Alexander I. Medvedev: Μείωση των ρύπων, όχι της οικονομίας
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει την «επείγουσα» αναθεώρηση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Εμπορίας Ρύπων. Το γεγονός αυτό δημιουργεί την ευκαιρία επαναπροσδιορισμού ενός παραπαίοντος, πλην όμως ιδιαιτέρως ευαίσθητου συστήματος, ούτως ώστε να υποστηρίζει επενδύσεις χαμηλών ρύπων με ένα τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται περισσότερο πιθανό είναι το ενδεχόμενο όλες αυτές οι προσαρμογές να παραμείνουν ανεπαίσθητες και η Ευρώπη να συνεχίσει να εναποθέτει τις ελπίδες της σε πρωτοβουλίες εκτός αγοράς, όπως οι νέοι δεσμευτικοί στόχοι για τα μερίδια αγοράς των ανανεώσιμων τεχνολογιών.
Μία ειλικρινής συζήτηση για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης είναι όντως αναγκαία, όχι μόνο επειδή η ρυθμιστική αβεβαιότητα αποτελεί τον πρωτεύοντα παράγοντα κινδύνου που καθιστά την Ευρώπη λιγότερο ελκυστική για ενεργειακές επενδύσεις που είναι ιδιαιτέρως αναγκαίες αλλά και επειδή οι ισχύουσες πολιτικές έχουν επιφέρει παράλογα αποτελέσματα:
Αφενός, τα σχήματα υποστήριξης των ΑΠΕ τέθηκαν εκτός ελέγχου. Για παράδειγμα, η Ισπανία προσφάτως χρειάσθηκε να βάλει φρένο στη βιομηχανία ΑΠΕ διότι η τιμή του ηλεκτρισμού αυξήθηκε κατά 17% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο λόγω της πενταπλάσιας αύξησης των κρατικών επιχορηγήσεων. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί βιώσιμη λύση, ειδικώς σε καιρούς οικονομική κρίσης και χρηματοπιστωτικής αναταραχής.
Αφετέρου, τα ιδιαιτέρως ρυπογόνα εργοστάσια άνθρακα και λιγνίτη γιορτάζουν την αναγέννησή τους υπό το παρόν ρυθμιστικό καθεστώς. Μόνο στη Γερμανία, σχεδιάζεται η παραγωγή 11 gigawatt από άνθρακα τον επόμενο χρόνο. Το φυσικό αέριο, που αποτελεί μακράν το καθαρότερο καύσιμο από υδρογονάνθρακα και ζωτικής σημασίας εφεδρεία για τις ΑΠΕ, αποκλείστηκε.
Αντί να «επιλέγει τους νικητές», η Επιτροπή θα πρέπει να ανταποκριθεί στη φιλοσοφία της περί ανοικτής αγοράς και θεμιτού ανταγωνισμού. Μία αμερόληπτη προσέγγιση με γνώμονα την αγορά θα συντελούσε στην αποφυγή πειραματισμών που κοστίζουν δισεκατομμύρια στους Ευρωπαίους φορολογούμενους και καταναλωτές. Γιατί να μην εξασφαλίσουμε ότι η απεξάρτηση της Ευρώπης από τον άνθρακα, θα προχωρήσεις με γνώμονα την αποδοτικότητα του κόστους;
Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα μόνο παράδειγμα. Στον τομέα της ενέργειας, η Ε.Ε. θα μπορούσε να επιτύχει μείωση των εκπομπών CO2 κατά 80% αντικαθιστώντας τα παλαιά εργοστάσια άνθρακα με νέα εργοστάσια που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο ως καύσιμο. Έως το 2030, αυτό θα εξοικονομούσε €250-300 δισ., συγκριτικά με το σενάριο μίας αγοράς που θα αποτελείται κατά 60% από ΑΠΕ.
Ομολογουμένως, η Ε.Ε εξετάζει υποστηρικτικές λύσεις και για άλλες τεχνολογίες, όπως οι ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες φυσικού αερίου στη Γερμανία. Όμως, αντί να εργάζονται κατά περίπτωση, θα ήταν πολύ πιο λογικό να δημιουργηθεί μια αγορά άνθρακα που απλά τείνει υπέρ των πλέον αποτελεσματικών λύσεων, ανεξαρτήτως τεχνολογίας. Η βιομηχανία φυσικού αερίου δεν χρειάζεται επιδοτήσεις. Χρειάζεται απλώς ίσους όρους.
Παρόλο που εφαρμόστηκε πλημμελώς, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων, παρέχει τη βάση για ένα λογικό καθεστώς προσαρμοσμένο στους όρους της αγοράς. Η ποσότητα των εκπομπών αερίου, έως το 2020 είναι καθορισμένη από το νόμο και οι ρυπαίνοντες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν πως θα μειώσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους. Μια σωστή ρύθμιση του συστήματος θα εξασφαλίσει μια δίκαιη και ευέλικτη προσέγγιση για τον περιορισμό των εκπομπών που θα είναι πολύ λιγότερο επαχθής σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί για τις επιμέρους τεχνολογίες. Η εξέταση από την Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Ρύπων πρέπει να δημιουργήσει τη δυναμική για την ουσιαστική εκ νέου ρύθμιση του συστήματος έτσι ώστε να υποστηρίζει επαρκώς τις επενδύσεις χαμηλών ρύπων, συμπεριλαμβανομένου του φυσικού αερίου
Επιτρέψτε μου να γίνω σαφής: οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πρέπει να διαδραματίσουν μείζονα ρόλο στο ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης, και το αέριο θα αποτελέσει ένα φυσικό συνεργάτη γι’ αυτό. Όμως η προσήλωση σε ένα ακόμη γύρο δεσμευτικών στόχων στον τομέα των ΑΠΕ (όπως υπονοείται από τις τελευταίες εξαγγελίες της Επιτροπής για τις ΑΠΕ) σε συνδυασμό με τη μείωση των υποχρεώσεων μείωσης των εκπομπών CO2 και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων, θα στερήσουν από την αγορά τη δυνατότητα εξεύρεσης οικονομικά αποδοτικών λύσεων. Αντιθέτως, δίνει την εντύπωση μίας αυθαίρετα σχεδιασμένης οικονομίας. Εάν η Ε.Ε σκοπεύει να καταπολεμήσει την κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να αξιολογεί την επιτυχία με βάση τους τόνους των ρύπων που εξοικονομούνται και όχι σύμφωνα με το μερίδιο αγοράς των επίλεκτων τεχνολογιών.
Η ευρωπαϊκή οικονομία θα εξυπηρετηθεί καλύτερα μέσω ενός πλαισίου που θα διαμορφωθεί με γνώμονα την αγορά και όχι την τεχνολογία. Όποια και αν είναι η έκβαση αυτής της συζήτησης και το μέλλον της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, το μήνυμα δεν μπορεί να είναι απλώς «συνεχίζουμε προς την ίδια κατεύθυνση». Οι Βρυξέλλες πρέπει να περιορίσουν τις εκπομπές ρύπων και όχι την οικονομία, αν επιθυμούν να αποφύγουν τη βιομηχανική «δύση» της Ευρώπης.
* Ο Alexander I. Medvedev είναι Αντιπρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής-Gazprom, Γενικός Διευθυντής της Gazprom Export
(Capital.gr, 1/8/2012)