Χαλυβουργία με ημερομηνία λήξης αν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση
«Η χαλυβουργία εάν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση, έχει ημερομηνία λήξης». Με τη δήλωση αυτή περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στον κλάδο, ο γενικός διευθυντής της Σιδενόρ, Νίκος Μαρίου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ», μία ημέρα πριν από την απόφαση της Χαλυβουργικής να θέσει σε διαθεσιμότητα για 6 εβδομάδες σχεδόν το σύνολο του προσωπικού της. Το μεγάλο χτύπημα για τον κλάδο, σύμφωνα με τον κ. Μαρίου, ήρθε από την ύφεση, η οποία εξαφάνισε το 85% της εγχώριας ζήτησης. Η βιωσιμότητα της ελληνικής χαλυβουργίας κρίνεται αυτή τη στιγμή από τις εξαγωγές, τονίζει. Το υψηλό κόστος ενέργειας όμως έχει αναιρέσει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ελληνικού χάλυβα, η ποιότητα του οποίου αναγνωρίζεται διεθνώς.
Μείωση κόστους
«Ως εταιρεία κάναμε ό,τι μπορούσαμε για την προσαρμογή της στο νέο περιβάλλον» τονίζει, αναφερόμενος στη Σιδενόρ. «Εξαντλήσαμε τα περιθώρια μείωσης του λειτουργικού κόστους και ολοκληρώσαμε σημαντικές επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής. Η βιωσιμότητά μας όμως στις παρούσες συνθήκες εξαρτάται αποκλειστικά από τις εξαγωγές γι’ αυτό και το θέμα της μείωσης του ενεργειακού κόστους είναι για μας μείζονος σημασίας».
«Οταν μιλάμε για εξαγωγές στον χάλυβα θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του τη μεταφορά» τονίζει, εξηγώντας ότι πρόκειται για προϊόν χαμηλής αξίας, το οποίο μπορείς να μεταφέρεις το πολύ 1.000 χλμ. από εκεί που το παράγεις. «Αρα μιλώντας για εξαγωγές, μιλάμε για τη γειτονιά μας» τονίζει, η οποία αυτή τη στιγμή λόγω της γενικότερης συγκυρίας σε χώρες όπως ο Λίβανος, η Συρία, η Αίγυπτος και η Λιβύη, περιορίζεται ουσιαστικά στην Αλγερία. «Σε αυτή τη χώρα παίζεται η μάχη επιβίωσης όλων των βιομηχανιών χάλυβα της Νότιας Ευρώπης. Ανταγωνιστές μας είναι οι χαλυβουργίες της Ισπανίας και της Ιταλίας, οι οποίες όμως δουλεύουν με σημαντικά χαμηλότερο μεταβλητό κόστος από εμάς και αυτό γιατί το ενεργειακό κόστος είναι φθηνότερο κατά 50% από το δικό μας» τονίζει ο κ. Μαρίου. Μόλις το 2011, 500.000 τόνοι ελληνικού χάλυβα πήγαν στην αγορά της Αλγερίας, πέρυσι πήγαν λίγο κάτω από 200.000 τόνοι και η πτωτική τάση συνεχίζεται. Στο ίδιο δε χρονικό διάστημα έχουν ενισχυθεί οι εξαγωγές στην Αλγερία από χαλυβουργεία της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.
«Είναι πράγματι εντυπωσιακοί οι τρόποι που έχουν εφεύρει οι Ισπανοί και οι Ιταλοί για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της χαλυβουργίας τους» δηλώνει και δίνει το παράδειγμα της ιταλικής χαλυβουργίας, η οποία ξεκινώντας με «τιμή Eurostat» στα 63 ευρώ η μεγαβατώρα, καταφέρνει να πληρώνει τελικά περίπου 30 ευρώ τη μεγαβατώρα.
«Είναι αδύνατον να ανταγωνιστούμε με αυτούς τους όρους» τονίζει.
Από τη ΔΕΗ, η χαλυβουργία περιμένει «έναν καλόπιστο διάλογο» δηλώνει ο κ. Μαρίου και αναφερόμενος στο εξώδικο της Σιδενόρ για τη διεκδίκηση τιμής στα 34 ευρώ η μεγαβατώρα, διευκρινίζει: «Η τιμή αυτή προκύπτει από μελέτη που κάναμε και η οποία στηρίζεται σε στοιχεία της ΔΕΗ. Δείχνει ότι το μεταβλητό κόστος των αποσβεσμένων λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ είναι κάτω από 30 ευρώ η μεγαβατώρα. Προτείνουμε 34 ευρώ γιατί εκτιμούμε ότι καμία επιχείρηση, όπως και εμείς, δεν μπορεί να δουλεύει κάτω από το μεταβλητό της κόστος».
Για τη ΔΕΗ
Ο γενικός διευθυντής της Σιδενόρ κατανοεί την απόφαση της ΔΕΗ να θέσει το θέμα του μεταβλητού κόστους υπό την έγκριση του κυρίου μετόχου μέσω της γενικής συνέλευσης. Σημειώνει ωστόσο ότι θα πρέπει να παρουσιάσει τα πραγματικά της κόστη σε μια λιγνιτική μονάδα και αυτό γιατί οι ενεργοβόρες μονάδες έγιναν με ένα σχεδιασμό που στηρίχτηκε στη σύνδεσή τους με ενέργεια που παράγεται από λιγνιτικά και υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Επισημαίνει δε και τη ζημία που θα έχει η ΔΕΗ από το κλείσιμο της χαλυβουργίας, διότι τότε ένα τουλάχιστον από τα λιγνιτικά εργοστάσια που σήμερα λειτουργούν τη νύχτα στο τεχνικό ελάχιστο θα κλείσει. Από την Πολιτεία, η χαλυβουργία αναμένει, σύμφωνα με τον κ. Μαρίου, να κατανοήσει το πρόβλημα και να παρέμβει άμεσα.
«Ενας ολόκληρος κλάδος χάνεται για 30 εκατ. ευρώ, τα οποία αν δοθούν μέσω της μείωσης του κόστους ρεύματος θα γυρίσουν στην ελληνική οικονομία μέσα σε ένα χρόνο. Θα πρέπει η Πολιτεία να αντιληφθεί το συνολικότερο πρόβλημα για την ελληνική οικονομία και την ελληνική κοινωνία, γιατί για κάθε εργαζόμενο στη χαλυβουργία αντιστοιχούν άλλες 6 θέσεις εργασίας στο σύνολο της αγοράς, οι οποίες κινδυνεύουν να χαθούν. Εάν δεν παρέμβει για τη διάσωση της χαλυβουργίας, οι επιπτώσεις θα είναι πολλαπλασιαστικές όπως και τα οφέλη στην αντίθετη περίπτωση» τονίζει.
«Η λύση δεν είναι να μεταναστεύσουμε ή να κλείσουμε. Εχουμε τεχνολογικά υπερσύγχρονες μονάδες. Εχουμε επενδύσει την τελευταία δεκαπενταετία πάνω από 750 εκατ. ευρώ και συνεχίζουμε να επενδύουμε. Ομως για πόσο διάστημα οι μέτοχοι θα μπορούν να καλύψουν ζημιές;».
(συνέντευξη στη Χρύσα Λιάγγου, Καθημερινή)