Ανώτατο όριο 3,5 €/MWh για υπηρεσίες εξισορρόπησης προτείνουν οι προμηθευτές - Ζητούν αναδρομική εφαρμογή των ορίων και επιστροφή εντός του 2020
Εκτός από τη μείωση, ακόμα περισσότερο, των ορίων που έχει εισηγηθεί η ΡΑΕ για τις προσφορές των Παρόχων Υπηρεσιών Εξισορρόπησης, δηλαδή των θερμικών παραγωγών, οι προμηθευτές προτείνουν να τεθεί επιπλέον, κατά το μεταβατικό διάστημα, και ανώτατο λογιστικό όριο αποζημίωσης για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών (ανοδικής/καθοδικής ενέργειας και ισχύος εξισορρόπησης), ύψους 3,5 €/MWh.
Η τιμή αυτή, όπως υποστηρίζουν, μαζί με το κόστος του ΛΠ-1 (απώλειες Συστήματος) καταλήγει σε συνολικό κόστος της τάξης των 5 €/MWh, που είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με πληροφορίες του energypress, τρείς από τις μη καθετοποιημένες εταιρείες προμήθειας συμμετείχαν από κοινού στη διαβούλευση της ΡΑΕ που έληξε χθες και κατέθεσαν συγκεκριμένες και λεπτομερείς προτάσεις για την υπέρβαση, τόσο σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο όσο και σε μακροπρόθεσμο, του προβλήματος που έχει δημιουργηθεί με τις πολύ αυξημένες τιμές στην αγορά εξισορρόπησης του target model.
Πέραν της θέσπισης του παραπάνω ορίου, οι προμηθευτές θέτουν με έμφαση την ανάγκη τα όρια στις τιμές τόσο της Ενέργειας όσο και της Ισχύος Εξισορρόπησης να εφαρμοστούν αναδρομικά από την έναρξη της Αγοράς Εξισορρόπησης την 1ηΝοεμβρίου 2020, με τιμολόγηση μάλιστα εντός της λογιστικής χρήσης του 2020 για να αποφευχθούν σημαντικά ζητήματα λογιστικής και ελεγκτικής φύσεως.
Οι προμηθευτές κάνουν λόγο για "βίαιη μεταφορά πλούτου" που προέκυψε μεταξύ των Συμμετεχόντων στην αγορά από την 1η Νοεμβρίου και μετά, ενώ προειδοποιούν ότι η αναδρομική εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων και η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας της Αγοράς Εξισορρόπησης από την πρώτη κιόλας ημέρα, αποτελεί την "ύστατη λύση για την αποφυγή νομικών διενέξεων μεταξύ όλων των εμπλεκομένων".
Πάντως οι προμηθευτές χαιρετίζουν την αναγνώριση εκ μέρους της ΡΑΕ ότι το κόστος που προέκυψε κατά το αρχικό διάστημα λειτουργίας της αγοράς εξισορρόπησης από την 1ηΝοεμβρίου 2020 έως σήμερα, ήταν αδικαιολόγητα υψηλό, καθώς και ότι ενδέχεται να οφείλεται «...και σε επιμέρους στρατηγικές συμμετεχόντων, ιδίως όσων τελούν σε θέση ισχύος».
Επισημαίνουν ότι η υφιστάμενη εκδοχή του Target Model στη χώρα μας υπήρξε μερική, αποσπασματική και επιλεκτική, χωρίς να έχουν ενεργοποιηθεί στο σύνολό τους οι προδιαγραφές που προβλέπονται από τις σχετικές Ευρωπαϊκές οδηγίες πριν από την έναρξη λειτουργίας των νέων αγορών. Όπως λένε, η ατελής αυτή αρχιτεκτονική οδήγησε σε μια στρεβλή και ασύμμετρη λειτουργία των νέων αγορών, δημιουργώντας προϋποθέσεις μειωμένης ρευστότητας, αδιαφάνειας και χειραγώγησης σε μία αγορά, ούτως ή άλλως, χαμηλού βαθμού ανταγωνισμού.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ευδοκιμήσουν στρατηγικές που είχαν αυξήσει κατακόρυφα το συνολικό κόστος της αγοράς, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη συγκριτική παράθεση του κόστους εξισορρόπησης της Ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Αναφέρουν μάλιστα συγκριτικά στοιχεία: Στην Ελλάδα το κόστος εξισορρόπησης ανήλθε στα εξωφρενικά υψηλά επίπεδα των 27.83€/MWh για την περίοδο 1/11/2020έως 6/12/2020, με το μέσο Ευρωπαϊκό κόστος να κινείται στην πλειονότητα των Ευρωπαϊκών χωρών περί το 1 €/MWh με ακριβότερη αγορά αυτή της Ρουμανίας (λίγο πάνω από τα 5€/MWh).
Οι προμηθευτές αξιολογούν ως πολύ σημαντική την άμεση και έγκαιρη αντίδραση του Υπουργού Ενέργειας που προχώρησε σε παραίνεση προς τις εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για οικειοθελή συγκράτηση των τιμών προσφορών τους σε επίπεδα λογικής.
Αλλά τα προβλήματα στην αγορά εξισορρόπησης δεν μπορούν να διευθετηθούν σε μακροχρόνια και βιώσιμη βάση με αυτόν τον τρόπο, αναφέρουν, αντίθετα και μόνο το γεγονός ότι μειώθηκε ως ένα βαθμό, προσωρινά, το εξωφρενικά υψηλό κόστος των χρεώσεων των Λογαριασμών Προσαυξήσεων κατόπιν της προτροπής του Υπουργού, καταδεικνύει την απόλυτη δυνατότητα επηρεασμού του επιπέδου τιμών εκ μέρους των συμμετεχόντων στο συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς.
Οι προμηθευτές θεωρούν ότι το διάστημα ισχύος των προσωρινών μέτρων για τις προσφορές πρέπει να συνδεθεί με την επίτευξη με την επίτευξη άρσης των στρεβλώσεων που προκαλούν το τεχνητά αυξημένο κόστος.
Υπ’ αυτήν την έννοια, υποστηρίζουν, η ΡΑΕ οφείλει να ορίσει ξεκάθαρα ορόσημα (milestones) των οποίων η συνολική επίτευξη θα σημαίνει και την άρση του προτεινόμενου μέτρου, αλλιώς, μετά την άρση των προσωρινών μέτρων, θα επανέλθουν εκ νέου οι ακραίες καταστάσεις που βίωσε η αγορά κατά τις πρώτες εβδομάδες λειτουργίας της αγοράς εξισορρόπησης.
Με βάση αυτή τη λογική, οι προμηθευτές προτείνουν συγκεκριμένους στόχους, σε βραχυπρόθεσμο και μακροχρόνιο επίπεδο, που θα πρέπει να έχουν επιτευχθεί για να αρθούν τα όρια που θα τεθούν.