Κρίσιμες πρώτες ύλες: Η Ευρώπη μένει πίσω στην κούρσα με τις ΗΠΑ

Κρίσιμες πρώτες ύλες: Η Ευρώπη μένει πίσω στην κούρσα με τις ΗΠΑ

Κρίσιμες πρώτες ύλες: Η Ευρώπη μένει πίσω στην κούρσα με τις ΗΠΑ
18 09 2026 | 09:21

Η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει ακόμη μία κρίσιμη μάχη βιομηχανικής πολιτικής, αυτή των πρώτων υλών που βρίσκονται στον πυρήνα της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Παρά τους φιλόδοξους στόχους και τη δημιουργία λίστας στρατηγικών έργων, η χρηματοδότηση παραμένει κατακερματισμένη και δεκάδες επενδύσεις βρίσκονται ήδη σε κίνδυνο.

Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, περίπου 18 μήνες μετά την επιλογή των πρώτων στρατηγικών έργων από την Ευρωπαϊκή Ενωση, 23 από αυτά βρίσκονται σε «άμεσο κίνδυνο», όπως προειδοποιούν οι ίδιοι οι φορείς τους σε κοινή επιστολή προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Για ένα από τα έργα είναι ήδη αργά. Η γαλλική Viridian Lithium, η οποία σχεδίαζε να καλύπτει έως και το 10% της ευρωπαϊκής ζήτησης λιθίου για μπαταρίες, οδηγήθηκε σε πτώχευση τον Μάρτιο.

Η Κομισιόν αναφέρει ότι από τον περασμένο Δεκέμβριο έχουν κινητοποιηθεί 1,7 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση στρατηγικών έργων. Η σύγκριση με τις ΗΠΑ, όμως, είναι δύσκολη. Η κυβέρνηση Τραμπ αναφέρει ότι έχει εγκρίνει 160 συμφωνίες στον τομέα των ορυκτών, συνολικής αξίας άνω των 40 δισ. δολαρίων.

Για το Reuters, η δυσκολία της Ε.Ε. να χρηματοδοτήσει ακόμη και τα έργα που η ίδια έχει χαρακτηρίσει στρατηγικά είναι ενδεικτική των προβλημάτων που αντιμετωπίζει στην προσπάθειά της να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.

Κατακερματισμένη χρηματοδότηση

«Η επιλογή της Viridian ως στρατηγικού έργου της Ε.Ε. αποδείχθηκε κατάρα», λέει ο πρώην εμπορικός διευθυντής της εταιρείας Luc Pez. Η χρηματοδότηση που αναμενόταν δεν ήρθε ποτέ, ενώ οι ιδιώτες επενδυτές έχασαν την υπομονή τους και αποχώρησαν.

Η Viridian δεν φαίνεται να αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Το ανεξάρτητο think tank ODI, σε έλεγχο που δημοσίευσε τον Ιούνιο για την ευρωπαϊκή πολιτική κρίσιμων πρώτων υλών, δεν εντόπισε στοιχεία χρηματοδοτικής δέσμευσης για το 40% των έργων.

Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, είναι ότι η χρηματοδότηση κατανέμεται μεταξύ πολλών διαφορετικών γενικών διευθύνσεων της Κομισιόν. Οι πληροφορίες για έργα και πρωτοβουλίες παραμένουν διάσπαρτες, ενώ δεν υπάρχει επαρκής παρακολούθηση των αποτελεσμάτων.

Την ώρα που οι ΗΠΑ έχουν επιλέξει μια περισσότερο κεντρικά συντονισμένη προσέγγιση για την οικοδόμηση αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών, η ευρωπαϊκή διαδικασία παραμένει πολύ πιο σύνθετη.

Ο χαρακτηρισμός ενός έργου ως «στρατηγικού» υποτίθεται ότι θα επιτάχυνε αδειοδοτήσεις και διαδικασίες. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα.

Στόχοι χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη χρηματοδότηση. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Υλες του 2024 προβλέπει ότι έως το 2030 η Ε.Ε. θα πρέπει να καλύπτει από δική της εξόρυξη το 10% των αναγκών της, από επεξεργασία εντός Ευρώπης το 40% και από ανακύκλωση το 25%.

Παράλληλα, προβλέπεται ότι έως το τέλος της δεκαετίας καμία τρίτη χώρα δεν θα πρέπει να καλύπτει πάνω από το 65% των εισαγωγών μιας στρατηγικής πρώτης ύλης.

Ωστόσο, οι στόχοι δεν είναι δεσμευτικοί, αφορούν μόνο ένα υποσύνολο 17 μετάλλων και, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, δεν στηρίζονται πάντα σε επαρκή τεκμηρίωση.

Το ίνδιο και το τελλούριο, για παράδειγμα, δεν περιλαμβάνονται στις στρατηγικές πρώτες ύλες της Ε.Ε., παρότι χρησιμοποιούνται σε τεχνολογίες της ενεργειακής μετάβασης και περιλαμβάνονται σε αντίστοιχες λίστες άλλων χωρών.

Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα δημιουργεί το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκοί στόχοι υπολογίζονται συνολικά για όλες τις στρατηγικές πρώτες ύλες, παρότι οι αλυσίδες εφοδιασμού τους διαφέρουν δραματικά.

Ο χαλκός, για παράδειγμα, αντιστοιχεί περίπου στο 18% των ευρωπαϊκών στρατηγικών έργων, μολονότι η σημερινή παραγωγή εξορυσσόμενου και επεξεργασμένου χαλκού στην Ε.Ε. βρίσκεται ήδη πάνω από τα όρια που έχουν τεθεί για το 2030, σύμφωνα με το ODI.

Αντίθετα, τα έργα για σπάνιες γαίες είναι μόλις πέντε και τα τρία αφορούν ανακύκλωση, παρά την σχεδόν απόλυτη εξάρτηση της Ευρώπης από την Κίνα.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει προειδοποιήσει ότι η πολιτική της Ε.Ε. στις πρώτες ύλες μπορεί να έχει τη σωστή κατεύθυνση, αλλά «στηρίζεται σε ελλιπή θεμέλια».

Το κενό στην έρευνα

Ενα ακόμη αδύναμο σημείο είναι οι επενδύσεις στην εξερεύνηση νέων κοιτασμάτων. Σύμφωνα με ανάλυση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, οι δαπάνες της Ε.Ε. για έρευνα είναι έξι έως επτά φορές χαμηλότερες από εκείνες ανταγωνιστικών οικονομιών.

Η ΕΤΕπ εκτιμά ότι οι σχετικές επενδύσεις θα πρέπει να αυξηθούν περίπου στο δεκαπλάσιο, φθάνοντας τα 2 δισ. ευρώ ετησίως για την επόμενη πενταετία, ώστε να δημιουργηθεί επαρκής βάση για νέα μεταλλευτικά έργα.

Ακόμη και όταν υπάρχουν οικονομικά αξιοποιήσιμα κοιτάσματα, οι αδειοδοτήσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικό εμπόδιο, με σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα.

Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή βιομηχανία επεξεργασίας μετάλλων βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλό ενεργειακό κόστος και ισχυρό ανταγωνισμό, κυρίως από την Κίνα.

Με αυτά τα δεδομένα, η επίτευξη των στόχων του 2030 γίνεται όλο και δυσκολότερη. Και όσο καθυστερούν οι επενδύσεις και η δημιουργία εγχώριων αλυσίδων εφοδιασμού, τόσο παραμένει η εξάρτηση της Ευρώπης από τρίτες χώρες για τις πρώτες ύλες που απαιτούνται για μπαταρίες, δίκτυα, ηλεκτρικά οχήματα και άλλες τεχνολογίες της πράσινης μετάβασης.

(moneyreview.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM