Χ. Φλουδόπουλος - ΔΕΗ: Τρίμηνο στη σκιά των ρύπων
Προ ημερών στην παρέμβαση που έκανε ο επικεφαλής της ΔΕΗ Μ. Παναγιωτάκης στο ΕΒΕΑ, προειδοποίησε για τη σημαντική επιβάρυνση που προκύπτει για το κόστος της λιγνιτικής παραγωγής, ως αποτέλεσμα της αύξησης που έχει επέλθει στο κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Όπως σημείωσε ο κ. Παναγιωτάκης η τρέχουσα τιμή των δικαιωμάτων είναι στα 7,5 ευρώ ο τόνος, γεγονός που προκαλεί τεράστια , σύμφωνα με τον ίδιο, επιβάρυνση.
Με βάση παλαιότερα στοιχεία που είχε δημοσιοποιήσει η εταιρεία εφόσον το κόστος αγοράς των δικαιωμάτων ήταν στα 7 ευρώ ο τόνος τότε η επιβάρυνση για την επιχείρηση κυμαινόταν στα 350 εκ. ευρώ, ενώ εάν η τιμή ανέβαινε στα 10 ευρώ ο τόνος η επιβάρυνση υπολογίζεται στο μισό δις ευρώ. Στο σενάριο που η τιμή των δικαιωμάτων εκπομπής εκτιναχθεί στα επίπεδα των 15 ευρώ ο τόνος τότε το κόστος για τη ΔΕΗ θα ανέβει στα 750 εκ. ευρώ. Βεβαίως τα κόστη αυτά, εφόσον υπάρξει νέα αύξηση, αναμένεται να ζητηθεί από τη ΔΕΗ να μετακυληθούν στα τιμολόγια των πελατών, όπως είχε γίνει και στο παρελθόν. Ωστόσο την ίδια στιγμή πληροφορίες θέλουν να υπάρχει εκ νέου κινητοποίηση τόσο από την πλευρά της ΔΕΗ όσο και από την πλευρά της κυβέρνησης ώστε η Ελλάδα να ενταχθεί στις χώρες που απολαμβάνουν δωρεάν πιστοποιητικά. Όπως αποκάλυψε ο κ. Παναγιωτάκης οι χώρες που δικαιούνται δωρεάν πιστοποιητικά είναι εκείνες που το ΑΕΠ τους βρίσκεται στο 60% του μέσου όρου του ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο 62%.
Αξίζει να αναφερθεί ότι το τελευταίο διάστημα παρατηρείται ανοδική τάση στην τιμή των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, η οποία επιβαρύνει και τη ΔΕΗ. Συγκεκριμένα με βάση τις τιμές του χρηματιστηρίου ενέργειας της Λειψίας, οι τιμές των ρύπων στο δ τρίμηνο του 2014 κυμαίνονταν κάτω από τα 7 ευρώ ο τόνος φτάνοντας μέχρι και τα 5,8 ευρώ τον Οκτώβριο, ενώ πλέον αποτιμώνται στα 7,3 ευρώ ο τόνος.
Εκτός από το θέμα των ρύπων τα αποτελέσματα που ανακοινώνει την Πέμπτη η ΔΕΗ για το πρώτο τρίμηνο του έτους, αναμένεται να περιλαμβάνουν τη θετική επίπτωση από τα χαμηλότερα ενεργειακά κόστη λόγω της χαμηλότερης τιμής του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αλλά και από την αυξημένη υδροηλεκτρική παραγωγή.
Όπως είχε επισημάνει προ ημερών η Alpha Finance η θετική επίπτωση από τη μείωση του λειτουργικού κόστους αναμένεται να κυμανθεί στα 400 εκ. ευρώ. Στον αντίποδα παράγοντας ανησυχίας παραμένουν οι προβλέψεις. Επίσης οι αναλυτές, όπως φάνηκε και στην υποβάθμιση της S&P θεωρούν ως ρίσκο, την πιθανότητα να υπάρξει νέα μείωση των τιμολογίων της εταιρείας στο πλαίσιο των κυβερνητικών εξαγγελιών, αν και εκτιμάται ότι μια τέτοια απόφαση δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί για διάφορους λόγους (ανάγκες για επενδυτικά κεφάλαια λόγω της Πτολεμαΐδας, προβλήματα ρευστότητας της αγοράς κλπ).
(capital.gr, 26/5/2015)