Υδρογονάνθρακες: Γιατί «μετρούν» 40 χρόνια οι τελευταίες γεωτρήσεις στη Δυτική Ελλάδα – Πράσινο φως «για τρυπάνι» με πιθανότητες επιτυχίας από 15-20%

Υδρογονάνθρακες: Γιατί «μετρούν» 40 χρόνια οι τελευταίες γεωτρήσεις στη Δυτική Ελλάδα – Πράσινο φως «για τρυπάνι» με πιθανότητες επιτυχίας από 15-20%

Υδρογονάνθρακες: Γιατί «μετρούν» 40 χρόνια οι τελευταίες γεωτρήσεις στη Δυτική Ελλάδα – Πράσινο φως «για τρυπάνι» με πιθανότητες επιτυχίας από 15-20%

Παρά τη σταδιακή πρόοδο της ενεργειακής μετάβασης, η ανάγκη για την ανακάλυψη νέων αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων παραμένει κρίσιμο ζήτημα για τον παγκόσμιο ενεργειακό σχεδιασμό. Στελέχη του εγχώριου κλάδου upstream επισημαίνουν ότι, ακόμη και μέχρι το 2050, οι υδρογονάνθρακες θα συνεχίσουν να καλύπτουν σημαντικό μέρος της ζήτησης, με συνέπεια να απαιτούνται νέες ανακαλύψεις. 

 

Ενδεικτικό είναι πως, μέχρι το 2040, η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου αναμένεται να απαιτεί την παραγωγή επιπλέον περίπου 30 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί ο κλάδος του upstream θα συνεχίσει και τις επόμενες 10ετίες τις επενδύσεις σε έρευνα και εξόρυξη ορυκτού πλούτου.

Η παραγωγή εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε κοιτάσματος, τα οποία με τη σειρά τους καθορίζουν το κόστος. Η εξόρυξη ενός βαρελιού πετρελαίου μπορεί να κυμαίνεται από 30 έως 70 δολάρια, ανάλογα με τις γεωλογικές συνθήκες και την τεχνική πολυπλοκότητα.

Το ρίσκο και η φύση των ερευνών

Τα παραπάνω δείχνουν πως η αναζήτηση νέων κοιτασμάτων παραγωγής υδρογονανθράκων αποτελεί μια επιχειρηματική επιλογή που βασίζεται στην αναγκαιότητα ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης. Ωστόσο, η απόφαση για είσοδο σε φάση ερευνητικής γεώτρησης για μία παραχώρηση παραμένει εξαιρετικά σύνθετη, καθώς συνδέεται με υψηλό οικονομικό ρίσκο και περιορισμένη βεβαιότητα, ιδιαίτερα σε περιοχές που δεν έχουν εξερευνηθεί επισταμένα έως τώρα.

Όπως σημειώνουν τα ίδια στελέχη, η έρευνα για υδρογονάνθρακες αποτελεί μια κατεξοχήν στοχαστική διαδικασία, όπου δεν υπάρχει βεβαιότητα. Οι αποφάσεις βασίζονται σε γεωλογικά μοντέλα και σεισμικά δεδομένα, τα οποία αποτυπώνουν πιθανότητες και όχι εγγυήσεις για την ύπαρξη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων.

Η διαδικασία ξεκινά με εκτεταμένες σεισμικές έρευνες (σε πρώτη φάση δισδιάστατων και στη συνέχεια τρισδιάστατων) οι οποίες επιτρέπουν τον εντοπισμό υπόγειων δομών και πιθανών «στόχων», στη βάση μοντέλων γεωλογικής εξέλιξης κάθε παραχώρησης. Μόνο όταν η ανάλυση δείξει επαρκώς ισχυρές ενδείξεις, εξετάζεται το επόμενο και πιο κρίσιμο στάδιο, δηλαδή η διενέργεια ερευνητικής γεώτρησης. Πρόκειται για το μοναδικό εργαλείο που μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ή μη ενός κοιτάσματος, αλλά ταυτόχρονα και πολύ πιο δαπανηρό στάδιο, από την πρόσκτηση των σεισμικών δεδομένων.

Η Δυτική Ελλάδα και το έλλειμμα γεωτρητικών δεδομένων

Το παραπάνω χρονοδιάγραμμα επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση του μπλοκ 10, που πρόσφατα «εισήλθε» η Chevron και στο οποίο η Helleniq Energy έχει ήδη πραγματοποιήσει 3D σεισμικά. Καθώς το μπλοκ Α2 είναι όμορο της παραπάνω παραχώρησης (και με δεδομένο ότι πρόκειται για μικρό θαλασσοτεμάχιο), η κοινοπραξία των Chevron και Helleniq Energy σχεδιάζει να διενεργήσει απευθείας 3D σεισμικά, ώστε η μελέτη των δύο θαλασσοτεμαχίων να συγχρονιστεί και να αποκτηθεί ενιαία γεωλογική εικόνα. Αυτός είναι λόγος που το σχήμα ζήτησε και 15μηνη παράταση στο μπλοκ 10, για την περαιτέρω ανάλυση των μετρήσεων. 

Κοινός παρονομαστής των παραπάνω μπλοκ, όπως και όλων των υπόλοιπων ενεργών παραχωρήσεων, είναι πως για την περιοχή στην οποία ανήκουν (Δυτική Ελλάδα) υπάρχουν περιορισμένα γεωτρητικά δεδομένα. Η τελευταία ερευνητική γεώτρηση έγινε το 1982 στο Κατάκολο, πιστοποιώντας την ύπαρξη πετρελαϊκού συστήματος στην περιοχή.  Στελέχη του κλάδου αναφέρουν ότι το πετρέλαιο επιτρέπει συχνά την αξιοποίηση μικρότερων κοιτασμάτων σε σχέση με το φυσικό αέριο.

Ένα σημαντικός λόγος που η Δυτική Ελλάδα απουσιάζει εδώ και 10ετίες από τον χάρτη των γεωτρήσεων είναι ότι χαρακτηρίζεται από μεγάλα βάθη, τα οποία έως πρόσφατα δεν είναι τεχνικώς εφικτό να ερευνηθούν μέσω γεώτρησης. Επίσης, η γεωλογία της χαρακτηρίζεται από μεγάλη περιπλοκότητα.

Σημαντικό επίσης είναι επιπλέον πως έως το 2012 δεν υπήρχε το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο. 

Σε αντίθεση με πιο ώριμες περιοχές, όπου υπάρχει πλούσιο ιστορικό γεωτρήσεων, στη Δυτική Ελλάδα κάθε εκτίμηση με βάση τα σεισμικά δεδομένα φέρει μεγαλύτερη αβεβαιότητα, καθώς η εξέτασή τους δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με τα αποτελέσματα γεωτρήσεων σε κοντινές περιοχές.

Το αποδεκτό κατώφλι πιθανότητας

Ως αποτέλεσμα, το αποδεκτό όριο πιθανότητας επιτυχίας, για να ανάψει το «πράσινο φως» για μία γεώτρηση, θα πρέπει να ξεπερνά το 15%–20%. Πρόκειται για ένα κατώφλι που θεωρείται επαρκές για να περάσει μία παραχώρηση στο τρίτο στάδιο έρευνας, δεδομένου του περιορισμένου γεωτρητικού ιστορικού της περιοχής. Είναι ενδεικτικό ότι στο μπλοκ 2 αποφασίστηκε ερευνητική γεώτρηση, καθώς η πιθανότητα επιτυχίας αγγίζει το 16%. 

Σε πιο «ώριμες» ερευνητικά χώρες, όπου έχουν πραγματοποιηθεί πολλές γεωτρήσεις, το αντίστοιχο ποσοστό είναι υψηλότερο, λόγω καλύτερης κατανόησης του υπεδάφους. Έτσι, για παράδειγμα, στη Βρετανία ή στη Νορβηγία, προϋπόθεση για απόφαση εκκίνησης του τρίτου σταδίου ερευνών μπορεί να είναι ένα ποσοστό πάνω 35% πιθανότητας επιτυχίας.

Στη Δυτική Ελλάδα, όμως, είναι εντελώς διαφορετικά τα δεδομένα. Όπως τονίζεται από στελέχη του upstream, κάθε γεώτρηση δεν αποτελεί απλώς γεωλογικό «κρας τεστ» για μία παραχώρηση, αλλά προσφέρει και στην κατανόηση του υπεδάφους στην ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται το συγκεκριμένο μπλοκ. 

Πρωταγωνιστής η Helleniq Energy 

Τα δεδομένα πάντως αλλάζουν, με δεδομένο ότι ήδη δρομολογείται να μπει τρυπάνι στο μπλοκ 2. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αποτελεί φυσική απόρροια των τελευταίων δύο 10ετιών, όπου ο εγχώριος τομέας του upstream έχει εισέλθει σε φάση συστηματικής συλλογής γεωφυσικών δεδομένων.

 

Πιο συγκεκριμένα, η προηγούμενη 10ετία ήταν η δεκαετία των παραχωρήσεων, στις οποίες ενεργοποιήθηκαν συστηματικές έρευνες μετά το 2020, με την επένδυση δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ σε σεισμικά προγράμματα. 

 

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των παραχωρήσεων είναι πως σε όλες συμμετέχει η Helleniq Energy, η οποία επομένως έχει αναδειχθεί σε βασικό πυλώνα των εγχώριων ερευνών. Μετά και τις συνεργασίες με διεθνείς ομίλους, όπως η Chevron, η εταιρεία κατατάσσεται πλέον στην 3η θέση των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, με κριτήριο την έκταση των περιοχών που ερευνούν. Στην 1η θέση βρίσκεται η  Chevron. 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM