Ένα βήμα πριν την είσοδό του με 20% στο FSRU της Αλεξανδρούπολης βρίσκεται ο ΔΕΣΦΑ - Μέσα στο Σεπτέμβριο κλείνει η υπόθεση
Λίγες ημέρες μετά την επίσημη είσοδο της Βουλγαρικής Bulgartransgaz, ο ΔΕΣΦΑ φαίνεται ότι θα είναι, εκτός δραματικού απροόπτου, ο πέμπτος εταίρος της Gastrade, της εταιρίας του Ομίλου Κοπελούζου που "τρέχει" το επενδυτικό σχέδιο δημιουργίας πλωτού τερματικού LNG (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη.
Πληροφορίες του energypress αναφέρουν ότι οι συζητήσεις, οι οποίες κρατούν από την αρχή του 2020, έχουν ουσιαστικά καταλήξει και η συνεργασία θα ανακοινωθεί επίσημα το αμέσως επόμενο διάστημα, το αργότερο έως το τέλος του μηνός.
Από την πλευρά του ΔΕΣΦΑ, η είσοδος στην πρώτη τέτοιου είδους ιδιωτική υποδομή της χώρας, εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής που εισήγαγε η νέα ιδιοκτησία και διοίκησή του, σύμφωνα με την οποία, από απλός Διαχειριστής του συστήματος, ο ΔΕΣΦΑ, στηριζόμενους στους ισχυρούς μετόχους του, θα επιδιώξει να καταστεί ένας από τους μεγάλους και κεντρικούς παίκτες της εγχώριας ενεργειακής αγοράς στον τομέα του αερίου.
Από την πλευρά της Gastrade, η οποία συνάπτει συμμαχίες που να προάγουν τις στρατηγικές στοχεύσεις της εταιρίας, η ένταξη του Διαχειριστή φαίνεται ότι συνδέεται με την τεχνογνωσία που έχει ο ΔΕΣΦΑ ως TSO, τόσο με το LNG, όσο και ευρύτερα με την ελληνική αγορά αερίου, τους παίκτες, τη νομοθεσία, το ρυθμιστικό σύστημα κ.λπ. Επιπλέον είναι σαφές ότι πρόκειται για μέτοχο "μακράς πνοής".
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, στο βαθμό που ολοκληρωθεί το deal, το ελληνικό δημόσιο θα αποκτήσει και αυτό παρουσία (έστω και μικρή) στην υποδομή της Αλεξανδρούπολης, την οποία έχει στηρίξει επί σειρά ετών, τόσο επί προηγούμενης κυβέρνησης όσο και επί παρούσας.
Υπενθυμίζεται ότι στην υποδομή των 380 εκ. ευρώ, πέραν του Ομίλου Κοπελούζου, συμμετέχουν σήμερα με ποσοστά 20%, η Gaslog (Π. Λιβανός), η ΔΕΠΑ και η Bulgartransgaz.
Ο Σταθμός ευνοείται ιδιαίτερα από την παρούσα συγκυρία καθώς θα αποτελεί τη μοναδική υποδομή, μαζί με τη Ρεβυθούσα, που δεν θα εξαρτάται από τη διέλευση του καυσίμου μέσω τουρκικών εδαφών. Εκτιμάται έτσι, ότι μπορεί να συμβάλει στην απρόσκοπτη παροχή καυσίμου, ενώ παράλληλα να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στην περιφερειακή αγορά, ανοίγοντας το δρόμο για την μείωση του κόστους τροφοδοσίας με φυσικό αέριο των χωρών της περιοχής.
Το ύψος της επένδυσης αγγίζει τα 380 εκατ. ευρώ, ενώ ο σταθμός αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το αργότερο στις αρχές του 2023. Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής του δεν επηρεάζεται από την ενδεχόμενη συμμετοχή και άλλων ενδιαφερόμενων εταιρειών στη μετοχική σύνθεση της Gastrade (φορέα υλοποίησης και διαχείρισης της υποδομής). Έτσι, πολύ σύντομα θα ανακηρυχθούν οι προτιμητέοι ανάδοχοι στους δύο διεθνείς διαγωνισμούς για την κατασκευή της υποδομής, ενώ η Τελική Επενδυτική Απόφαση (FID) αναμένεται να ληφθεί εντός του 2020.
Την ίδια στιγμή, έχει ήδη διασφαλιστεί η εμπορική βιωσιμότητα του έργου, καθώς τον περασμένο Μάρτιο ολοκληρώθηκε με επιτυχία το market test. Μέσω της διαδικασίας, ελληνικές και διεθνείς εταιρείες εμπορίας φυσικού αερίου δέσμευσαν δυναμικότητα επαναεριοποίησης 2,6 δισ. κυβικών μέτρων για τα πρώτα δέκα χρόνια της λειτουργίας του Σταθμού, η οποία ισοδυναμεί περίπου με το 50% της δυναμικότητας του.
Τέλος, σε ότι αφορά στη χρηματοδότηση, αυτή θα προέλθει από ίδια κεφάλαια των μετόχων της Gastrade, από δανεισμό, και μέσω επιχορήγησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη, η Gastrade έχει συμφωνήσει με το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της χώρας για το σύνολο της τραπεζικής χρηματοδότησης του έργου, με ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς όρους. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση θα προέλθει από το ΕΣΠΑ αφού το έργο έχει ενταχθεί στον «Κατάλογο Μεγάλων Έργων» του ΕΠΑΝΕΚ, με τους πόρους να είναι εξασφαλισμένοι από το σχετικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.