H συμφωνία ΗΠΑ - Βενεζουέλας ξαναγράφει τον πετρελαϊκό χάρτη: Ποιες πετρελαϊκές είναι σε θέση μάχης

H συμφωνία ΗΠΑ - Βενεζουέλας ξαναγράφει τον πετρελαϊκό χάρτη: Ποιες πετρελαϊκές είναι σε θέση μάχης

H συμφωνία ΗΠΑ - Βενεζουέλας ξαναγράφει τον πετρελαϊκό χάρτη: Ποιες πετρελαϊκές είναι σε θέση μάχης

Με μια σειρά συμφωνιών δισεκατομμυρίων δολαρίων, με σαφείς οικονομικές, αλλά και γεωπολιτικές προεκτάσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να αναδιαμορφώσουν τον πετρελαϊκό χάρτη της Βενεζουέλας, αποκτώντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην αξιοποίηση ενός από τα μεγαλύτερα ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη.

Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ βρέθηκε στο Καράκας, προκειμένου να παραστεί στην υπογραφή μιας σειράς συμφωνιών μεταξύ της Βενεζουέλας και μεγάλων ενεργειακών ομίλων, μεταξύ των οποίων η Chevron, η GE Vernova και η ιταλική ENI. Το συνολικό ύψος των επενδύσεων αναμένεται να ανέλθει σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, σηματοδοτώντας την επιστροφή μεγάλων αμερικανικών κεφαλαίων σε μια χώρα της οποίας η πετρελαϊκή βιομηχανία έχει καταρρεύσει τα τελευταία χρόνια.

Οι συμφωνίες έρχονται λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση ενός ευρύτερου deal, βάσει  του οποίου εταιρεία που υποστηρίζεται από την Ουάσιγκτον αποκτά τον επιχειρησιακό έλεγχο 17 πετρελαϊκών έργων, με αποθέματα περίπου 65 δισ. βαρελιών. Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο των αποδεδειγμένων αποθεμάτων της Βενεζουέλας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τη συμφωνία «τη μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην ιστορία του κόσμου». Πίσω από τη μεγαλόστομη διατύπωση, ωστόσο, βρίσκεται μια συμφωνία με εξαιρετικά σύνθετες οικονομικές και πολιτικές παραμέτρους.

«Αδρανές» πετρέλαιο ή απώλεια ελέγχου;

Η Ουάσιγκτον απορρίπτει κατηγορηματικά τις κατηγορίες ότι επιχειρεί να «αρπάξει» τον πετρελαϊκό πλούτο της Βενεζουέλας. Ο Κρις Ράιτ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ δεν «κλέβουν» το πετρέλαιο της χώρας, αλλά επενδύουν σε έναν ανενεργό υπόγειο πόρο, ο οποίος, χωρίς κεφάλαια και τεχνολογία, δεν αποδίδει οφέλη στον λαό της Βενεζουέλας.

Το επιχείρημα της αμερικανικής πλευράς είναι οικονομικά απλό: η χώρα διαθέτει τεράστια αποθέματα, αλλά δεν διαθέτει σήμερα ούτε τα κεφάλαια ούτε την τεχνολογική δυνατότητα για να τα αξιοποιήσει σε μεγάλη κλίμακα. Η είσοδος αμερικανικών εταιρειών θα μπορούσε, επομένως, να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επανεκκίνηση της παραγωγής. Στην ίδια γραμμή κινείται και η μεταβατική πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες. Η ίδια απορρίπτει την εικόνα μιας χώρας που παραδίδει τον φυσικό της πλούτο και υποστηρίζει ότι οι ξένες επενδύσεις είναι απαραίτητες για την οικονομική ανάκαμψη.

Κατά την εκτίμησή της, η αύξηση της παραγωγής θα μπορούσε να μεταφραστεί σε περισσότερες θέσεις εργασίας, υψηλότερους μισθούς και βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών, από τα νοσοκομεία και τα σχολεία έως την επισιτιστική ασφάλεια. Η Ροντρίγκες έχει υπολογίσει ότι η Βενεζουέλα θα μπορούσε να αποκομίσει περίπου 209 δισ. δολάρια σε κέρδη σε ορίζοντα 25 ετών.

Θέμα ελέγχου

Ωστόσο, το ζήτημα δεν εξαντλείται στην οικονομική απόδοση. Η συμφωνία προβλέπει ότι η North American Blue Energy Partners (NABEP) θα έχει τον επιχειρησιακό έλεγχο των έργων, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση θα διαθέτει δικαιώματα επί ποσοστού 35% της εταιρείας και προνομιακή πρόσβαση στο 20% της παραγωγής της σε τιμή κόστους. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον φέρεται να έχει εξασφαλίσει δικαίωμα πρώτης άρνησης για την αγορά του υπόλοιπου 80% της παραγωγής.

Με άλλα λόγια, η συμφωνία δεν αφορά απλώς την προσέλκυση επενδύσεων. Δίνει στις ΗΠΑ σημαντικό λόγο για το ποιος θα παράγει το πετρέλαιο της Βενεζουέλας και πού θα καταλήγει.

Η Chevron επιστρέφει δυναμικά

Κεντρικό ρόλο στη νέα ενεργειακή πραγματικότητα διαδραματίζει η Chevron, η μοναδική μεγάλη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία που διατηρεί ουσιαστική παρουσία στη Βενεζουέλα. Η εταιρεία ανακοίνωσε επενδύσεις άνω των 7 δισ. δολαρίων για την επόμενη πενταετία, με στόχο να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή της στη χώρα, φθάνοντας περίπου τα 600.000 βαρέλια ημερησίως.

Η Chevron απέκτησε επιπλέον εκτάσεις στην πετρελαϊκή ζώνη του Ορινόκο, μια περιοχή με τεράστια κοιτάσματα εξαιρετικά βαρέος αργού πετρελαίου. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι το συνολικό κόστος παραγωγής της στη Βενεζουέλα παραμένει κάτω από τα 20 δολάρια ανά βαρέλι, γεγονός που καθιστά τις δραστηριότητες ιδιαίτερα ελκυστικές.

Η παραγωγή των τριών κοινοπραξιών της Chevron στη χώρα αυξήθηκε, σύμφωνα με την εταιρεία, από περίπου 240.000 βαρέλια ημερησίως τον Ιανουάριο σε περίπου 270.000 τον Ιούλιο.

Το μεγάλο γεωπολιτικό παζάρι

Η συμφωνία έχει και μια δεύτερη, λιγότερο εμφανή διάσταση: τη μετατόπιση της Βενεζουέλας από την κινεζική και ρωσική ενεργειακή σφαίρα προς την αμερικανική. Αρκετά από τα πετρελαϊκά έργα που αναμένεται να περάσουν στη NABEP είχαν προηγουμένως κινεζική ή ρωσική συμμετοχή. Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς εμπορική. Εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει την επιρροή του Πεκίνου και της Μόσχας στη Λατινική Αμερική και να επαναφέρει το αμερικανικό ενεργειακό αποτύπωμα στη Βενεζουέλα.

Για την Ουάσιγκτον, το όφελος είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, αποκτά πρόσβαση σε τεράστιους ενεργειακούς πόρους. Από την άλλη, δημιουργεί έναν ισχυρό μοχλό επιρροής σε μια χώρα στρατηγικής σημασίας για την αμερικανική ενεργειακή ασφάλεια.

Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας θα μπορεί επίσης να κατευθύνεται προς αμερικανικά διυλιστήρια, ιδίως στις νότιες πολιτείες, ενισχύοντας τους δεσμούς μεταξύ των δύο οικονομιών.

Το αγκάθι της νομιμότητας

Το μεγαλύτερο ερωτηματικό, όμως, αφορά τη νομιμότητα και τη διάρκεια των συμφωνιών. Η Βενεζουέλα διαθέτει περισσότερα από 303 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Η συντριπτική τους πλειονότητα, ωστόσο, είναι δύσκολο και ακριβό να αξιοποιηθεί.

Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν ότι η μεταβατική κυβέρνηση της Ροντρίγκες ενδέχεται να μην έχει την απαιτούμενη συνταγματική εξουσία για να παραχωρήσει δικαιώματα τόσο μεγάλης διάρκειας και έκτασης.

Το Σύνταγμα της Βενεζουέλας προβλέπει κοινοβουλευτική έγκριση για συμφωνίες αυτού του τύπου, ενώ η Εθνική Συνέλευση δεν έχει εγκρίνει τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Ο Ιαν Βάσκεθ, αντιπρόεδρος διεθνών μελετών του Cato Institute, έχει υποστηρίξει ότι η συμφωνία μπορεί να στερείται νομιμοποίησης, καθώς συνήφθη υπό έντονη αμερικανική πολιτική και στρατιωτική πίεση.

Ακόμη και αν οι σημερινές αρχές της Βενεζουέλας αποδέχονται τους όρους, μια μελλοντική δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση θα μπορούσε να τους αμφισβητήσει. Αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό ρίσκο για τους επενδυτές. Τα πετρελαϊκά έργα απαιτούν κεφάλαια και ορίζοντα δεκαετιών. Η πολιτική αβεβαιότητα, συνεπώς, μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την τιμή του πετρελαίου.

Ένα στοίχημα με παγκόσμιες συνέπειες

Η συμφωνία ΗΠΑ–Βενεζουέλας είναι, τελικά, πολύ περισσότερα από ένα επενδυτικό πρόγραμμα. Για την Ουάσιγκτον, αποτελεί ευκαιρία να αποκτήσει πρόσβαση σε έναν τεράστιο ενεργειακό πόρο, να ενισχύσει την επιρροή της στη Λατινική Αμερική και να περιορίσει την παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας. Για τη Βενεζουέλα, αποτελεί πιθανή διέξοδο από μια μακρά περίοδο πετρελαϊκής παρακμής.

Εάν οι επενδύσεις οδηγήσουν σε θεαματική αύξηση της παραγωγής, η Βενεζουέλα θα μπορούσε να αποκτήσει τα έσοδα που χρειάζεται για να χρηματοδοτήσει την οικονομική και κοινωνική της ανάκαμψη. Εάν όμως η συμφωνία αποδειχθεί ότι περιορίζει μακροπρόθεσμα την κυριαρχία της χώρας πάνω στον σημαντικότερο φυσικό της πόρο, η σημερινή οικονομική ευκαιρία μπορεί να εξελιχθεί σε αυριανή πολιτική κρίση.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM