Γιατί η Κομισιόν εξετάζει τώρα αλλαγές στο target model και αναθεώρηση της οριακής τιμολόγησης – Η ασφυκτική πίεση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και τα στοιχεία που δείχνουν εκτόξευση του ενεργειακού κόστους
Στα «μπινταρίσματα» των μονάδων φυσικού αερίου εντοπίζεται το πρόβλημα των «υψηλών πτήσεων» των χονδρεμπορικών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας σε συνέχεια της εφαρμογής του συστήματος της οριακής τιμολόγησης, χωρίς ωστόσο η όποια «κατακραυγή» να συνοδεύεται προς ώρας και με κάποια εναλλακτική λύση.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς με γνώση των ευρωπαϊκών διεργασιών και συζητήσεων, η επαναφορά της συζήτησης περί οριακής τιμολόγησης που φτάνει και αφορά τον «πυρήνα» της αρχιτεκτονικής της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας εδράζεται στη «σφοδρή» πλέον πίεση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας με αποδέκτες τις κυβερνήσεις στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, βλέπε Γερμανία και Γαλλία να υπάρξουν άμεσα μέτρα για την μείωση του ενεργειακού κόστους.
Υπενθυμίζεται ότι στο στόχαστρο έχει μπει και το σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS) με την συνολικότερη συζήτηση να αντικατοπτρίζει πρώτα και κύρια την ισχυρή πολιτική πίεση, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το τεχνοκρατικό σκέλος και σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να εφαρμοστεί μια μεταρρύθμιση τόσο του «μοντέλου-στόχου» όσο και του ETS.
Είναι ενδεικτικό ότι οι δηλώσεις, έστω και πιο μετριοπαθείς και συμβιβαστικές σε σχέση με ευρωπαίους ηγέτες επί του θέματος, της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έρχονται, όπως υπογραμμίζουν πηγές με γνώση του θέματος, εν αγνοία των αρμόδιων υπηρεσιών της Κομισιόν και μάλιστα με δεσμεύσεις περί παρουσίασης μέτρων σε βάθος ενός μήνα κατά την επόμενη Σύνοδο Κορυφής τον Μάρτιο.
Η διαφορά με τις άλλες φορές
Αν και μένει να αποτυπωθεί στη πράξη τι σημαίνουν οι εν λόγω προθέσεις και προτροπές, εντούτοις, αυτές διαβάζονται για την ώρα ως «δυναμική ανατροπής της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής» με την Κομισιόν να «συμμερίζεται» για πρώτη φορά «αμφιβολίες» σε δομικά στοιχεία της αγοράς που αν αλλάξουν, αναμένεται να διαμορφώσουν αντικειμενικά μια νέα βάση για την πορεία της ενεργειακής μετάβασης.
Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, η σχετική συζήτηση ξεχωρίζει ως προς την επιτακτικότητα του ζητήματος που καταλήγει να μετατοπίζει το «κέντρο βάρους» από το «ακαδημαϊκό» στο αμιγώς πολιτικό-οικονομικό επίπεδο, γεγονός που με την σειρά του αν μη τι άλλο, «υποχρεώνει» στη λήψη άμεσων αποφάσεων.
Υπενθυμίζεται ότι το θέμα είχε απασχολήσει και στο παρελθόν την Ευρώπη και τις Βρυξέλλες επ’ αφορμή την ενεργειακή κρίση για να καταλήξει σε επιμέρους μεταρρυθμίσεις με την υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2024/1711 και τον Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2024/1747, «απορρίπτοντας» την ίδια στιγμή συνολικότερες παρεμβάσεις και αλλαγές στο μοντέλο της αγοράς. Ωστόσο, η κατάσταση δείχνει διαφορετική σήμερα με «αφετηρία» να αποτελεί το ενεργειακό κόστος για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, «παραμερίζοντας» προς ώρας τεχνικοοικονομικές παραμέτρους που σε προηγούμενη φάση «έπειθαν» για την ορθότητα των «μη αλλαγών».
«Πυρ ομαδόν» η γαλλική βιομηχανία κι ακολουθούν οι Γερμανοί
Ενδεικτικά, η γαλλική βιομηχανία δια των εκπροσώπων της στους κλάδους του αλουμινίου και της χημικής βιομηχανίας απευθύνθηκαν τις προηγούμενες μέρες στην κυβέρνηση της χώρας, ζητώντας την επαναφορά του συστήματος των ΝΟΜΕ ως την βέλτιστη δυνατή συνταγή για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Το σύστημα των ΝΟΜΕ προβλέπει την σύναψη διμερών συμβάσεων της EDF με την βιομηχανία στα επίπεδα των 42 ευρώ ανά Μεγαβατώρα όταν η μέση τιμή για μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές στη χώρα «έκλεισε» το 2024 λίγο κάτω από τα 80 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, όπως αναφέρεται σε σχετική έκθεση-μελέτη που «συνοδεύει» τις συζητήσεις κυβέρνησης – βιομηχανίας.
Αν και η Γαλλία παρουσιάζει μια καλύτερη εικόνα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη όπως αποτυπώνεται στο παρακάτω διάγραμμα, εντούτοις, το πρόβλημα υπάρχει με το ενεργειακό κόστος να έχει αυξηθεί το διάστημα 2020 με 2023 από 100€/MWh στα 205€/MWh για τις μεσαίες επιχειρήσεις και από 59€/MWh στα 95€/MWh για τις μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες. Μάλιστα, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, το βασικό πρόβλημα της γαλλικής βιομηχανίας εντοπίζεται στις «διεθνείς» συναναστροφές της με την «ψαλίδα» να διευρύνεται σταθερά σε σχέση με ανταγωνιστικές αγορές.
«Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Γαλλία είναι λιγότερα καλά τοποθετημένη, κυρίως μετά την ισχυρή αύξηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη το 2022 και το 2023. Έτσι, αν και το 2019 οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη Γαλλία όταν χαμηλότερες από αυτές που εφαρμόζονταν στο μεγαλύτερο μέρος της Ινδίας και των Ηνωμένων Πολιτείων της Αμερικής, σήμερα είναι αρκετά υψηλότερες για τον μέσο καταναλωτή. Για τους μεγάλους καταναλωτές (les grands consommateurs), η Γαλλία διατηρεί μια τιμή σχετικά ανταγωνιστική χάρη στη χαμηλή φορολογία», σημειώνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα, ότι αποτελεί «τάξη μεγέθους» μιας και η σύγκριση από χώρα σε χώρα σε διεθνές επίπεδο είναι αρκετά περίπλοκη και δύσκολη.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται στο σύνολο της Ευρώπης και δη στη Γερμανία με το πλέον πρόσφατο δείγμα γραφής να αποτελεί σύσκεψη κλειστού τύπου των μεγαλύτερων βιομηχανιών της Ευρώπης που κατέληξε να εξαπολύσει «μύδρους» περί του υφιστάμενου ενεργειακού μοντέλου.
Από την πλευρά της, όπως διευκρινίζεται, η βιομηχανία εμφανίζεται υπέρ της ενεργειακής μετάβασης και της επέκτασης των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα, ωστόσο με βιώσιμους όρους που θα καταλήγουν να αποτυπώνουν «μετρημένες» τιμές στα τιμολόγια ρεύματος.
Οι «προσφορές» των μονάδων φυσικού αερίου
Με άλλα λόγια, η βιομηχανία εντοπίζει την «πηγή του κακού» στις μονάδες φυσικού αερίου που νομίμως και κατά το γράμμα του νόμου, μπιντάρουν «ελεύθερα» για να καλύψουν την ζήτηση σε συνθήκες οριακής τιμολόγησης, όπου η προσφορά της τελευταίας μονάδας καθορίζει την τιμή αποζημίωσης για το σύνολο της προσφερόμενης παραγωγής, με αποτέλεσμα να καταλήγει να «στερείται οικονομικού νοήματος» η σύναψη διμερών «πράσινων» συμβάσεων μιας και οι παραγωγοί μπορούν να εξασφαλίσουν περισσότερα έσοδα, πουλώντας την παραγόμενη ενέργεια στη DAM.
Ενδεικτικά, σε πρόσφατο άρθρό του στο energypress ο καθηγητής Παντελής Κάπρος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «η άμεση πρόσβαση στο χαμηλό κόστος της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι ουσιαστικά αδύνατη, όταν βασίζεται κανείς σε αγορές χονδρικής ή όταν τα τιμολόγια λιανικής ακολουθούν άμεσα τις τιμές χονδρικής όπως δυστυχώς γίνεται στην Ελλάδα όπου σπανίζουν τα διμερή συμβόλαια και δεν υφίσταται αντιστάθμιση των τιμών χονδρικής. Ο λόγος είναι ότι οι τιμές στη χονδρική αγορά καθορίζονται μόνο από τις μονάδες φυσικού αερίου τις οποίες ακολουθούν τα υδροηλεκτρικά εφαρμόζοντας τιμολόγηση που εκμεταλλεύεται την ευκαιρία των υψηλών προσφορών από τις μονάδες φυσικού αερίου, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές, λόγω του σχεδόν μηδενικού οριακού τους κόστους, δεν δύναται να καθορίσουν τις τιμές της αγοράς. Κατά συνέπεια, είναι αδύνατο να τιμολογηθεί μέσω της χονδρικής αγοράς η ενέργεια στους καταναλωτές με βάση το πραγματικό χαμηλό κόστος των ανανεώσιμων πηγών».
Ο «αντίλογος»
Από την άλλη, ως γνωστόν, ο «αντίλογος» υπερασπίζεται τα «σήματα» της αγοράς που εκπέμπουν και μεταδίδουν οι διακυμάνσεις των τιμών που με την σειρά τους αντικατοπτρίζουν την «φυσιογνωμία» του ενεργειακού μίγματος της κάθε χώρας την εκάστοτε δεδομένη στιγμή, συμπεριλαμβάνοντας και την παράμετρο της «σπανιότητας» των πόρων που ανάλογα αποτυπώνεται και καθορίζει την αξία του εκάστοτε διαθέσιμου ενεργειακού πόρου στη συνάφεια με τις απαιτήσεις κάλυψης της ενεργειακής ζήτησης.
Ενδεικτικά, η Διευθύνουσα Σύμβουλος της WindEurope Tinne Van der Straeten δήλωσε σχετικά μεταξύ άλλων ότι "σωστή ερώτηση, λάθος απάντηση. Οι ευρωπαίοι ηγέτες σωστά συζητούν πως θα μειώσουν τις τιμές ενέργειας για να διασφαλίσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Έχουν δίκιο ότι αυτό θα απαιτήσει πολύ περισσότερη "πράσινη" ενέργεια. Αλλά η παραποίηση του σχεδιασμού της αγοράς της ΕΕ είναι λάθος απάντηση", όπως αποτυπώνεται σε σχετική ανάρτηση στο Linkedin.
Αξίζει να σημειωθεί, όπως προαναφέρθηκε, ότι η σχετική συζήτηση δεν είναι καινούργια με τα «στρατόπεδα» να έχουν διαμορφωθεί από καιρό σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως προς το ποια θα πρέπει να είναι η λύση στο πρόβλημα.
Η ποιοτική τρέχουσα διαφορά σε σχέση με προγενέστερα αφορά τόσο στο «επείγον» του πράγματος στη «σκιά» και των μεγαλύτερων διαστάσεων που έχει λάβει όσο και πολύ περισσότερο στο γεγονός ότι η συζήτηση διεξάγεται σε άμεση συνάφεια και συνάρτηση με την προοπτική της ενεργειακής μετάβασης και κατά πόσο χρειάζεται ένα «φρένο» σε αυτή ή όχι.
Ο προβληματισμός προϋπήρχε ωστόσο πλέον έρχεται στην πρώτη γραμμή, προσδίδοντας και την ανάλογη δυναμική στην συζήτηση με ειδικούς του κλάδου να σχολιάζουν τις πρόσφατες ανακοινώσεις και δηλώσεις ως και «εν δυνάμει μετατόπιση του ευρωπαϊκού ενεργειακού παραδείγματος».


