Η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ ρίχνει τη χονδρική του ρεύματος, αλλά ανεβαίνουν οι χρεώσεις στους λογαριασμούς προσαυξήσεων
Ανοδική κίνηση κατέγραψαν οι λογαριασμοί προσαυξήσεων του ΑΔΜΗΕ την εβδομάδα 9–15 Φεβρουαρίου, την ώρα που η χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα και σε αρκετές ώρες κατέγραψε ακόμη και μηδενικές τιμές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της εβδομαδιαίας αναφοράς του Διαχειριστή, ο ΛΠ3 – που αφορά κυρίως το κόστος αποκλίσεων και εξισορρόπησης – παρουσίασε εκ νέου άνοδο σε σχέση με τις προηγούμενες εβδομάδες, ενώ και ο ΛΠ2 κινήθηκε υψηλότερα από τα πρόσφατα χαμηλά.
Με άλλα λόγια, η εβδομάδα έδειξε αναζωπύρωση του κόστους εξισορρόπησης.
Το φαινόμενο συνδέεται με την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ. Η υψηλή παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά πιέζει την Οριακή Τιμή Συστήματος προς τα κάτω, ακόμη και στο μηδέν, βγάζοντας εκτός merit order τις θερμικές μονάδες.
Ωστόσο, το σύστημα εξακολουθεί να χρειάζεται ευέλικτη ισχύ για εφεδρείες και κάλυψη αποκλίσεων. Οι μονάδες αυτές αποζημιώνονται μέσω της αγοράς εξισορρόπησης και το σχετικό κόστος ανακτάται μέσω των λογαριασμών προσαυξήσεων.
Έτσι, ενώ η προημερήσια αγορά δείχνει «φθηνή», το κόστος μεταφέρεται εκτός χρηματιστηρίου, κυρίως στον ΛΠ3.
Οι περικοπές και η πίεση στο σύστημα
Οι αυξημένες περικοπές ΑΠΕ και η μεταβλητότητα παραγωγής εντείνουν τις ανάγκες εξισορρόπησης. Σε περιόδους μάλιστα μηδενικών τιμών, η διαφορά μεταξύ της ΟΤΣ και των τιμών στην αγορά εξισορρόπησης μπορεί να είναι σημαντική, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους λογαριασμούς προσαυξήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα δομικό παράδοξο της μεταβατικής περιόδου:
Χαμηλή ή μηδενική χονδρική τιμή
Αυξημένο κόστος εξισορρόπησης
Πίεση στους λογαριασμούς προσαυξήσεων
Το «κρυφό» αυτό κόστος δεν αποτυπώνεται στην headline τιμή του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, αλλά επηρεάζει το συνολικό κόστος προμήθειας και, τελικά, τα τιμολόγια.
Τα στοιχεία για την εξέλιξη του κόστους των λογαριασμών προσαυξήσεων λειτουργούν ως προειδοποιητικό σήμα: όσο η διείσδυση των ΑΠΕ αυξάνεται χωρίς παράλληλη ενίσχυση αποθήκευσης και ευελιξίας, το κόστος θα συνεχίσει να μετατοπίζεται από την ΟΤΣ στους μηχανισμούς εξισορρόπησης.