Η ευρωπαϊκή βιομηχανία χρειάζεται καθαρό υδρογόνο μετά το 2030
Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια καθοριστική δεκαετία για τη βιομηχανία, την ενέργεια και την ανταγωνιστικότητά της. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια θα καθορίσουν όχι μόνο την πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα (climate neutrality), αλλά και το εάν η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα παραμείνει παγκόσμιος πρωταγωνιστής ή θα χάσει έδαφος απέναντι σε ανταγωνιστικές οικονομίες που επενδύουν δυναμικά στις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας.
Η απανθρακοποίηση (decarbonisation) δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα. Αποτελεί ταυτόχρονα ζήτημα βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας (industrial competitiveness), ενεργειακής ασφάλειας (energy security) και στρατηγικής αυτονομίας (strategic autonomy). Η Ευρώπη οφείλει να διασφαλίσει ότι η πράσινη μετάβαση θα λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης, επενδύσεων και βιομηχανικής αναγέννησης και όχι ως παράγοντας αποβιομηχάνισης.
Στο πλαίσιο αυτό, το καθαρό υδρογόνο οφείλει να διατηρήσει κεντρική θέση στο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο μετά το 2030. Η υποχρέωση χρήσης καθαρού υδρογόνου στη βιομηχανία παραμένει απαραίτητη για την απανθρακοποίηση τομέων όπου ο άμεσος εξηλεκτρισμός (direct electrification) δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά εφικτός. Παράλληλα, αποτελεί βασικό εργαλείο για τον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης και για την παροχή μακροπρόθεσμων επενδυτικών σημάτων (long-term investment signals) προς την αγορά.
Παρά τη φιλοδοξία της αναθεωρημένης Οδηγίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Renewable Energy Directive III – RED III), η αγορά καθαρού υδρογόνου δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί με την ταχύτητα που απαιτείται. Η δημιουργία πραγματικής ζήτησης από τρίτους καταναλωτές (third-party demand) παραμένει περιορισμένη, ενώ η ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κανόνων στο εθνικό δίκαιο προχωρά με αργούς και άνισους ρυθμούς μεταξύ των κρατών-μελών. Οι επενδυτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντική αβεβαιότητα και πολλά έργα δυσκολεύονται να φτάσουν στο στάδιο της τελικής επενδυτικής απόφασης.
Για τον λόγο αυτό, οι μελλοντικοί στόχοι πρέπει να επανασχεδιαστούν. Η επόμενη γενιά πολιτικών οφείλει να είναι περισσότερο τεχνολογικά ουδέτερη (technology-neutral) και περισσότερο προσανατολισμένη στα αποτελέσματα (outcome-oriented). Το βασικό κριτήριο δεν πρέπει να είναι η προτίμηση συγκεκριμένων τεχνολογιών, αλλά η πραγματική μείωση των εκπομπών, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η ανθεκτικότητα (resilience) του ενεργειακού συστήματος.
Η σημερινή προσέγγιση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υπόθεση ότι ο εξηλεκτρισμός αποτελεί πάντοτε την προτιμότερη λύση και ότι τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης (Renewable Fuels of Non-Biological Origin – RFNBOs) αποτελούν απλώς μια έμμεση μορφή χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας. Στην πράξη, όμως, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Όταν συνυπολογιστούν οι συνολικές δαπάνες του συστήματος (system costs), όπως οι ανακατανομές φορτίου (redispatch), οι περικοπές παραγωγής (curtailment), η συμφόρηση δικτύων (grid congestion), οι ανάγκες επέκτασης των δικτύων (grid expansion) και οι δαπάνες εξισορρόπησης, οι λύσεις που βασίζονται στο υδρογόνο μπορούν συχνά να προσφέρουν ταχύτερη, πιο ευέλικτη και οικονομικότερη πορεία προς τη μείωση των εκπομπών και την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας.
Για τον λόγο αυτό, το μελλοντικό πλαίσιο θα πρέπει να αναγνωρίζει ισότιμα τόσο το ανανεώσιμο υδρογόνο όσο και το χαμηλών εκπομπών ηλεκτρολυτικό υδρογόνο (low-carbon electrolytic hydrogen). Παράλληλα, κατά τη μεταβατική περίοδο, το χαμηλών εκπομπών υδρογόνο που παράγεται από ορυκτές πρώτες ύλες με σημαντική δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα (carbon capture) μπορεί να συμβάλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης της αγοράς και στη μείωση του συνολικού κόστους μετάβασης.
Η Ευρώπη οφείλει επίσης να συνεχίσει να διευκολύνει τις εισαγωγές ανανεώσιμου υδρογόνου και των παραγώγων του από περιοχές με υψηλό δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Η ανάπτυξη διεθνών αλυσίδων αξίας (international value chains) μπορεί να επιταχύνει τη δημιουργία αγοράς (market ramp-up) και να περιορίσει το οικονομικό βάρος της μετάβασης για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αντιμετώπιση του κινδύνου διαρροής άνθρακα (carbon leakage). Όπου είναι δυνατόν, οι υποχρεώσεις θα πρέπει σταδιακά να μετατοπιστούν από τις ίδιες τις παραγωγικές εγκαταστάσεις προς τα προϊόντα που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού (level playing field) μεταξύ των ευρωπαϊκών και των εισαγόμενων προϊόντων, ενώ παράλληλα προστατεύονται οι βιομηχανικές επενδύσεις εντός της Ένωσης.
Η πολιτική για το υδρογόνο πρέπει να ενσωματωθεί πλήρως στη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για τη βιομηχανική ανθεκτικότητα (industrial resilience), τη στρατηγική αυτονομία (strategic autonomy) και την οικονομική ασφάλεια (economic security).
Η δημιουργία ευρωπαϊκών αγορών πρωτοπορίας (lead markets) για τον πράσινο χάλυβα (green steel), τα λιπάσματα χαμηλών εκπομπών (low-emission fertilisers) και τα βιώσιμα συνθετικά αεροπορικά καύσιμα (eSAF) αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη προϋπόθεση για τη δημιουργία σταθερής ζήτησης και επενδυτικής βεβαιότητας. Οι τομείς αυτοί είναι καθοριστικοί για την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας και για τη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν στην αγορά καθαρού υδρογόνου να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο.
Τα καθαρά μόρια (clean molecules) δεν αποτελούν συμπληρωματική ή δευτερεύουσα επιλογή απέναντι στον εξηλεκτρισμό. Αποτελούν βασικό πυλώνα της βιομηχανικής μεταμόρφωσης (industrial transformation) της Ευρώπης. Σε πολλές εφαρμογές η ηλεκτρική ενέργεια είναι σαφώς η καλύτερη λύση. Σε άλλες όμως, οι υφιστάμενες υποδομές μεταφοράς και αποθήκευσης αερίων και υγρών καυσίμων προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα ως προς το κόστος, τη μακροχρόνια αποθήκευση (long-term storage), τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων και την ταχύτητα ανάπτυξης.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να βασιστεί σε μια τεχνητή αντιπαράθεση μεταξύ ηλεκτρισμού και καθαρών μορίων. Χρειαζόμαστε μια πραγματική συνεργασία μεταξύ του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και του τομέα των καθαρών μορίων (partnership between the electricity and molecule sectors), με μοναδικό στόχο την οικονομικά αποδοτική μείωση των εκπομπών και τον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Για να δημιουργηθούν αξιόπιστες συνθήκες επενδύσεων, οι υποχρεώσεις χρήσης υδρογόνου πρέπει να συνοδεύονται από αποτελεσματικά εργαλεία ενίσχυσης της ζήτησης (demand-side instruments), εναρμονισμένους κανόνες συμμόρφωσης (harmonised compliance rules), αξιόπιστους μηχανισμούς κυρώσεων και σαφή ορατότητα πέραν του 2035.
Οι δημοπρασίες (auctions), οι μηχανισμοί δημιουργίας αγορών (lead-market mechanisms) και τα εργαλεία δημόσιων προμηθειών (procurement instruments) πρέπει να στηρίξουν ενεργά τη βιομηχανική μετάβαση και την ανάπτυξη της αγοράς.
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι Συμβάσεις Διαφοράς Άνθρακα (Carbon Contracts for Difference – CCfDs), οι οποίες έχουν ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους σε χώρες όπως η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Μέσω αυτών των μηχανισμών μειώνεται το επενδυτικό ρίσκο, περιορίζεται το κόστος μετάβασης και επιταχύνεται η ανάπτυξη νέων βιομηχανικών έργων.
Η μελλοντική Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης (Industrial Decarbonisation Bank) της Ευρώπης θα μπορούσε να αποτελέσει τον κεντρικό συντονιστικό φορέα αυτής της προσπάθειας, προσφέροντας ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης που θα λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις εθνικές πρωτοβουλίες και θα δημιουργούν αξιόπιστα σήματα τιμών για το καθαρό υδρογόνο μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών. Παράλληλα, θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά με εθνικούς μηχανισμούς, όπως το πρόγραμμα H2Global, επιταχύνοντας την ανάπτυξη της αγοράς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Παράλληλα, η εξέλιξη του ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (Emissions Trading System – ETS) απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Κάθε μελλοντική μεταρρύθμιση, συμπεριλαμβανομένων πιθανών μηχανισμών υπό όρους (conditional ETS mechanisms) ή συστημάτων δωρεάν δικαιωμάτων υπό προϋποθέσεις (conditional free allowance systems), πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν θα αποδυναμώνει τα επιχειρηματικά κίνητρα για επενδύσεις σε υδρογόνο και καθαρές βιομηχανικές τεχνολογίες.
Ο τελικός στόχος πρέπει να παραμείνει αμετάβλητος: η ταχύτερη δυνατή μείωση των εκπομπών, η ενίσχυση της βιομηχανικής ανθεκτικότητας (industrial resilience) της Ευρώπης, η μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων (strategic dependencies) και η δημιουργία παγκοσμίως ανταγωνιστικών καθαρών βιομηχανικών αλυσίδων αξίας (clean industrial value chains) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ ηλεκτρισμού και υδρογόνου. Το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσουμε κάθε διαθέσιμο εργαλείο για να πετύχουμε ταχύτερη απανθρακοποίηση, ισχυρότερη βιομηχανία και μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται μια μετάβαση που απλώς μειώνει τις εκπομπές. Χρειάζεται μια μετάβαση που δημιουργεί ανάπτυξη, επενδύσεις, θέσεις εργασίας και στρατηγική ισχύ.
Σε αυτή την προσπάθεια, το καθαρό υδρογόνο δεν αποτελεί επιλογή πολυτελείας. Αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα.
Ο Γιώργος Χατζημαρκάκης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Hydrogen Europe.
To άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2026 που εξέδωσε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress.