«Χάνουν τη λάμψη τους» τα PPAs λόγω των συνεχών αρνητικών τιμών στην DAM – Περιορίζεται η ζήτηση σε χαρτοφυλάκια 20-30 MW και για διάρκεια έως 5 έτη

«Χάνουν τη λάμψη τους» τα PPAs λόγω των συνεχών αρνητικών τιμών στην DAM – Περιορίζεται η ζήτηση σε χαρτοφυλάκια 20-30 MW και για διάρκεια έως 5 έτη

«Χάνουν τη λάμψη τους» τα PPAs λόγω των συνεχών αρνητικών τιμών στην DAM – Περιορίζεται η ζήτηση σε χαρτοφυλάκια 20-30 MW και για διάρκεια έως 5 έτη

Σε βασικό κριτήριο για τη σύναψη PPAs από τους εγχώριους ενεργοβόρους καταναλωτές και προμηθευτές, έχει εξελιχθεί η προδιαγεγραμμένη αυξητική τάση στην εμφάνιση αρνητικών τιμών στην DAM, με την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ. Όπως επισημαίνουν χαρακτηριστικά στο energypress παράγοντες του κλάδου, η τάση αυτή σημαίνει και τεράστιο ρίσκο, στην περίπτωση που ένας off-taker επιλέξει να «κλειδώσει» σε σταθερή τιμή μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και για μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Ως συνέπεια, πλέον στην ελληνική αγορά αποτελούν «άγνωστη λέξη» τα μακροχρόνια PPAs. Αντίθετα, η ζήτηση για διμερείς συμβάσεις αφορά σχεδόν αποκλειστικά βραχύβιες συμβάσεις, των 3-5 ετών. 

Επίσης, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, οι off-takers ενδιαφέρονται για διμερείς συμβάσεις με χαρτοφυλάκια περιορισμένου μεγέθους, της τάξης των 20-30 Μεγαβάτ. Επομένως, αν και δεν λείπουν από την ελληνική αγορά ώριμα έργα μεγαλύτερης ισχύος, συνήθως δεν υπάρχει για αυτά ζήτηση. 

Τα παραπάνω, όπως είναι φυσικό, υποδηλώνουν μείωση φέτος των όγκων στην εγχώρια αγορά PPAs σε σχέση με το 2024, κάτι που αποτελεί και πανευρωπαϊκή τάση. Όσον αφορά τις τεχνολογίες, προτιμητέα για PPAs είναι τα αιολικά, ενώ και στη χώρα μας οι καταναλωτές είναι «ζεστοί» στο να συνάψουν συμβάσεις με φωτοβολταϊκά που διαθέτουν μπαταρίες. 

Πρόκειται για μία τάση που είναι ήδη ώριμη στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές, όπου είναι σπάνιο να υπάρξει deal για απευθείας τροφοδοσία από φωτοβολταϊκά πάρκα, αν αυτά δεν συνδυάζονται με αποθήκευση. Όσον αφορά τη χώρα μας πάντως, ανασταλτικός παράγοντας προς αυτή την κατεύθυνση είναι ότι δεν υπάρχει προσφορά υβριδικών ηλιακών έργων, όσο και το γεγονός πως δεν υπάρχει ακόμη track-record όσον αφορά τα οικονομικά των μπαταριών, με συνέπεια να υπεισέρχονται αβεβαιότητες στη διαμόρφωση των προσφερόμενων τιμών για διμερείς συμβάσεις. 

Μία ιδιαιτερότητα της χώρας μας, όσον αφορά τα PPAs, είναι ο περιορισμένος αριθμός των μεγάλων βιομηχανιών. Η «δεξαμενή» της ζήτησης είναι πλέον ακόμη πιο συρρικνωμένη, με δεδομένο ότι πολλοί ενεργοβόροι καταναλωτές τα τελευταία χρόνια προχώρησαν είτε στην εξαγορά έργων ΑΠΕ είτε στη σύναψη PPAs, καλύπτοντας επομένως μεγάλο μέρος των αναγκών τους. 

Μάλιστα, για την εγχώρια αγορά των «πράσινων» PPAs λειτουργούν ανασταλτικά αρκετές από τις μακροχρόνιες διμερείς συμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, καθώς εγκλώβισαν τους off-takers σε υψηλές τιμές προμήθειας, συγκριτικά με την πορεία που έχει πλέον η DAM, η οποία όλο και συχνότερα περνά σε αρνητικό έδαφος. 

Είναι ενδεικτικό ότι off-takers αναζητούν ευκαιρίες -όπως περιπτώσεις όπου η υλοποίηση των έργων καθυστερεί έναντι όσων προβλέπονται στις συμβάσεις- για να επαναδιαπραγματευθούν τις τιμές που έχουν συμφωνήσει. Μέσα σε αυτό το κλίμα, αν και δεν λείπει το ενδιαφέρον και των προμηθευτών για σύναψη διμερών συμβολαίων, και πάλι πρόκειται για διάρκειες 3-5 ετών. 

Όπως είναι φυσικό, τα παραπάνω δεν αφορούν τα ενδο-ομιλικά PPAs, η σύναψη των οποίων διέπεται από εντελώς διαφορετικούς όρους. Σε κάθε περίπτωση, η επιβράδυνση στην αγορά των διμερών συμβολαίων προκαλεί παρενέργειες και στην περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ – με δεδομένο ότι ένα PPA αποτελεί αποκλειστικό «όχημα» για εγγυημένα έσοδα (από τη στιγμή που σταμάτησαν τα σχήματα λειτουργικής ενίσχυσης), το οποίο με τη σειρά του είναι προϋπόθεση για τη δανειοδότηση των «πράσινων» επενδύσεων από τις τράπεζες. 

Σύμφωνα με τις πηγές της αγοράς, για να δανειοδοτήσουν μία νέα μονάδα οι τράπεζες ζητούν να είναι «κλειδωμένη» η διάθεση του 70% περίπου της παραγωγής μέσω PPA, ώστε μόλις το υπόλοιπο 30% να πωλείται απευθείας στην αγορά. Αν δεν ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση, τότε είτε η μονάδα θα υλοποιηθεί με ίδια κεφάλαια του επενδυτή, είτε δεν θα κατασκευαστεί. 

Καθώς ελάχιστοι επενδυτές έχουν πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια νέες ΑΠΕ με ίδια κεφάλαια, αν δεν υπάρξει κάποια αλλαγή στα σχήματα λειτουργικής ενίσχυσης, η διείσδυση των PPAs θα αποτελέσει βαρόμετρο για την «τύχη» των έργων που διαθέτουν ΟΠΣ και είναι προς υλοποίησης. 

Τα στελέχη του κλάδου εκτιμούν ότι είναι πάρα πολύ πιθανό μία σημαντική μερίδα αυτών των έργων να μην κατασκευαστούν τελικά ή να εξαγοραστούν από τους καθετοποιημένους Ομίλους – και μάλιστα σε πολύ μικρότερες τιμές από τις τρέχουσες αγοραίες. Υπό αυτή την έννοια, το «φρένο» στις διμερείς συμβάσεις μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για αυτορρύθμιση της αγοράς ΑΠΕ, με το ξεσκαρτάρισμα των μονάδων που έχουν κλειδώσει ηλεκτρικό «χώρο». 

Σε μία τέτοια περίπτωση, η μείωση της «δεξαμενής» των ώριμων έργων σε συνδυασμό με την είσοδο των μπαταριών θα μπορούσε να ανακόψει την ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση των αρρυθμιών που έχουν εμφανιστεί στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ανακόψει τη ραγδαία αύξηση των μηδενικών – αρνητικών τιμών, οι οποίες μεταξύ άλλων πλήττουν τα έσοδα των έργων με «ταρίφα» είτε άμεσα (αν έχουν συμβάσεις ΣΕΔΠ) είτε έμμεσα (με τη μείωση των εσόδων του ΔΑΠΕΕΠ για τα έργα με ΣΕΣΤ) . 

 

                                                                                                                                      

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM