρακα και άλλα ορυκτά καύσιμα μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες για τους εργαζομένους, τις τοπικές κοινωνίες και τις περιοχές των οποίων οι οικονομίες εξαρτώνται από τις παραδοσιακές ενεργειακές δραστηριότητες. Η διασφάλιση μιας κοινωνικά δίκαιης μετάβασης θα είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της κοινωνικής στήριξης.
Η επόμενη δοκιμασία είναι η υλοποίηση
Η τρέχουσα αξιολόγηση δεν αποτελεί απλώς μια αποτίμηση όσων έχουν ήδη επιτύχει οι χώρες. Στόχος της είναι επίσης να αποτελέσει βάση για τον επόμενο κύκλο υποβολής εκθέσεων το 2027 και για την προετοιμασία της επόμενης γενιάς εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, τα οποία θα καλύπτουν την περίοδο 2030–2040.
Αυτό καθιστά τα επόμενα χρόνια κρίσιμα. Η περιοχή έχει πλέον την ευκαιρία να μετατρέψει τις πολιτικές δεσμεύσεις σε επενδυτικά προγράμματα, έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σύγχρονα δίκτυα, καθαρότερες μεταφορές και ενεργειακά αποδοτικότερα κτίρια. Ωστόσο, η εκτίμηση των 151 δισεκατομμυρίων ευρώ δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω κανονισμών και στόχων.