BBVA Research: Η υψηλή εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα και η ευκαιρία να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της
Ισχυρά εξαρτώμενη από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων παραμένει η Ευρώπη, εξακολουθώντας να καλύπτει το 75% της ζήτησης της σε πετρέλαιο μέσω καθαρών εισαγωγών το 2025, ενώ παρήγαγε μόνο το 10% του φυσικού αερίου που κατανάλωνε, παρουσιάζοντας ελάχιστη μεταβολή σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.
Σύμφωνα με έκθεση της BBVA Research, η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει μετατοπίσει την πηγή των εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία προς το Κατάρ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν έχει μεταβάλει ουσιαστικά τη σταδιακή μείωση της ενεργειακής έντασης των ορυκτών καυσίμων της Ευρώπης ανά μονάδα ΑΕΠ, η οποία παραμένει περίπου στο μισό εκείνης των Ηνωμένων Πολιτειών και στο ένα τρίτο εκείνης της Κίνας, γεγονός που αντανακλά μια διαρθρωτική έλλειψη εγχώριων ενεργειακών πόρων.
Οι γεωπολιτικές κρίσεις που επηρεάζουν τις αγορές ορυκτών καυσίμων επιταχύνουν τη στροφή προς πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα μόνο όταν υπάρχουν ήδη βιώσιμες και ανταγωνιστικές από πλευράς κόστους τεχνολογικές εναλλακτικές λύσεις. Τα ορυκτά καύσιμα συνεχίζουν να κυριαρχούν, ενώ η απανθρακοποίηση προχωρά αργά, περιοριζόμενη από τους μακρούς επενδυτικούς κύκλους και την αδράνεια των υφιστάμενων υποδομών.
Αυτό που τελικά οδηγεί στην αλλαγή δεν είναι τόσο οι προσωρινές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, όσο η αντίληψη για τον διαρκή κίνδυνο εφοδιασμού. Στο τρέχον πλαίσιο διαρθρωτικά υψηλότερου γεωπολιτικού κινδύνου, η ανάπτυξη των ΑΠΕ έχει τη δυνατότητα να επιταχυνθεί ταχύτερα από ό,τι σε προηγούμενες κρίσεις, καθώς το κόστος είναι σημαντικά χαμηλότερο και οι τεχνολογίες είναι πολύ πιο ώριμες από ό,τι πριν από δεκαετίες.
Ωστόσο, όπως σημειώνεται, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από μόνες τους δεν αρκούν για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Η ευρύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ συμβάλλει στη μείωση των χονδρικών τιμών, καθώς παρέχει ένα ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας που διαπραγματεύεται στη χονδρική αγορά με χαμηλότερο οριακό κόστος. Σύμφωνα με την έρευνα, μεταξύ του 2021 και του 2024, η αύξηση κατά 20% του μεριδίου των ανανεώσιμων στο ενεργειακό μείγμα της Ισπανίας, κατάφερε να μειώσει τις χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας κατά σχεδόν 20%, ενώ είναι πιθανό να υποχωρήσει ακόμα περισσότερο κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας, εφόσον επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα της χώρας.
Υπάρχει επίσης μια σαφής αρνητική συσχέτιση στις κύριες αγορές ηλεκτρικής ενέργειας της Ευρώπης μεταξύ του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα και της ευαισθησίας των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας στις τιμές του φυσικού αερίου.
Παρ’ όλα αυτά, η μείωση των χονδρικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από μόνη της δεν θα οδηγήσει σε μετασχηματισμό της ανταγωνιστικότητας με βάση την ενέργεια, εκτός αν αυτές οι εξοικονομήσεις φτάσουν στη λιανική αγορά και αντικατοπτριστούν στους λογαριασμούς ρεύματος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Τα κύρια εμπόδια παραμένουν τα σημεία συμφόρησης στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και η ανεπαρκής χωρητικότητα αποθήκευσης ενέργειας.
Όπως σημειώνει η BBVA Research, ενώ οι παγκόσμιες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν σχεδόν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, οι επενδύσεις στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας έχουν αυξηθεί μόνο κατά περίπου 20%. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της συμφόρησης στο δίκτυο, ο περιορισμός της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το υψηλότερο κόστος του συστήματος και οι καθυστερήσεις στον εξηλεκτρισμό.
Η πρόκληση είναι πλέον περισσότερο θεσμική και ρυθμιστική παρά τεχνολογική. Ο αποσπασματικός σχεδιασμός, οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης και τα ρυθμιστικά πλαίσια που έχουν σχεδιαστεί κυρίως για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου των «απομονωμένων περιουσιακών στοιχείων» έχουν επιβραδύνει την πιο μακροπρόθεσμη επέκταση της υποδομής του δικτύου. Η ψηφιοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη και η αποθήκευση ενέργειας μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και να αμβλύνουν τους περιορισμούς του συστήματος, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ανάγκη επέκτασης των φυσικών δικτύων μεταφοράς και διανομής. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η πρόκληση έγκειται στην αύξηση των επενδύσεων και στη βελτίωση του συντονισμού σε υπερεθνικό επίπεδο. Χωρίς θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο σχεδιασμού και αμοιβής των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, είναι απίθανο να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος στην αντιμετώπιση αυτών των σημείων συμφόρησης.
Με λίγα λόγια, οι ενεργειακές κρίσεις αναδεικνύουν τα αδύνατα σημεία και, ως εκ τούτου, αποκαλύπτουν ευκαιρίες. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτών των ευκαιριών απαιτεί αλλαγές στις πολιτικές που θα συμπληρώνουν τα κίνητρα που δημιουργεί η αγορά. Ο στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι η επόμενη ενεργειακή κρίση —η οποία αναπόφευκτα θα έρθει— θα αποτελεί λίγο περισσότερο ευκαιρία και λίγο λιγότερο πρόβλημα.