Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις και οι ακριβές τιμές ρεύματος, ξαναφέρνουν στο τραπέζι την ανάγκη παρεμβάσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις και οι ακριβές τιμές ρεύματος, ξαναφέρνουν στο τραπέζι την ανάγκη παρεμβάσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις και οι ακριβές τιμές ρεύματος, ξαναφέρνουν στο τραπέζι την ανάγκη παρεμβάσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Με σημείο εκκίνησης την μη αντανάκλαση της φθηνότερης «πράσινης» ενέργειας στις τελικές τιμές ενέργειας και υπό το βάρος των επαναλαμβανόμενων κατά διαστήματα κορυφώσεων της χονδρικής αγοράς ηλεκτρισμού και «αυτομάτως» της λιανικής ρεύματος, δόθηκε νέα ώθηση στη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα και εγκυρότητα του υφιστάμενου μοντέλου ηλεκτρικής ενέργειας, πράγμα που πήρε και επίσημη πλέον διάσταση με την σχετικά αναφορά στο αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα. 

Συγκεκριμένα, στο κείμενο τονίζεται ότι κατά την επόμενη δεκαετία οι ΑΠΕ θα αρχίσουν να ξεπερνούν το 75% ως ποσοστό συμμετοχής στην ηλεκτροπαραγωγή, φτάνοντας πάνω από 99% στο τέλος της περιόδου. Ωστόσο, οι μονάδες φυσικού αερίου (οι οποίες επηρεάζονται και από το αυξημένο κόστος ρύπων) θα συνεχίσουν να διατηρούν μετρήσιμο ποσοστό στο συνολικό μείγμα την δεκαετία αυτή. 

Ως εκ τούτου, όπως σημειώνεται στο κείμενο, είναι φανερή η ανάγκη αναθεώρησης του μοντέλου της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να είναι καλύτερα προσαρμοσμένο σε ένα σύστημα όπου το μεταβλητό κόστος παραγωγής (κόστος καυσίμου) επηρεάζει ελάχιστα το μεγαλύτερο μέρος  της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας (που θα είναι από ΑΠΕ) ενώ αντίθετα παραμένει η ανάγκη για κατανεμόμενες μονάδες παραγωγής που θα εξασφαλίζουν τη σταθερότητα και την ασφαλή τροφοδοσία σε ακραίες συνθήκες. 

Επαναλαμβανόμενο φαινόμενο

Η εκτόξευση των τιμών κατά την περίοδο του καλοκαιριού στα «πρότυπα» μιας «μίνι» ενεργειακής κρίσης με έμφαση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη και με μεγάλη διαφορά έναντι των τιμών στη Δυτική Ευρώπη, επανέφερε στο προσκήνιο τους προβληματισμούς για την αποτελεσματικότητα του μοντέλου αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. 

Η επανάληψη μιας ανάλογης εικόνας κατά τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου όπως και τον Νοέμβριο με την τιμή χονδρεμπορικής αγοράς να ξεπερνάει τα 200 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, διατηρώντας το υπόλοιπο διάστημα τις «υψηλές πτήσεις» κινητοποίησε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (δείτε εδώ και εδώ) που σε συντονισμό με τις επίσης σημαντικά πληγείσες γειτονικές χώρες Βουλγαρία και Ρουμανία προχώρησαν σε διάβημα προς την Κομισιόν ζητώντας κεντρική παρέμβαση για την επίλυση του προβλήματος (δείτε εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ). Ανάλογες κινήσεις πραγματοποίησαν οι βιομηχανικές ενώσεις ενεργοβόρων βιομηχανιών των τριών χωρών, στηρίζοντας την σχετική πρωτοβουλία. 

Στο ίδιο μήκος κύματος, μεσολάβησε επιστολή του Πρωθυπουργού της Ελλάδας Κυριάκου Μητσοτάκη προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, χωρίς ωστόσο, τα παραπάνω, πέρα από μια διεξοδικότερη μελέτη και ανάλυση του προβλήματος, να επιφέρουν μέχρι και σήμερα σοβαρές αλλαγές ή παρεμβάσεις στη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. 

Η εικόνα της αγοράς

Με την μέση τιμή στη χονδρική ηλεκτρισμού για το 2024 να κυμαίνεται στα 100,85 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, ο «δείκτης» του ΕΧΕ κορυφώθηκε στα 218,77€/MWh στις 17 Ιουλίου για να ακολουθήσουν ανάλογα «peaks» στα 219,28€/MWh στις 22 Ιουλίου, στα 215,29€/MWh στις 2 Σεπτεμβρίου και στα 229,84€/MWh στις 13 Νοεμβρίου. Η μέση μέγιστη τιμή χονδρικής για το έτος διαμορφώνεται στα 942€/MWh με την ελάχιστη στα -1,02€/MWh, αποτυπώνοντας την έντονη μεταβλητότητα και διακύμανση που συνέχισε να χαρακτηρίζει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Σχετικά «στιγμιότυπα» των τιμών δείτε εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ)

Σε αναζήτηση παρέμβασης…

Χωρίς ακόμη να έχει διατυπωθεί μια ξεκάθαρη τοποθέτηση για τις αιτίες εκτόξευσης των τιμών ή τουλάχιστον σε βαθμό που να συνεπάγεται συγκεκριμένες παρεμβάσεις και μέτρα προς αντιμετώπιση του φαινομένου, η σχετική συζήτηση επικεντρώθηκε, μεταξύ άλλων (δείτε εδώ, εδώ, εδώ και εδώ), στην διαχείριση των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών διασυνδέσεων και κατά πόσο ο τρόπος λειτουργίας τους υλοποιείται στη βάση της ενοποιημένης ευρωπαϊκής αγοράς και του coupling, διαχέοντας (με την ροή ενέργειας από τις φθηνότερες στις ακριβότερες αγορές) και εν τέλει απομειώνοντας τις τιμές. 

Επιπρόσθετα, η συζήτηση φαίνεται να έχει «παγώσει» προς ώρας στο φόντο των χαμηλότερων τιμών χονδρικής, χωρίς ωστόσο να «σβήνει» τελείως, καθώς οι παράγοντες για νέες «υψηλές πτήσεις» των τιμών παραμένουν στο ακέραιο (δείτε εδώ, εδώ, εδώ και εδώ). Ταυτόχρονα, το ζήτημα αποσύνδεσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο παραμένει στην σχετική ατζέντα, ωστόσο περισσότερο «εγκυκλοπαιδικά» παρά με την μορφή ενός ολοκληρωμένου σχεδίου υλοποίησης μιας τέτοιας παρέμβασης (δείτε εδώ, εδώ, εδώ και εδώ). 

Το «δίδαγμα» του φαινομένου «Dunkeflaute»

Την ίδια στιγμή, τον Δεκέμβριο ανάλογες εικόνες εκτόξευσης των τιμών στις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είδαμε σε αγορές της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης με αξιοσημείωτο παράδειγμα την Γερμανία (δείτε εδώ και εδώ), όπου η μέγιστη ωριαία τιμή αναρριχήθηκε στα 900 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, συνιστώντας την υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί στο «ταμπλό» του Χρηματιστήριου Ενέργειας τα τελευταία 18 χρόνια. 

Ως γνωστόν, η κορύφωση της τιμής επήλθε σε συνέχεια συνθηκών «άπνοιας» και συννεφιάς (φαινόμενο γνωστό με τον όρο «Dunkeflaute») που «παρόπλισε» σε μεγάλο βαθμό το «πράσινο» δυναμικό της χώρας, αφήνοντας «χώρο» στα ορυκτά καύσιμα να καθορίσουν, σε καθεστώς οριακής τιμολόγησης, τις τιμές στη spot αγορά. Ωστόσο το εν λόγω παράδειγμα αποτυπώνει και την ουσία του προβλήματος, δηλαδή την έντονη, πλέον, ευαισθησία των τιμών ενέργειας σε επιμέρους μεταβολές στο ενεργειακό μίγμα και οι οποίες, όπως αποδείχθηκε, δύναται να αλλάξουν άρδην την εικόνα της αγοράς. 

 

Το άρθρο περιλαμβάνεται στην ετήσια επισκόπηση του energypress με τις 10 σημαντικότερες ενεργειακές εξελίξεις του έτους.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM