Καμπανάκια για μια νέα περιφερειακή ενεργειακή κρίση χτυπούν ξένοι οίκοι και traders - Tο ράλι 44% μέσα σε δύο εβδομάδες της τιμής χονδρικής στο ρεύμα, η επανεμφάνιση του λιγνίτη και η πρόβλεψη του ICIS
Τα σήματα ότι έχουμε μπει σε ένα ανοδικό σπιράλ, ότι δεν αποκλείεται να ζήσουμε έναν ακριβό ενεργειακά χειμώνα και ότι δεν έχει εξαλειφθεί κανείς από τους παράγοντες που εκτόξευσαν τις τιμές το περασμένο καλοκαίρι, έρχονται από παντού.
Καταρχήν από την αλματώδη αύξηση της τιμής στη χονδρεμπορική αγορά που «τρέχει» με ένα 44% από την αρχή του μήνα, διαμορφώνεται για τις πρώτες δύο περίπου εβδομάδες του Νοεμβρίου στα 130 ευρώ η μεγαβατώρα κατά μέσον όρο, έναντι 90 ευρώ του Οκτωβρίου, ενώ σήμερα βρίσκεται μια ανάσα από τα 230 ευρώ.
Κατά δεύτερον από το φυσικό αέριο που βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο του 2023, κινείται πάνω από τα 43 ευρώ η μεγαβατώρα και όλα δείχνουν ότι όσο θα πέφτουν οι θερμοκρασίες στην Ευρώπη, τόσο θα δημιουργούνται προϋποθέσεις για περαιτέρω αύξηση της τιμής τους.
Κατά τρίτο από τα προθεσμιακά συμβόλαια στο ρεύμα, τα οποία κινούνται για την Ελλάδα στο μήνα που διανύουμε, πάνω από τα 120 ευρώ η μεγαβατώρα, ενώ για τον Γενάρη δείχνουν 130 ευρώ. Στο ίδιο μοτίβο, η εικόνα και στη Γερμανία, με τα παράγωγα να κινούνται στα 96 ευρώ για τον Δεκέμβρη, στα 108 για τον Γενάρη και στα 109,8 για το Φλεβάρη. Στην δε, Ουγγαρία τα futures month δείχνουν 130 ευρώ για τον Δεκέμβρη, 133 για το Γενάρη και 134 για τον Φλεβάρη.
Εάν επαληθευτούν οι εκτιμήσεις αυτές, τότε από το Δεκέμβρη και μετά, τα πράσινα και τα κίτρινα τιμολόγια θα βρεθούν αντιμέτωπα με σημαντικές αυξήσεις, τις οποίες οι πάροχοι θα επιχειρήσουν ξανά να «ισορροπήσουν» με εκπτώσεις, χωρίς αυτό να αναιρεί τους κινδύνους που εγκυμονεί το γεγονός ότι έχουμε ξαναμπεί σε ένα ανοδικό σπιράλ.
Τι αναφέρει η έκθεση του ICIS
Ενδεικτική και προς επίρρωση των παραπάνω είναι η χθεσινή έκθεση του ICIS, από τους πιο γνωστούς παίκτες στην εξειδικευμένη πληροφόρηση για αγοραστές, πωλητές και αναλυτές γύρω από τις τιμές των commodities. Σύμφωνα με αυτήν, αν δεν ληφθούν μέτρα, η Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη πρόκειται να ξαναδει ισχυρά spikes τιμών, όπως το φετινό καλοκαίρι, ειδικά αν οι ξηρασίες συνεχίσουν να μειώνουν την παροχή υδροηλεκτρικής ενέργειας.
Ο ξένος οίκος εκτιμά ότι η ευρύτερη γειτονιά μας δεν μπορεί πλέον να βασιστεί σε επιπλέον εισαγωγές από τη Γερμανία και τη Πολωνία καθώς οι μονάδες άνθρακα αποσύρονται με ταχύτητα μεγαλύτερη απ’ ότι η προσθήκη νέων μονάδων αερίου, και εισηγείται μακροπρόθεσμα μέτρα, όπως μπαταρίες μεγάλης διάρκειας, ακόμη και μείωση της ζήτησης χωρίς όμως να εξηγεί πώς μπορεί να γίνει αυτό, όταν ο κίνδυνος να επαναληφθούν όσα ζήσαμε το καλοκαίρι είναι άμεσος.
Το πιο ανησυχητικό ωστόσο είναι η επανεμφάνιση του φαινομένου που είχαμε βιώσει τα απογεύματα του Ιουλίου, δηλαδή των όλο και πιο ακραίων τιμών που ξαναβλέπουμε μόλις «σβήνουν» τα φωτοβολταϊκά, και μπαίνουν στο σύστημα οι ακριβές μονάδες φυσικού αερίου, εσχάτως και οι λιγνίτες.
Πώς αέριο και λιγνίτης έφτασαν να καλύπτουν το 70% της ζήτησης
Σήμερα η συμμετοχή του αερίου στο μείγμα βρίσκεται στο 55,92% και του εναπομείναντα λιγνίτη στο 14,48%, όσο περίπου και των ΑΠΕ. Είχαμε καιρό να δούμε τα δύο συγκεκριμένα καύσιμα να καλύπτουν το 70% της παραγωγής ενέργειας.
Τη περασμένη εβδομάδα τα μέγιστα επίπεδα τιμών στο ελληνικό χρηματιστήριο (μετά τις 16.00) κυμαίνονταν λίγο πάνω από 200 ευρώ η μεγαβατώρα, αλλά τη Δευτέρα εκτινάχθηκαν στα 435 ευρώ, τη Τρίτη στα 499 ευρώ και σήμερα κοντεύουν τα 600 ευρώ (579 ευρώ), εικόνα που δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο.
Σινιάλα, που όπως και όλα τα προηγούμενα παραπέμπουν σε ένα άγριο Δεκέμβρη για το ρεύμα και ξυπνούν μνήμες της «μίνι» ενεργειακής κρίσης του Ιουλίου.
Αρκεί μια ματιά στον πανευρωπαικό χάρτη με τις τιμές της επόμενης μέρας (DAM) για να γίνει πιο σαφής η εικόνα: Σε όλες οι γειτονικές αγορές, από την Αλβανία (μέση τιμή 287,24 ευρώ) και τη Σερβία (283,93 ευρώ), μέχρι τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία όπου η τιμή εκτοξεύτηκε σήμερα στα 320,35 ευρώ και με αποκορύφωμα την Ουγγαρία που «γράφει» 355,32 ευρώ, αλλά με μέγιστες τα 700-800 ευρώ, υπάρχει μια έντονα ανοδική τάση. Σημειωτέων ότι σε μηδαμινές αποστάσεις μερικών χιλιομέτρων, η τιμή στη γειτονική Αυστρία που έχει διασυνδέσεις προς κάθε κατεύθυνση, δεν ξεπερνά τα 228,75 ευρώ.
Είναι επιδόσεις, πίσω από τις οποίες βρίσκεται το ίδιο τοξικό κοκτέιλ που εκτίναξε τις τιμές στα χρηματιστήρια και το καλοκαίρι, αναγκάζοντας τη κυβέρνηση να φορολογήσει το φυσικό αέριο, με τη μόνη διαφορά ότι ο καύσωνας έχει δώσει τώρα τη θέση του στις χαμηλές χειμερινές θερμοκρασίες, που φέρνουν αυξημένα φορτία κατανάλωσης.
Μεγάλα φορτία κατανάλωσης, ανεπαρκείς διασυνδέσεις και Ουκρανία
Το κάδρο συμπληρώνουν πάντα οι ανεπαρκείς διασυνδέσεις της περιοχής που υστερούν σε μεταφορική δυναμικότητα, αλλά που ακόμη και αυτή δεν αξιοποιείται πλήρως, καθώς και μια μονάδα που βρίσκεται έκτος λειτουργίας στον πυρηνικό σταθμό του Κοζλοντούι.
Συντρέχουν μ‘ άλλα λόγια και πάλι οι ίδιες προϋποθέσεις για ένα νέο ράλι τιμών στη περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως αναφέρει στην έκθεσή του το think tank ICIS, αλλά και όπως ανησυχεί ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Θ.Σκυλακάκης και οι συναδέλφοι του της Βουλγαρίας και της Ρουμάνιας, οι οποίοι επιμένουν σε ένα μηχανισμό για τα ουρανοκατέβατα κέρδη των παραγωγών, που θα ενεργοποιείται υπό συγκεκριμένους όρους.
Την ενεργειακή «εξίσωση» συμπληρώνει η αύξηση από την 1η Δεκεμβρίου των εξαγωγών ρεύματος από ΕΕ προς Ουκρανία και Μολδαβία που από τα 1.700 θα φτάσουν τα 2.100 MW, όπως ανακοίνωσε προ ημερών ο ευρωπαϊκός φορέας Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENTSO-E). Κατά τις Βρυξέλλες, οι εξαγωγές προς την Ουκρανία δεν επηρέασαν παρά ελάχιστα τις αυξήσεις τιμών του καλοκαιρού, άποψη που μάλλον δεν συμμερίζεται η κυβέρνηση, η οποία ανησυχεί ότι ο Νότος μπορεί να πληρώσει και πάλι τον λογαριασμό εφόσον «φύγουν» ξανά ισχυρές ποσότητες από τον βαλκανικό διάδρομο Ελλάδας-Βουλγαρίας - Ρουμανίας.