Το ανυπολόγιστο τίμημα της ασφάλειας εφοδιασμού
του Γιώργου Στάμτση

Το ανυπολόγιστο τίμημα της ασφάλειας εφοδιασμού

30 06 2017 | 08:00

Η ενεργειακή κρίση τον Δεκέμβριο του 2016 και τον Ιανουάριο του 2017, κατέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο τα σοβαρότατα ζητήματα ασφάλειας εφοδιασμού που αντιμετωπίζει η χώρα μας, τόσο στον τομέα του ηλεκτρισμού, όσο και σε αυτόν του φυσικού αερίου.

Τα προηγούμενα χρόνια εκπρόσωποι από την πολιτική σκηνή, αρμόδιους φορείς αλλά και κάποιοι συμμετέχοντες στην αγορά καλλιεργούσαν μία ψευδεπίγραφη αίσθηση πολύ μεγάλης επάρκειας ηλεκτρικής ισχύος. Κατά κανόνα όμως – και αυτό φανέρωσαν τα πρόσφατα γεγονότα - αποκρύπτοντας την πραγματική κατάσταση όσον αφορά στην ασφάλεια εφοδιασμού, μην ολοκληρώνοντας το σχεδιασμό της αγοράς και μην αφήνοντας να αναπτυχθούν επαρκή οικονομικά σήματα, οδηγούμαστε σε διακινδύνευση της ασφάλειας εφοδιασμού, η οποία για να αντιμετωπιστεί κοστίζει πολύ περισσότερο τελικά στον καταναλωτή.

Το ελληνικό σύστημα ηλεκτρισμού παρουσίασε τον περασμένο χειμώνα αιχμές ζήτησης όχι πρωτοφανείς, οι οποίες όμως μόνο οριακά έγινε δυνατό να καλυφθούν. Πρέπει να αναζητηθούν λοιπόν οι αιτίες γιατί το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα δυσκολεύτηκε τόσο να σηκώσει το βάρος της ζήτησης, σε σημείο που να απειλείται με μπλακ άουτ. Πολύ περισσότερο δε όταν οι αιχμές που εμφανίστηκαν είχαν προβλεφθεί από τον ΑΔΜΗΕ ήδη έξι μήνες νωρίτερα στη Μελέτη Επάρκειας Ισχύος 2017-2023 και είχαν πλησιάσει στα ίδια επίπεδα και τα προηγούμενα χρόνια. Δεν έχει νόημα να επεκταθούμε στο γιατί και πώς βρέθηκαν σε συντήρηση δυο μονάδες της ΔΕΗ μέσα στο καταχείμωνο, αποστερώντας από το σύστημα περίπου 500 MW. Ακόμα και αν δεν βρίσκονταν σε συντήρηση, δεδομένης γενικά της παλαιότητας των μονάδων του λιγνιτικού στόλου της ΔΕΗ, θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται εκτός λόγω βλάβης.

Το ερώτημα που πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά είναι γιατί το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει αυτά τα 500 MW που του έλειπαν.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει βάλει από καιρό στον πυρήνα των προτεραιοτήτων της τη δημιουργία μίας Ενεργειακής Ένωσης, ώστε οι χώρες μέσω διασυνδέσεων αλλά και ενοποιημένων αγορών να μπορούν να αλλητροφοδοτούνται με ενέργεια, είτε για να επιτυγχάνουν ασφάλεια εφοδιασμού, είτε για να επιτυγχάνουν χαμηλότερο κόστος ενέργειας. Το διασυνοριακό εμπόριο όμως είναι αγορά, και άρα λειτουργεί με το δεδομένο ότι όταν υπάρχει έλλειμμα ενός αγαθού σε μία χώρα – εν προκειμένω ηλεκτρικής ενέργειας – οι τιμές αυξάνονται κι άρα οι γειτονικές χώρες έχουν κίνητρο να εξάγουν το δικό τους πλεόνασμα ενέργειας σε υψηλότερη τιμή από ό,τι θα το πωλούσαν εντός των δικών τους συνόρων.

Το πρόβλημα της χώρας μας τον περασμένο χειμώνα ήταν ότι η εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού είναι με τέτοιο τρόπο διαμορφωμένη, ώστε ακόμα και σε συνθήκες υψηλής ζήτησης, οι τιμές δεν αντανακλούν την πραγματική αξία της ηλεκτρικής ενέργειας, κι άρα δεν παρείχαν κίνητρο για τις απαραίτητες εισαγωγές όταν τις χρειαζόταν το ελληνικό ηλεκτρικό Σύστημα. Ενδεικτικό αυτής της θέσης είναι το γεγονός ότι αν δει κανείς τις ωριαίες τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς της Ουγγαρίας -που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό αν η περίσσεια ενέργειας θα κατευθυνόταν προς τη βόρεια και κεντρική Ευρώπη ή προς τη νότια Ευρώπη και τα Βαλκάνια- τις κρίσιμες ημέρες (20-23 Δεκεμβρίου 2016 και 9-10 Ιανουαρίου 2017) και τις κρισιμότερες ώρες (13.00-24.00 από πλευράς ζήτησης για το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα), θα παρατηρήσει ότι η ελληνική αγορά πρόσφερε υψηλότερες τιμές μόνο στις 6 από τις συνολικά 72 υπό εξέταση ώρες.

Το ερώτημα είναι βεβαίως γιατί κατά τις ώρες πολύ αυξημένης ζήτησης και ουσιαστικά κινδύνου περικοπών η ελληνική αγορά δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τα απαραίτητα βραχυπρόθεσμα ισχυρά οικονομικά σήματα –δηλαδή αυξημένες τιμές ενέργειας στη διάρκεια κάποιων λίγων ωρών- ώστε να προσελκύσει την απαραίτητη ενέργεια από άλλες αγορές.

Πρώτον, διότι παρουσιάζεται διαχρονικά μια αναντιστοιχία –παρατηρούνται δηλαδή σημαντικές αποκλίσεις- μεταξύ της δηλωθείσας διαθέσιμης ισχύος των λιγνιτικών μονάδων και της παραγωγής τους στον πραγματικό χρόνο. Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια υπερπροσφορά κατά την επίλυση της αγοράς της προηγούμενης ημέρας η οποία όμως δεν υλοποιείται κατά τον πραγματικό χρόνο. Το κενό αυτό έρχονται συνήθως να καλύψουν στον πραγματικό χρόνο είτε μονάδες φυσικού αερίου είτε υδροηλεκτρικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις κρίσιμες ημέρες του περασμένου χειμώνα οι μόνες φορές που οι τιμές ουσιαστικά αυξήθηκαν ήταν όταν πια περιορίστηκε σημαντικά η υδροηλεκτρική παραγωγή λόγω εξάντλησης των αποθεμάτων στους ταμιευτήρες.

Δεύτερον, η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού είναι ελλιπής ως προς το σχεδιασμό της. Συνεχίζει να καλύπτει, ουσιαστικά, ένα μόνο χρονικό επίπεδο –αυτό της προημερήσιας αγοράς. Ούτε ενδοημερήσια αγορά, ούτε αγορά εξισορρόπησης, ούτε προθεσμιακή αγορά υπάρχει και μάλιστα δεν φαίνεται πιθανή η λειτουργία τους πριν από το πρώτο εξάμηνο του 2018, με βάση και τα όσα αναφέρει ο ΑΔΜΗΕ στο πρόσφατο Δεκαετές Πλάνο Ανάπτυξης που έθεσε σε διαβούλευση. Η απουσία αυτών των επιμέρους αγορών περιορίζει κατά πολύ τις δυνατότητες για αποκάλυψη της πραγματικής αξίας του ηλεκτρισμού –ιδίως σε περιόδους πολύ αυξημένης ζήτησης- κι έτσι από τη μια σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα δεν δίνονται τα απαραίτητα σήματα για δημιουργία και διατήρηση της απαραίτητης ποσότητας διαθέσιμης ισχύος ενώ σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα δεν μπορεί να διασφαλιστεί η ροή ενέργειας από τις γειτονικές αγορές προς την ελληνική.

Τρίτον, δεν υπάρχει ουσιαστικά οργανωμένη αγορά φυσικού αερίου –παρά μόνο διμερείς συμβάσεις- και επιμέρους αγορά εξισορρόπησης φυσικού αερίου. Λόγω αυτής της έλλειψης πρώτον δεν μπορούσε η ελληνική αγορά να στείλει ισχυρό οικονομικό σήμα για την έγκαιρη διασφάλιση των απαραίτητων ποσοτήτων φυσικού αερίου και δεύτερον δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί σε πραγματικό χρόνο - και κατ’ επάκταση να συμπεριληφθεί στις τιμές προσφοράς που οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο κάνουν στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού- το έξτρα κόστος που προέκυπτε λόγω της αυξημένης κατανάλωσης καυσίμου. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η κρίση κατέδειξε και την υποεκτίμηση της σημασίας και της δυναμικής του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, όπως και το ότι ακόμη και μεταξύ των αρμοδίων δεν έχει καταστεί σαφής η αλληλεξάρτηση αγοράς ηλεκτρισμού και αγοράς φυσικού αερίου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και εν μέσω της κρίσης και ενώ οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο βρέθηκαν να καλύπτουν ακόμα και το 60% των αναγκών του Συστήματος, ακούγονταν προτάσεις για περιορισμό της χρήσης τους, λόγω έλλειψης καυσίμου, έλλειψη άμεσα συνδεδεμένη με την απουσία αγοράς φυσικού αερίου, αλλά και επάρκειας των υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου. Προτάσεις που προφανώς αγνοούσαν ότι οι μονάδες σε πραγματικό χρόνο λειτουργούν κατ’ εντολή του ΑΔΜΗΕ κι όχι κατά βούληση και άρα ούτε θα μπορούσαν αυτόνομα να περικόψουν την κατανάλωσή τους, αλλά ακόμα και να μπορούσαν αυτό θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μπλακ άουτ, αφού θα μεγάλωνε το έλλειμμα ισχύος που ήδη υπήρχε.

Συμπερασματικά, ήταν πρωτίστως οι διαχρονικές αστοχίες και παραλείψεις σχεδιασμού της αγοράς που οδήγησαν στην ενεργειακή κρίση. Ενδεικτικό αυτού είναι και το γεγονός ότι παρότι από τον Αύγουστο του 2015, έχει προβλεφθεί στο πλαίσιο του 3ου Μνημονίου, ο σχεδιασμός και η λειτουργία μόνιμης αγοράς διαθέσιμης ισχύος για την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, παρότι από τις 30 Απριλίου έχει λήξει ο Προσωρινός Μηχανισμός Αποζημίωσης Ευελιξίας και παρότι έχει μεσολαβήσει η ενεργειακή κρίση που κατέρριψε εκκωφαντικά το μύθο της υπερεπάρκειας ισχύος, απέχουμε ακόμη σημαντικά από την προκοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μίας μόνιμης αγοράς για τη διασφάλισης επαρκούς διαθέσιμης ισχύος, αφήνοντας το ηλεκτρικό σύστημα για ακόμη μια φορά έκθετο.

Η διαχείριση της ενεργειακής κρίσης απέδειξε αυτό που είναι γνωστό σε όλες τις κρίσεις: η θεραπεία είναι πάντα πιο ακριβή από την πρόληψη. Κόστη που αποκρύπτονται και που τεχνηέντως επιχειρείται να αποφευχθούν, τελικά γυρίζουν πίσω πολλαπλάσια και εις βάρος του καταναλωτή. Οι μικροπολιτικές και ο λαϊκισμός στην ενέργεια έχουν κόστος και το τίμημά τους στην ασφάλεια εφοδιασμού είναι ανυπολόγιστο.

------------------------------------------------

Ο Γιώργος Στάμτσης είναι Γενικός Διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Ανεξάρτητων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΑΗ).

Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στον τόμο GREEK ENERGY 2017 που εξέδωσε για 6η συνεχόμενη χρονιά το επιτελείο του energypress

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM