Βιομηχανία: Το λάθος της ΕΕ με τις ΑΠΕ, η εξίσωση των υδροηλεκτρικών με το ακριβό αέριο και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών
Η Ευρώπη κινείται γρηγορότερα από την τεχνολογία – και αυτό μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό. Με αυτή τη φράση, κορυφαίο στέλεχος της ελληνικής βιομηχανίας, με καθοριστική παρουσία σε στρατηγικούς τομείς της παραγωγής, καυτηριάζει τις επιλογές της Ε.Ε. στον τομέα της ενέργειας, της βιομηχανικής πολιτικής και της οικονομικής στήριξης.
Ο ίδιος, με έντονο τόνο, καταγγέλλει μια «ιδεολογική αποσύνδεση» των ευρωπαϊκών θεσμών από την παραγωγική πραγματικότητα, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά:
«Στις Βρυξέλλες είναι στον κόσμο τους. Κάθε χρόνο εκδίδονται 13.500 κανονισμοί, αλλά κανείς δεν ασχολείται με το τι σημαίνουν στην πράξη για τη βιομηχανία».
Η βιομηχανική πηγή εκφράζει έντονο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο η Ε.Ε. εφαρμόζει την πολιτική της αποανθρακοποίησης.
«Βαδίσαμε πιο γρήγορα από την τεχνολογία και τώρα θα φάμε τα μούτρα μας – και συνεχίζουμε στον ίδιο δρόμο», υπογραμμίζει.
Καταγγέλλει ότι η Ευρώπη επενδύει μαζικά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), χωρίς όμως να έχει προηγουμένως διασφαλίσει λειτουργικές λύσεις αποθήκευσης, όπως οι μπαταρίες ή άλλες τεχνολογίες. Επιπλέον, υπενθυμίζει ότι η Ε.Ε. ευθύνεται μόλις για το 6% των παγκόσμιων εκπομπών CO₂, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση την παγκόσμια αποτελεσματικότητα μιας τόσο δαπανηρής μετάβασης.
Υδροηλεκτρικά σε τιμές φυσικού αερίου
Ένα από τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύονται είναι η στρέβλωση στην τιμολόγηση της ενέργειας. Όπως επισημαίνει ο συνομιλητής, οι χαμηλές τιμές των υδροηλεκτρικών –τα οποία θεωρούνται από τις πιο οικονομικές και αξιόπιστες μορφές ΑΠΕ– δεν φτάνουν ποτέ στον τελικό καταναλωτή, καθώς τιμολογούνται με βάση τις ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου.
«Χρειαζόμαστε νέα μοντέλα διαμόρφωσης των τιμών. Η φτηνή ενέργεια πρέπει να μεταφέρεται στον πολίτη και τη βιομηχανία – όχι να χάνεται στην πορεία», τονίζει.
Ανεπαρκής στήριξη και άνισοι όροι
Στο στόχαστρο μπαίνει και το ευρωπαϊκό καθεστώς ενισχύσεων, το λεγόμενο CISAF, το οποίο χαρακτηρίζεται «ανεπαρκές και άτολμο». Όπως σημειώνει:
«Δεν υπάρχουν δεσμευτικοί κανόνες, ούτε σοβαρά κονδύλια – όλα αφήνονται στα κράτη μέλη».
Αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, με χώρες όπως η Γερμανία να μπορούν να διαθέσουν πολλαπλάσια ποσά, ενώ κράτη με περιορισμένους δημοσιονομικούς πόρους, όπως η Ελλάδα, να μένουν πίσω.
«Η Γερμανία θα πει “μπορώ”, η Ελλάδα θα πει “δεν μπορώ”», σημειώνει δηκτικά.
Τέλος, επισημαίνεται η έλλειψη πραγματικών κινήτρων για συγχωνεύσεις ή συνεργασίες στον κρίσιμο τομέα της άμυνας και της μεταλλουργίας, με την Ευρώπη να παραμένει κατακερματισμένη και αδύναμη σε έναν κόσμο που επαναστρατιωτικοποιείται.