Από 2,8 έως 6 δις ευρώ οι «απαιτήσεις» για "συμβόλαια επί της διαφοράς" στο CCS – Ευήκοα ώτα από το ΥΠΕΝ στα σενάρια των emitters – Ποια είναι τα «δύσκολα σημεία»
Σε φάση επεξεργασίας του μηχανισμού που θα πλαισιώσει τα «συμβόλαια επί της διαφοράς», τα λεγόμενα CCfDs για το CCS βρίσκεται το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τους emitters να καταθέτουν τις προτάσεις τους σε χθεσινή συνάντηση που πραγματοποιήθηκε με τον Υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο, αποτελώντας και το «σημείο εκκίνησης» για την σχετική συζήτηση.
Ειδικότερα, όπως αναφέρουν πληροφορίες του energypress, οι emitters, σε συνέχεια σχετικής μελέτης που εκπόνησαν επί του θέματος, παρουσίασαν 3 βασικά σενάρια με το κόστος χρηματοδότησης των συμβολαίων να εκτείνεται από 2,8 έως 6 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος 15ετίας όσο δηλαδή θα είναι η διάρκεια των συμβάσεων που θα συνάψουν οι emitters με την EnEarth, φορέα υλοποίησης και διαχείρισης της υπόγειας αποθήκης διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο.
Σημειώνεται ότι ο εν λόγω προϋπολογισμός, όπως καταμερίζεται στα τρία επιμέρους σενάρια, προκύπτει κατόπιν σειράς παραδοχών με κοινή συνισταμένη την βιωσιμότητα των έργων δέσμευσης των emitters, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την εξέλιξη των τιμών CO2 στη βάση του EUETS όσο και το μακροχρόνιο τη διαδικασίας που με την σειρά του απαιτεί, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, μια ορισμένη ορατότητα και διασφάλιση των επενδύσεων που υλοποιούνται αυτή την στιγμή.
Τα βασικά αιτήματα των emitters
Σε αυτή την βάση, το strike price κυμαίνεται σε ένα εύρος από 170 ευρώ τον τόνο μέχρι 270 ευρώ τον τόνο με τον κλάδο να «υποδεικνύει» την μέση τιμή των 220 ευρώ ανά τόνο ως καταλληλότερη για τα CCfDs πράγμα που ωστόσο αναμένεται να εξεταστεί περαιτέρω από την πλευρά του Υπουργείου προκειμένου να βεβαιωθεί για την αναγκαιότητα προσδιορισμού της τιμής σε αυτά τα ύψη. Από εκεί και πέρα, η ελληνική αγορά εκπομπών CO2 που θα χρήζουν αποθήκευσης, εκτιμάται στα 4,5 εκατομμύρια τόνους/ετησίως, με τους emitters να ζητούν να διαγωνιστούν επί των 3,6 εκατ. τόνων για να κατοχυρώσουν χώρο αποθήκευσης στο Πρίνο.
Η συνολική χωρητικότητα του Πρίνου κατά την τελική φάση ανάπτυξης του έργου φτάνει τα 2.8 εκατ. τόνους ετησίως πράγμα που υπολείπεται σημαντικά τόσο των «μεγεθών» της ελληνικής αγοράς (4,5 εκατ. τόνοι ετησίως) όσο και του αιτήματος των emitters να διαγωνιστούν στα 3,6 εκατ. τόνων. Από την πλευρά τους οι emitters υποδεικνύουν ως βέλτιστη λύση ένα ενδιάμεσο μέγεθος ανάμεσα στην χωρητικότητα του Πρίνου και τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς αφενός προς ενίσχυση του ανταγωνισμού και αφετέρου συνυπολογίζοντας στην όλη εξίσωση την αποθήκη της Ραβέννας που υποχρεωτικά συμπεριλαμβάνεται στο γενικότερο κάδρο ως η επόμενη κοντινή υποδομή να υποδεχθεί ποσότητες CO2 που ούτως ή άλλως, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν από τον Πρίνο, δεδομένης της χωρητικότητας που έχει.
Επιπρόσθετα, όπως προαναφέρθηκε, η πρόταση των emitters μιλάει για 15ετή συμβόλαια για να καλύπτουν ευθύς εξαρχής όλη την διάρκεια της σύμβασης με την υποδομή καθώς και με την πρόσθετη επισήμανση «one way», δηλαδή χωρίς επιστροφή εσόδων σε περίπτωση που η τιμή του CO2 αυξηθεί κατά πολύ. Συμπληρωματικά σε αυτά, σημειώνουν ότι η τιμών των CCfDs θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να καλύπτει το σύνολο της αλυσίδας αξίας τόσο σε όρους CAPEX όσο και σε όρους OPEX.
«Σενάριο προστασίας» για πάν ενδεχόμενο
Επιπλέον, η πρόταση των emitters προβλέπει και ένα «σενάριο προστασίας» βάσει του οποίου θα μπορούν να εγκαταλείψουν τα συμβόλαια τους αν «γυρίσει το πράγμα» με τις σχετικές επενδύσεις να καθίστανται άσκοπες και μη βιώσιμες σε συνέχεια των δεδομένων που θα επικρατούν στην αγορά.
Το σενάριο εφαρμόζει στη βάση που η τιμή του CO2 παραμένει στα 80 ευρώ τον τόνο επί μακρόν, τουλάχιστον δύο χρόνια, «υπαγορεύοντας» στους επενδυτές να εγκαταλείψουν τα σχέδια τους για δέσμευση και αποθήκευση CO2, πράγμα που θα σήμαινε να σπάσουν τα συμβόλαιά τους τόσο στο κομμάτι της μεταφοράς του CΟ2 όσο και στο κομμάτι της αποθήκευσης, καθώς θα στερούνταν «οικονομικού νοήματος» ακόμη και με όρους επιδότησης το όλο εγχείρημα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η «αρχιτεκτονική» του σχήματος, όπως παρουσιάστηκε από τους emitters, εστιάζει στην αντιστάθμιση κινδύνου επί της τιμής EUETS, αναγνωρίζοντας και διατηρώντας τα ρίσκα που συνοδεύουν την ανάπτυξη μιας τέτοιας υποδομής εν γένει και επιβαρύνουν υποχρεωτικά τον εκάστοτε επενδυτή.
Μάλιστα, υπάρχει ειδική πρόβλεψη προς διασφάλιση τόσο του μηχανισμού όσο και του Δημοσίου, η μέγιστη ετήσια εκροών κρατικών πόρων προς κάλυψη των CCfDs να μην ξεπερνάει την δαπάνη που έχει προβληφθεί στις προσφορές των έργων που έχουν κατατεθεί.
Τα προαναφερόμενα ποσά με τα τρία σενάρια να εκτείνονται από 2,8 έως 6 δις ευρώ αφορούν το σύνολο της 15ετίας και ως εκ τούτου, η διαχείριση των πόρων θα πρέπει να γίνεται με «σύνεση» και εν μέρει άσχετα των συνθηκών της αγοράς, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δυνητικά προκύπτει πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος, θέτοντας εν αμφιβόλω το σύνολο των επενδύσεων που συνεχίζουν να λειτουργούν και δραστηριοποιούνται σε ορίζοντα 15ετίας υπό την ομπρέλα και στήριξη ενός CCfD.
Τι απάντησε ο Τσάφος
Από την πλευρά του ο Υφυπουργός ΠΕΝ Νίκος Τσάφος εξέφρασε καταρχήν την πρόθεση του Υπουργείου να προχωρήσει στην κοινοποίηση του μηχανισμού, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαριστεί το τοπίο στις λεπτομέρειές του, ώστε αναλόγως να επικοινωνηθεί στο Υπουργείο Οικονομικών και μετά να «οδεύσει» προς Βρυξέλλες για έγκριση.
Σε αυτή την κατεύθυνση, οι δύο πλευρές ανανέωσαν το ραντεβού τους για τέλη Αυγούστου με τον Υφυπουργό να καλεί τους emitters να υπολογίσουν το κόστος του σεναρίου προστασίας, ενώ προβληματισμό εξέφρασε τόσο με την «ορθότητα» της τιμής των 220 ευρώ όσο και με την διαγωνιστική διαδικασία επί των 3.8 εκατ. τόνων. Στην μεν περίπτωση της τιμής, ο προβληματισμός έγκειται κατά πόσο ανταποκρίνεται στα πραγματικά μεγέθη και κόστη της αγοράς, πράγμα που καλείται ο κλάδος να διευκρινίσει περαιτέρω, με το άλλο θέμα να αφορά την διαγωνιστική διαδικασία επί των 3,6 εκατ. τόνων όταν η χωρητικότητα του Πρίνου είναι αρκετά μικρότερη.
Το «σκεπτικό» των emitters προσμετράει και την αποθήκη της Ραβέννας με την διαφορά ωστόσο ότι το project παραμένει σε φάση ανάπτυξης, όντας αρκετά πιο πίσω σε σχέση με το «Prinos CO2» και επομένως το ΥΠΕΝ εκφράζει προβληματισμό κατά πόσο μπορεί να συμπεριληφθεί στην «εξίσωση» το ενδεχόμενο μεταφοράς ποσοτήτων στην Ραβέννα όταν καλά καλά δεν υπάρχει υποδομή.
Kατά συνέπεια, το ΥΠΕΝ αναγνωρίζει την αναγκαιότητα στήριξης της τεχνολογίας με την μορφή των CCFDs, διατηρώντας ωστόσο επιφυλάξεις και προβληματισμούς ως προς την σύνθεση και διαμόρφωση του σχετικού σχήματος, θέλοντας να διασφαλίσει ότι η όποια ενίσχυση θα παραμένει ευθυγραμμισμένη με τις κατευθυντήριες γραμμές περί κρατικών ενισχύσεων και συνάμα την ίδια στιγμή δεν θα επιφέρει υπέρμετρες επιβαρύνσεις στον κρατικό προϋπολογισμό και τον τελικό καταναλωτή.
Μια ακόμη παράμετρος που μένει να μελετηθεί και να συζητηθεί την επόμενη φορά αφορά τον καθορισμό των συμμετεχόντων στους διαγωνισμούς για την κατοχύρωση CCfDs με την αγορά να επικαλείται τις ευρωπαϊκές οδηγίες και «guidelines» σύμφvωνα με τα οποία, ο «νικητής» του διαγωνισμού προκύπτει κατά 70% από την ανταγωνιστικότερη τιμή και κατά 30% από μια σειρά άλλα κριτήρια που μένει να προσδιοριστούν. Αυτά μπορεί να αφορούν την ωριμότητα του project, το μέγεθος αυτού ή ακόμη ακόμη και το περιβαλλοντικό αποτέλεσμα με την Γερμανία να δίνει το σχετικό «πράσινο φως» μόνο σε έργα που κατορθώνουν να αποτρέψουν τις εκπομπές τους σε ποσοστό πάνω από 60%.