Πόσο κοστίζει σήμερα η αναπλήρωση των κενών αποθηκών αερίου της ΕΕ και τι θα πληρώσουμε τον χειμώνα
Με σημαντικά υψηλότερο κόστος από ό,τι πριν από έναν χρόνο πραγματοποιείται η φετινή αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για έναν ακριβότερο ενεργειακά χειμώνα για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και βιομηχανία.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι αποθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν αισθητά λιγότερο γεμάτες από τα συνήθη επίπεδα της εποχής. Είναι κυρίως ότι οι ποσότητες φυσικού αερίου που αποθηκεύονται αγοράζονται σε τιμές πολύ υψηλότερες από εκείνες του προηγούμενου καλοκαιριού, ανεβάζοντας σημαντικά το κόστος προμήθειας για τους ευρωπαϊκούς προμηθευτές.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Gas Infrastructure Europe (AGSI+), οι αποθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σήμερα περίπου στο 55% της συνολικής τους χωρητικότητας, περίπου 15 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον εποχικό μέσο όρο.
Την ίδια στιγμή, το ολλανδικό συμβόλαιο αναφοράς TTF κινείται στην περιοχή των 59-60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν τον αντίστοιχο περσινό μήνα διαπραγματευόταν κοντά στα 34-35 ευρώ/MWh. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη γεμίζει τις αποθήκες της με φυσικό αέριο που κοστίζει περίπου 70%-75% ακριβότερα από ό,τι πριν από έναν χρόνο.
Δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον για την αναπλήρωση
Η διαφορά αυτή μεταφράζεται σε τεράστια οικονομική επιβάρυνση.
Με συνολική αποθηκευτική δυναμικότητα που υπερβαίνει τις 1.100 TWh, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να προσθέσει περίπου 280 TWh φυσικού αερίου για να αυξήσει την πληρότητα από το σημερινό 55% στο 80%, επίπεδο που πλέον θεωρείται το ρεαλιστικό ελάχιστο για την έναρξη του χειμώνα.
Με διαφορά τιμής περίπου 25 ευρώ/MWh σε σχέση με πέρυσι, μόνο η πρόσθετη επιβάρυνση από την ακριβότερη αγορά φυσικού αερίου προσεγγίζει τα 7 δισ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται το κόστος αποθήκευσης, μεταφοράς, χρηματοδότησης και διαχείρισης των αποθεμάτων.
Εάν η Ευρώπη επιχειρούσε να επανέλθει στα επίπεδα του 90%, το επιπλέον κόστος αγοράς θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ, ανάλογα με την εξέλιξη των τιμών τους επόμενους μήνες.
Γιατί οι αποθήκες γεμίζουν αργά
Οι υψηλές τιμές έχουν περιορίσει τα εμπορικά κίνητρα των εταιρειών να αποθηκεύσουν φυσικό αέριο.
Παραδοσιακά, οι προμηθευτές αγοράζουν φθηνό φυσικό αέριο το καλοκαίρι και το διαθέτουν τον χειμώνα, όταν οι τιμές είναι υψηλότερες. Φέτος όμως οι θερινές τιμές βρίσκονται ήδη σε υψηλά επίπεδα, ενώ η διαφορά τους από τις χειμερινές τιμές δεν επαρκεί πάντα για να καλύψει το κόστος αγοράς, αποθήκευσης και χρηματοδότησης.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη συνεχίζει να ανταγωνίζεται την Ασία για φορτία LNG, καθώς μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών προμηθειών η εξάρτηση από το υγροποιημένο φυσικό αέριο έχει αυξηθεί σημαντικά.
Αλλάζουν οι κανόνες πλήρωσης
Η δυσκολία αναπλήρωσης των αποθεμάτων έχει οδηγήσει και σε αλλαγές του ευρωπαϊκού κανονισμού. Ενώ μετά την ενεργειακή κρίση του 2022 ίσχυε υποχρεωτικός στόχος πλήρωσης 90% έως την 1η Νοεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον εισαγάγει σημαντική ευελιξία.
Ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί οποτεδήποτε μεταξύ 1ης Οκτωβρίου και 1ης Δεκεμβρίου, ενώ τα κράτη-μέλη μπορούν να αποκλίνουν από τον στόχο όταν επικρατούν δυσμενείς συνθήκες στην αγορά ή τεχνικοί περιορισμοί. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατηρεί τη δυνατότητα να μειώσει περαιτέρω τις απαιτήσεις εφόσον συνεχιστούν οι δυσμενείς συνθήκες στην αγορά.
Οι αλλαγές αυτές έγιναν καθώς διαπιστώθηκε ότι οι αυστηροί στόχοι πλήρωσης λειτουργούσαν πολλές φορές ως παράγοντας ανόδου των θερινών τιμών, αφού οι πωλητές γνώριζαν ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες ήταν υποχρεωμένες να αγοράσουν μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου πριν από τον χειμώνα.
Πώς θα επηρεαστεί η Ελλάδα
Για την ελληνική αγορά, το αυξημένο κόστος του φυσικού αερίου μεταφράζεται σε δύο παράλληλες πιέσεις.
Η πρώτη αφορά την ίδια την αγορά φυσικού αερίου, καθώς οι νέες ποσότητες που εισάγονται αποκτώνται σε πολύ υψηλότερες τιμές.
Η δεύτερη αφορά την ηλεκτρική ενέργεια. Παρά τη συνεχή αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ, οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την οριακή τιμή στο Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας, ιδιαίτερα τις ώρες χαμηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Αυτό σημαίνει ότι ένα TTF κοντά στα 60 ευρώ/MWh διατηρεί υψηλό και το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, αυξάνοντας τη χονδρεμπορική τιμή και ασκώντας πίεση στα κυμαινόμενα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας.
Για τα νοικοκυριά με σταθερά συμβόλαια οι επιπτώσεις θα είναι περιορισμένες μέχρι τη λήξη των συμβάσεων τους. Αντίθετα, οι καταναλωτές με κυμαινόμενα τιμολόγια, αλλά και οι επιχειρήσεις που αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια με σύνδεση στη χονδρεμπορική αγορά, θα είναι περισσότερο εκτεθειμένοι εάν οι υψηλές τιμές φυσικού αερίου διατηρηθούν μέχρι τον χειμώνα.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις αναμένεται να ασκηθούν στην ενεργοβόρο βιομηχανία, όπου το φυσικό αέριο αποτελεί τόσο καύσιμο παραγωγής όσο και βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Για κλάδους όπως η μεταλλουργία, τα τσιμέντα, τα χημικά, το γυαλί και τα λιπάσματα, η παραμονή του TTF σε υψηλά επίπεδα συνεπάγεται αυξημένο κόστος παραγωγής και περαιτέρω επιβάρυνση της ανταγωνιστικότητας έναντι τρίτων χωρών.
Έτσι, ακόμη κι αν η Ευρώπη αποφύγει προβλήματα επάρκειας τον ερχόμενο χειμώνα, δύσκολα θα αποφύγει τον υψηλότερο ενεργειακό λογαριασμό. Το ακριβότερο φυσικό αέριο που εισέρχεται σήμερα στις αποθήκες θα αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία θα διαμορφωθούν οι τιμές του φυσικού αερίου και, κατ' επέκταση, της ηλεκτρικής ενέργειας τους επόμενους μήνες.