Στο αέριο συνεχίζουν να ποντάρουν οι βιομηχανίες – 18 νέες συνδέσεις το 2026 – Γιατί παραμένει ελκυστικό παρά την κρίση

Στο αέριο συνεχίζουν να ποντάρουν οι βιομηχανίες – 18 νέες συνδέσεις το 2026 – Γιατί παραμένει ελκυστικό παρά την κρίση

Στο αέριο συνεχίζουν να ποντάρουν οι βιομηχανίες – 18 νέες συνδέσεις το 2026 – Γιατί παραμένει ελκυστικό παρά την κρίση

Το φυσικό αέριο διατηρεί τη δυναμική του στην εγχώρια βιομηχανία, παρά την πρόσκαιρη άνοδο των τιμών που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Ως αποτέλεσμα, η διείσδυσή του συνεχίζεται με σταθερό ρυθμό, καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις το εντάσσουν στο ενεργειακό τους μείγμα, για να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα που αυτό παρέχει.

Ενδεικτικό αυτής της τάσης είναι ότι οι νέες συνδέσεις βιομηχανικών καταναλωτών κάθε άλλο παρά κάμψη παρουσιάζουν. Μέσα στο 2026 ήδη αγγίζουν τις 18, παίρνοντας τη σκυτάλη από το 2025, όταν συνδέθηκαν στο αέριο 41 βιομηχανικοί καταναλωτές. Το 2024 είχαν προστεθεί 25 νέοι βιομηχανικοί πελάτες, με τα στοιχεί να αποτυπώνουν επομένως μια σαφή ενίσχυση της διείσδυσης του καυσίμου στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή.

Μία πρώτη κατηγορία νέων πελατών είναι οι νέες βιομηχανικές εγκαταστάσεις που δημιουργούνται σε περιοχές με πρόσβαση στο δίκτυο αερίου. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτές οι επιχειρήσεις επιλέγουν το φυσικό αέριο ως βασική ενεργειακή λύση.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι οι νέες βιομηχανικές μονάδες στη χώρα μας παραμένουν περιορισμένες. Κατά συνέπεια η μεγαλύτερη «δεξαμενή» νέων συνδέσεων προέρχεται από την επέκταση από την Enaon των δικτύων διανομής σε καινούριες γεωγραφικές ζώνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ΒΙ.ΠΕ. Πάτρας και η Καστοριά, όπου η πρόσβαση πλέον στο φυσικό αέριο έχει αλλάξει τα δεδομένα για τις τοπικές επιχειρήσεις.

Σταθερότητα κόστους

Οι λόγοι πίσω από αυτή την παγιωμένη προτίμηση είναι τόσο οικονομικοί όσο και λειτουργικοί. Το φυσικό αέριο έχει παρόμοια τιμή με το υγραέριο (LPG) και οριακά υψηλότερη από το μαζούτ, όταν συνυπολογιστεί και το περιβαλλοντικό τέλος. Ωστόσο, η συνολική εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά αν ληφθούν υπόψη οι ανάγκες συντήρησης και η φθορά του εξοπλισμού.

Στην περίπτωση του μαζούτ, ο βιομηχανικός εξοπλισμός απαιτεί συχνότερη συντήρηση και παρουσιάζει μεγαλύτερη φθορά, ανεβάζοντας τελικά το πραγματικό κόστος χρήσης. Επιπλέον, το φυσικό αέριο προσφέρει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: δεν νοθεύεται, εξασφαλίζοντας ότι ο καταναλωτής λαμβάνει ακριβώς την ποσότητα και την ποιότητα για την οποία πληρώνει.

Ακόμη πιο καθοριστική είναι η δυνατότητα «κλειδώματος» τιμών από τους προμηθευτές, κάτι που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει βασικό εργαλείο για τη βιομηχανία. Συμβάσεις σταθερής τιμής ακόμη και διετούς διάρκειας επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να έχουν προβλεψιμότητα στο ενεργειακό τους κόστος, κάτι που είναι πιο δύσκολο στα ανταγωνιστικά καύσιμα.

Μονάδες ΣΗΘΥΑ

Παράλληλα με τη βιομηχανική κατανάλωση, αυξάνεται και η επέκταση των μονάδων ΣΗΘΥΑ (Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης), όπου το φυσικό αέριο αξιοποιείται για ταυτόχρονη παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας. Η τάση αυτή καταγράφει έντονη κινητικότητα, όπως δείχνει το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή βρίσκονται υπό επεξεργασία 71 αιτήσεις για νέες μονάδες σε όλη τη χώρα.

Το βασικό πλεονέκτημα της συμπαραγωγής είναι η υψηλή συνολική ενεργειακή απόδοση, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ελκυστική για επιχειρήσεις με ταυτόχρονη ανάγκη σε θερμότητα και ηλεκτρισμό. Στην Ελλάδα, από τις βασικές κατηγορίες επιχειρήσεων που αξιοποιούν αυτή τη λύση είναι οι οι θερμοκηπιακές μονάδες, οι οποίες για αυτό τον λόγο στρέφονται στο φυσικό αέριο για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM