Γουργιώτης: Σε στενή συνάφεια ο χωρικός σχεδιασμός με την ανάπτυξη των ΑΠΕ - Απαιτούμενες παρεμβάσεις και ο ρόλος του κράτους
Ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να εξελίσσεται και να αποκτά ένα ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομικής διαδικασίας, όπως υπογράμμισε ο επίκουρος καθηγητής χωρικού σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Ανέστης Γουργιώτης, μιλώντας στο συνέδριο του energypress, για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την αποθήκευση ενέργειας.
Ειδικότερα, όπως ανέφερε, η χωροθέτηση μιας οικονομικής δραστηριότητας είναι ένα θέμα πολύ σημαντικό τόσο για την ίδια την οικονομική δραστηριότητα, όσο και για τη συμβίωση της οικονομικής δραστηριότητας με την περιοχή στην οποία εγκαθίσταται.
"Με τη θεσµοθέτηση και µόνο του Ειδικού Πλαισίου για τις Α.Π.Ε δεν επιτυγχάνεται αυτοµάτως η χωροθέτηση των εν λόγω έργων αλλά απαιτείται επιπλέον η εναρμόνιση των κατευθύνσεων του υποκείμενου σχεδιασμού µε εκείνες του εν λόγω πλαισίου. Η κατ’ εξακολούθηση χρονικά όμως ανακόλουθη θεσμοθέτηση των χωροταξικών πλαισίων εθνικού και περιφερειακού επιπέδου, έχει ως αποτέλεσμα συχνά τη μη εφαρμογή των κατευθύνσεων του εθνικού επιπέδου σχεδιασμού στον Περιφερειακό σχεδιασμό και την μη συσχέτιση ή εναρμόνιση των δύο αυτών επιπέδων", όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα νέα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια που εκπονήθηκαν με βάση το ν. 2742/1999 και με συγκεκριμένες προδιαγραφές, οφείλουν να εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις του υπερκείμενου σχεδιασμού όπως είναι το ΕΧΠ ΑΠΕ.
Οφείλουν επίσης με βάση τα λεπτομερέστερα στοιχεία περιφερειακού επιπέδου να εξειδικεύσουν τις κατευθύνσεις του Γενικού και του Ειδικού Πλαισίου των ΑΠΕ και να προτείνουν ανάδραση προς τον σχεδιασμό εθνικού επιπέδου.
Ποια προβλήματα εντοπίζονται
Τα κυριότερα ζητήματα που αναδεικνύονται από την εμπειρία της εφαρμογής του σχεδιασμού στην Ελλάδα, δεδομένου ότι από το 2003 και μετά έχουμε πλέον θεσμοθετημένα εργαλεία σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, αφορούν :
(α) στην ελλιπή εναρμόνιση μεταξύ των διαφόρων επιπέδων του σχεδιασμού, κυρίως λόγω των σημαντικών καθυστερήσεων των διαδικασιών επικαιροποίησης,
(β) στην ανάγκη προσδιορισμού από την νομοθεσία της έννοιας «εξειδίκευσης» των κατευθύνσεων από τον υπερκείμενο στο υποκείμενο επίπεδο σχεδιασμού,
(γ) στην αδυναμία αποτελεσματικής σύνδεσης της χωροταξικής πολιτικής με άλλες τομεακές πολιτικές που έχουν χωρικές επιπτώσεις (πολιτική υποδομών, ενέργειας, τουρισμού κ.λπ.)
(δ) στην «πολυφωνία» του σχεδιασμού, λόγω των πολλών επιπέδων που συνυπάρχουν, χωρίς να εξυπηρετούν κάποια προφανή αναγκαιότητα,
(ε) στη συνεχόμενη ανάγκη για διευκρινίσεις επί των σχεδίων (του κανονιστικού ή του κατευθυντήριου χαρακτήρα τους), αλλά και
(στ) στις πολλές προσφυγές στο ΣτΕ επί της εφαρμογής των σχεδίων αυτών.
(ζ) στην ασάφεια του βαθμού δεσμευτικότητας των προβλέψεων που περιέχουν τα θεσμοθετημένα Χωροταξικά Πλαίσια.,
(η) στην ανάγκη θέσπισης μηχανισμού για την παρακολούθηση της εφαρμογής του χωρικού σχεδιασμού (monitoring),
(θ) στην ανάγκη δημιουργίας υποστηρικτικών μηχανισμών που θα παρακολουθούν τη δυναμική του χώρου και θα τροφοδοτούν τα εργαλεία του χωρικού σχεδιασμού με τις απαραίτητες πληροφορίες.
Το νέο ΕΧΠ ΑΠΕ που θα προκύψει από την αξιολόγηση και αναθεώρηση που προωθεί το ΥΠΕΝ, θα πρέπει να αξιολογήσει τις κατευθύνσεις των νέων ΠΧΠ (διαδικασία που προβλέπεται στο πλαίσιο της ανάδρασης).
Ο ρόλος του νέου ΕΧΠ ΑΠΕ είναι κομβικός διότι θα πρέπει να εντοπίσει και να διορθώσει τυχών αστοχίες των ΠΧΠ, δυνατότητα που του δίδεται λόγω της ανώτερης ιεραρχικά κλίμακας (στρατηγικός σχεδιασμός εθνικού επιπέδου) και του γεγονότος ότι το ΕΧΠ ΑΠΕ κατισχύει των κατευθύνσεων των ΠΧΠ.
Τι χρειάζεται να γίνει στην Ελλάδα και ο ρόλος του κράτους
Είναι κρίσιμο πλέον στην Ελλάδα να εξελιχθεί ο χωρικός σχεδιασμός, ώστε να είναι σε άμεση επαφή με τις κοινωνικές αλλαγές, με τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής αλλά και με τις προσδοκίες των πολιτών. Η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει σε μια «νέα δυναμική του χώρου», η οποία θα λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των περιοχών, τα μειονεκτήματα και τα προτερήματά τους καθώς και τις δυνατότητες ανάπτυξής τους. Βασική επιδίωξη, στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσπάθειας, αποτελεί η καλύτερη ιεράρχηση των χωροταξικών σχεδίων, τα οποία θα αποβλέπουν στο συντονισμό των χωρικών πολιτικών αλλά και των τομεακών πολιτικών με χωρικές επιπτώσεις. Τα σχέδια επιβάλλεται να αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα βασικά εργαλεία για τον έλεγχο των χρήσεων γης και τη χωροθέτηση των οικονομικών δραστηριοτήτων.
Ο ρόλος του κεντρικού κράτους θα πρέπει να περιορίζεται κατ’ αρχήν στην έκδοση και την παρακολούθηση (monitoring) της εφαρμογής σχεδίων, με τα οποία θα καθορίζονται οι στρατηγικοί στόχοι για τη διαχείριση του εθνικού χώρου. Στόχος αυτών των κειμένων θα είναι ο συντονισμός μεταξύ των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών πολιτικών, που αφορούν στο σχεδιασμό και την οργάνωση του χώρου, με την αποφυγή των συγκρούσεων χρήσεων γης και την ενθάρρυνση συνεργειών κατά τη χωροθέτηση των οικονομικών δραστηριοτήτων.
Καταλήγοντας στην τοποθέτησή του, υπογράμμισε πως ο δημιουργικός μετασχηματισμός του ελληνικού συστήματος χωρικού σχεδιασμού απαιτεί νέα σκέψη, τολμηρά βήματα, απεμπλοκή από στερεότυπα και ιδεοληψίες του παρελθόντος, καθώς και νέα νομικά εργαλεία και θεσμικές προσεγγίσεις που θα αξιοποιούν τη γνώση και τη δημιουργικότητα, τη δυναμική καθώς και τις καλές πρακτικές τόσο του ιδιωτικού όσο και ενός αναβαθμισμένου δημόσιου τομέα .