Τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία: τα ενεργειακά έσοδα της Ρωσίας μειώνονται, αλλά το πετρέλαιο συνεχίζει να ρέει
Τέσσερα χρόνια από την ημέρα που ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν διέταξε την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία, νέα στοιχεία δείχνουν μια εντυπωσιακή μεταβολή στα οικονομικά θεμέλια της ρωσικής πολεμικής προσπάθειας: η Ρωσία εξάγει περισσότερο πετρέλαιο από ό,τι πριν από τον πόλεμο, αλλά εισπράττει σημαντικά λιγότερα συνολικά έσοδα από τις πωλήσεις ορυκτών καυσίμων.
Σύμφωνα με ανάλυση που δόθηκε στη δημοσιότητα από το Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), τα έσοδα της Ρωσίας από εξαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου, άνθρακα και διυλισμένων προϊόντων πετρελαίου ανήλθαν σε 193 δισ. ευρώ κατά το 12μηνο που έληξε στις 24 Φεβρουαρίου 2026. Το ποσό αυτό είναι μειωμένο κατά 27% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο πριν από την εισβολή το 2022.
Τα στοιχεία υπογραμμίζουν ένα βασικό παράδοξο του καθεστώτος κυρώσεων που επέβαλαν οι δυτικές κυβερνήσεις: ενώ η Ρωσία κατάφερε να διατηρήσει τις ποσότητες εξαγωγών, η αξία αυτών των εξαγωγών έχει διαβρωθεί σταθερά.
Οι όγκοι πετρελαίου αντέχουν, τα έσοδα υποχωρούν
Το πετρέλαιο παραμένει η ραχοκοκαλιά των ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών. Οι εξαγωγές φυσικού αερίου, που άλλοτε αποτελούσαν βασικό πυλώνα των σχέσεων της Μόσχας με την Ευρώπη, έχουν καταρρεύσει από το 2022, λόγω των διακοπών της ροής μέσω αγωγών, δολιοφθορών αλλά και της συντονισμένης ευρωπαϊκής προσπάθειας για διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού.
Αντίθετα, οι εξαγωγές πετρελαίου –ιδίως του αργού που εξάγεται μέσω θαλάσσης– αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές. Σύμφωνα με το CREA, οι εξαγωγές αργού πετρελαίου της Ρωσίας το τελευταίο 12μηνο ήταν αυξημένες κατά 6% σε σχέση με τα προ της εισβολής επίπεδα, φτάνοντας τους 215 εκατ. τόνους. Ωστόσο, τα έσοδα από αυτές τις εξαγωγές μειώθηκαν κατά 18% σε ετήσια βάση.
Το «πολεμικό» discount
Η απόκλιση αυτή αντανακλά τις αυξανόμενες εκπτώσεις που αναγκάζεται να προσφέρει η Ρωσία στους αγοραστές της. Με τις ευρωπαϊκές αγορές σε μεγάλο βαθμό κλειστές και τις κυρώσεις να περιορίζουν την πρόσβαση σε δυτικές χρηματοοικονομικές και ναυτιλιακές υπηρεσίες, η Μόσχα υποχρεώθηκε να αναπροσανατολίσει το εμπόριό της και να πουλά σε χαμηλότερες τιμές.
Στους πρώτους μήνες του πολέμου, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι σύμμαχοί της επέβαλαν μηχανισμό ανώτατης τιμής (price cap), επιτρέποντας τη μεταφορά και ασφάλιση ρωσικού πετρελαίου από δυτικές εταιρείες μόνο εφόσον αυτό πωλείται κάτω από συγκεκριμένο όριο τιμής.
Στροφή προς την Ασία – Ο ρόλος της Τουρκίας
Σε απάντηση των κυρώσεων, η Μόσχα ανακατεύθυνε το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου αργού της προς την Ασία. Η Κίνα και η Ινδία αναδείχθηκαν στους βασικούς αγοραστές, μαζί με την Τουρκία. Ιδίως τα ινδικά διυλιστήρια αύξησαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικού αργού σε μειωμένες τιμές, επεξεργάζοντάς το σε προϊόντα που στη συνέχεια εξάγονται παγκοσμίως.
Για να καταστεί δυνατή αυτή η στροφή, η Ρωσία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε έναν λεγόμενο «σκιώδη στόλο» γηρασμένων, συχνά ανασφάλιστων δεξαμενόπλοιων. Τα πλοία αυτά λειτουργούν εκτός του παραδοσιακού, δυτικά κυριαρχούμενου συστήματος ασφάλισης και ναυτιλιακών υπηρεσιών, επιτρέποντας στο ρωσικό πετρέλαιο να φτάνει στους αγοραστές παρά τους περιορισμούς.
Ωστόσο, η εξάρτηση από τέτοιους μηχανισμούς έχει κόστος. Οι εκπτώσεις προς τους Ασιάτες αγοραστές, τα αυξημένα ναύλα και οι μεγαλύτερες αποστάσεις μεταφοράς περιορίζουν τα καθαρά έσοδα της Μόσχας.
Ενέργεια και πολεμική μηχανή
Τα έσοδα από την ενέργεια παραμένουν κρίσιμη πηγή χρηματοδότησης για τον ρωσικό κρατικό προϋπολογισμό και, κατ’ επέκταση, για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Οι φόροι από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούσαν ιστορικά σημαντικό ποσοστό των ομοσπονδιακών εσόδων.
Η μείωση κατά 27% στα έσοδα από εξαγωγές ορυκτών καυσίμων σε σύγκριση με τα προπολεμικά επίπεδα συνιστά, συνεπώς, ουσιαστικό περιορισμό. Δεν σημαίνει απαραίτητα ισόποση μείωση των στρατιωτικών δαπανών – η Ρωσία έχει περικόψει άλλες δαπάνες και έχει αυξήσει τον εσωτερικό δανεισμό – αλλά περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Οι δυτικές κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι ο περιορισμός των ενεργειακών εσόδων της Ρωσίας είναι καθοριστικός για την αποδυνάμωση της πολεμικής της ικανότητας, επιδιώκοντας παράλληλα να αποφευχθούν απότομες διαταραχές στην παγκόσμια αγορά.
Πολιτικές εξελίξεις και νέες πιέσεις
Το επόμενο έτος ενδέχεται να φέρει περαιτέρω αλλαγές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει ως όρο για εμπορική συμφωνία με την Ινδία τη διαφοροποίηση από το ρωσικό αργό. Αν το Νέο Δελχί περιορίσει τις αγορές του, η Μόσχα θα χρειαστεί για άλλη μία φορά να αναζητήσει εναλλακτικές αγορές.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει εκτεταμένη απαγόρευση σε κάθε επιχείρηση που υποστηρίζει τις θαλάσσιες εξαγωγές ρωσικού αργού. Ωστόσο, η έγκριση νέων των μέτρων μπλοκαρίστηκε, καθώς η Ουγγαρία άσκησε για μία ακόμα φορά βέτο, εξαιτίας της διαφωνίας που έχει ανακύψει σχετικά με τον κατεστραμμένο ουκρανικό αγωγό πετρελαίου.
Αν υιοθετηθεί, η νέα απαγόρευση θα τερματίσει τη χρήση δυτικών δεξαμενόπλοιων και υπηρεσιών για τη μεταφορά ρωσικού πετρελαίου προς αγορές όπως η Ινδία και η Κίνα. Σήμερα, πάνω από το ένα τρίτο των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου εξακολουθεί να μεταφέρεται με δυτικά πλοία ή με δυτική ασφάλιση. Ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να πλήξει όχι μόνο τις τιμές αλλά και τους όγκους.
Ένα μεταβαλλόμενο ενεργειακό τοπίο
Η παγκόσμια ενεργειακή αγορά βρίσκεται σε φάση μετάβασης. Η Ευρώπη επιτάχυνε τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου, προκειμένου να μειώσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία. Ταυτόχρονα, οι αγοραστές από την Ασία εκμεταλλεύονται τη διαπραγματευτική τους ισχύ για να εξασφαλίζουν ευνοϊκότερους όρους.
Για τη Ρωσία, η αυξανόμενη εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό αγοραστών ενδέχεται να δημιουργήσει νέες ευαλωτότητες. Οι διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου και οι αποφάσεις των χωρών-καταναλωτών θα διαδραματίσουν κρίσιμο ρόλο.
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, η Ρωσία απέδειξε ότι μπορεί να προσαρμόζεται και να διατηρεί τις εξαγωγές της. Όμως τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ανθεκτικότητα αυτή έχει κόστος. Σε μια παγκόσμια αγορά ενέργειας που αλλάζει, ο όγκος από μόνος του δεν αρκεί· η πραγματική ισχύς κρίνεται από την αξία.