ΕΕ: Υπό εξέταση φόρος στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών
Φόρο στα υπερκέρδη των εταιρειών που επωφελούνται από τη μεταβλητότητα των τιμών της ενέργειας είναι μία από τις προτάσεις που συζητούνται μεταξύ των υπουργών Οικονομικών της ΕΕ που συναντώνται στο Δουβλίνο, την Παρασκευή και το Σάββατο, στις τακτικές συνεδριάσεις του Eurogroup και του Συμβουλίου Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων.
Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να συνεχίζεται, οι τιμές του αργού πετρελαίου Brent έχουν ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι και η ακραία μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας τροφοδοτεί τον πληθωρισμό σε όλη την Ένωση, ο οποίος δεν αναμένεται να επιστρέψει στον στόχο του 2% πριν από το τέλος του 2027.
Παρότι οι δείκτες ανάπτυξης παραμένουν ικανοποιητικοί φέτος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης το 2027.
Η ΕΕ καλεί τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν συνετές δημοσιονομικές πολιτικές και να μείνουν εντός της υφιστάμενης δημοσιονομικής ευελιξίας ύψους 1,5% για αμυντικές δαπάνες, από την οποία έως 0,3% μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό των τιμών της ενέργειας.
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αυξάνει σταδιακά τα επιτόκια για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό.
"Υπάρχουν αρκετά κράτη μέλη που προωθούν αυτή την πρωτοβουλία, αποτελεί μέρος των συζητήσεών μας", δήλωσε την Παρασκευή σε συνέντευξη Τύπου ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις, αναφερόμενος στον φόρο στα υπερκέρδη.
"Τα κράτη μέλη μπορούν ήδη να επιβάλουν φόρους στα υπερκέρδη σε εθνικό επίπεδο, εφόσον το αποφασίσουν. Από την πλευρά της Επιτροπής είμαστε έτοιμοι να στηρίξουμε εκείνα τα κράτη μέλη, επισημαίνοντας βέλτιστες πρακτικές και αναζητώντας μια καλή λύση για τη συνέχεια."
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ πιέζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρουσιάσει μοντέλα για φόρο στα υπερκέρδη, ζητώντας να υπάρχει κάποια πρόταση στο τραπέζι έως την επόμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, τον Οκτώβριο.
"Ξέρετε ότι παλεύω γι’ αυτό εδώ και πολύ καιρό, μαζί με άλλους Ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών", είπε ο Κλίνγκμπαϊλ στο περιθώριο της συνεδρίασης της Παρασκευής.
Την Παρασκευή, υπέρ της πρότασης τάχθηκε και ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών Κάρλος Κουέρπο.
"Καταφέρνουμε να μειώσουμε τους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις, τη βιομηχανία, τις μεταφορικές εταιρείες, και αυτό γίνεται σε βάρος των χρημάτων των φορολογουμένων. Πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρχουν δικαιότεροι τρόποι να κατανεμηθεί αυτό το κόστος", είπε ο Κουέρπο.
Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκιούρ εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός απέναντι στην πρόταση.
"Αυτό το [ενεργειακό] σοκ μπορεί να έχει διαφορετικές επιπτώσεις σε διαφορετικές χώρες. Πιστεύουμε ότι, όποιες κι αν είναι οι συζητήσεις μας, όποια δουλειά κι αν έχει γίνει, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας", είπε πριν από τη συνεδρίαση της Παρασκευής, διευκρινίζοντας ότι η Γαλλία έχει ένα "μεγαλύτερο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής".
Σε ευθεία ερώτηση για το αν στηρίζει ή όχι την πρόταση, ο Λεσκιούρ απάντησε ότι στηρίζει κάθε εργασία που γίνεται, αλλά ότι "δεν μπορώ να υποστηρίξω κάτι πριν το δω".
"Θα δω ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς και μετά θα κάνουμε τη συζήτηση."
Φόροι στην ενέργεια: το μεγαλύτερο μέρος της τελικής τιμής
Παρότι η ενεργειακή κρίση πλήττει ολόκληρη την Ένωση, δεν επηρεάζονται όλα τα κράτη μέλη με τον ίδιο τρόπο, καθώς οι τιμές στα πρατήρια διαφέρουν σημαντικά.
Η Φινλανδία, η Δανία και η Ολλανδία, οι τρεις χώρες της ΕΕ που πληρώνουν σήμερα τα περισσότερα για το πετρέλαιο κίνησης, επιβάλλουν μερικούς από τους υψηλότερους φόρους στα καύσιμα παγκοσμίως, ανεβάζοντας πολύ τις λιανικές τιμές του ντίζελ.
Αντίθετα, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Βουλγαρία και η Πολωνία ορίζουν πολύ χαμηλότερους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, διατηρώντας έτσι τις τιμές στα πρατήρια σε χαμηλά επίπεδα.
Ωστόσο, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΕΕ που δημοσιεύθηκαν την Πέμπτη, η χώρα της Ένωσης που πληρώνει τα λιγότερα για το ντίζελ είναι η Μάλτα, με 1,20 ευρώ ανά λίτρο στην αντλία στις 14 Σεπτεμβρίου.
Η μεγάλη απόκλιση στις τιμές του ντίζελ σε όλη την ΕΕ οφείλεται κυρίως στις διαφορετικές εθνικές φορολογικές πολιτικές – στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τον ΦΠΑ – που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της λιανικής τιμής του πετρελαίου κίνησης.
Ωστόσο, η διαφορά ανάμεσα στην τιμή του ντίζελ, πριν και μετά τους φόρους, είναι εντυπωσιακή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν την Πέμπτη, στη Φινλανδία η τιμή του ντίζελ ήταν 1,48 ευρώ ανά λίτρο πριν από τους φόρους και 2,50 ευρώ μετά τους φόρους.
Υψηλά κατατάσσεται και η Δανία, με τιμή ντίζελ 1,43 ευρώ πριν από τους φόρους και 2,50 ευρώ το λίτρο μετά, ενώ οι πολίτες της Ολλανδίας θα πλήρωναν μόλις 1,50 ευρώ το λίτρο χωρίς φόρους και 2,49 ευρώ με τους φόρους.
Η Γαλλία, η οποία έχει το τρίτο υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ, έχει επιλέξει να προσφέρει στοχευμένη στήριξη στους κλάδους που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στο σοκ των τιμών, αντί να μειώσει καθολικά τους φόρους στα καύσιμα.
Ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνί ζήτησε από τους υπουργούς να παρατείνουν έως τις 31 Δεκεμβρίου τη στήριξη προς τους κλάδους που πλήττονται περισσότερο από το αυξημένο κόστος ενέργειας. Την ίδια στιγμή, η τιμή του ντίζελ στα γαλλικά πρατήρια ήταν 2,29 ευρώ το λίτρο στις 14 Σεπτεμβρίου, έναντι 1,30 ευρώ πριν από τους φόρους.
Η διαθέσιμη διυλιστική ικανότητα σε κάθε περιοχή ενισχύει ακόμη περισσότερο τις διαφορές στις τιμές της ενέργειας. Όλες οι χώρες της ΕΕ αγοράζουν αργό πετρέλαιο από τις ίδιες ευμετάβλητες διεθνείς αγορές, όμως η τελική τιμή που πληρώνουν οι οδηγοί στην αντλία εξαρτάται από το αν υπάρχει επαρκής δυναμικότητα διύλισης σε κοντινή απόσταση, πόσο εύκολα μπορούν να μεταφερθούν καύσιμα από άλλες περιοχές και πόσο αποτελεσματικά μπορούν τα τοπικά διυλιστήρια να επεξεργαστούν τον συγκεκριμένο τύπο αργού πετρελαίου.
Σε μια διαταραχή της προσφοράς όπως αυτή που βιώνει αυτή τη στιγμή η ΕΕ, οι χώρες με διαθέσιμη πρόσθετη διυλιστική ικανότητα, διαφοροποιημένες οδούς εισαγωγής και ισχυρούς δεσμούς με γειτονικές αγορές καυσίμων μπορεί να καταφέρουν να απορροφήσουν πιο εύκολα τους κραδασμούς.
(Euronews.gr)