Ενεργειακή πολιτική στην εποχή της γεωπολιτικής αστάθειας
Δύο μέρες μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου η τιμή του ορυκτού αερίου στο Ολλανδικό χρηματιστήριο TTF εκτοξεύτηκε από τα 32 στα 54 €/MWh, ενώ στα μέσα Μαρτίου κορυφώθηκε φτάνοντας τα 62 €/MWh. Τρεις μήνες μετά την έναρξη της σύρραξης, εξακολουθεί να κυμαίνεται σε επίπεδα πάνω από 50% υψηλότερα σε σχέση με τις τιμές πριν τον πόλεμο. Αυξήσεις σημειώθηκαν και στις τιμές του πετρελαίου αν και ηπιότερες από αυτές του αερίου: Με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η άνοδος ως σήμερα στο κόστος βενζίνης, πετρελαίου κίνησης και πετρελαίου θέρμανσης στην ΕΕ-27 είναι 15%, 19% και 37%, αντίστοιχα.
Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν τα κράτη μέλη της ΕΕ-27 για την αντιμετώπιση της νέας κρίσης, συμπεριλαμβανομένου του αυξημένου κόστους αγοράς ορυκτών καυσίμων, στους δύο πρώτους μήνες από την έναρξη του πολέμου εκτιμήθηκαν σε € 40 δισεκ. από το Ινστιτούτο Ντελόρ. Οι δαπάνες αυτές στερούν πολύτιμους πόρους από τις αναγκαίες επενδύσεις για την ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης, οι οποίοι αποτιμήθηκαν στην έκθεση Ντράγκι σε € 800 δισεκ. ετησίως.
Ωστόσο, οι συνέπειες της νέας κρίσης δεν είναι μόνο οικονομικές. Η νέα γεωπολιτική αστάθεια αναζωπύρωσε πολιτικές θέσεις που, αν κυριαρχήσουν, ενδέχεται να εκτροχιάσουν την Ευρώπη από την πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.
Η Ιταλία ανέβαλε το κλείσιμο των πλέον ρυπογόνων ανθρακικών της μονάδων κατά 13 χρόνια, ενώ ταυτόχρονα θέλει να ληφθούν μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να αμβλυνθεί η επίδραση που έχει η τιμή άνθρακα του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, η Ιταλία όπως και η Αυστρία ένωσαν δυνάμεις με τη Γερμανία η οποία, κάτω από την πίεση της πανίσχυρης ένωσης Business Europe των βιομηχανικών οργανισμών από όλη την Ευρώπη, ζητά τη διαιώνιση του μέτρου των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών CO2. Το μέτρο αυτό που έδινε τα τελευταία 21 χρόνια η ΕΕ στην ενεργοβόρο βιομηχανία τη δυνατότητα να ρυπαίνει χωρίς να πληρώνει, αποτελεί τον βασικό λόγο για την πολύ αργή πορεία μείωσης των βιομηχανικών εκπομπών. Για τον λόγο αυτό άλλωστε η ΕΕ αποφάσισε το 2023 και έπειτα από έντονες πολιτικές ζυμώσεις, τρία πράγματα. Πρώτον, τη σταδιακή κατάργηση του μέτρου των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών μεταξύ 2026 και 2034. Δεύτερον, τη γενναία αύξηση των χρηματοδοτήσεων προς τη βιομηχανία για επενδύσεις απανθρακοποίησης. Τρίτον, τη θέσπιση του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, μιας από τις πιο έξυπνες νομοθετικές ρυθμίσεις της ΕΕ, προκειμένου να προστατεύσει την ευρωπαϊκή βαριά βιομηχανία απέναντι στον ανταγωνισμό από αντίστοιχες βιομηχανίες με έδρα τρίτες χώρες οι οποίες δεν τιμολογούν τον άνθρακα.
Η Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί την Ιταλία και τη Γερμανία σε αυτές τις υποχωρήσεις. Όπως προκύπτει από την τοποθέτηση της χώρας στην πρόσφατη συνάντηση των ευρωπαίων υπουργών ενέργειας στην Κύπρο, «η ανάγκη μείωσης των εκπομπών δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για την αποδυνάμωση της ενεργειακής μας ασφάλειας».
Αποτελεί όμως πράγματι η πράσινη ενεργειακή μετάβαση αντίπαλο της ενεργειακής ασφάλειας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας;
Η εξέταση των δεδομένων από την προηγούμενη γεωπολιτική αστάθεια που κλιμακώθηκε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, και οδήγησε στην πρωτοφανή κρίση ενεργειακών τιμών της περιόδου 2021-2023, μπορεί να προσφέρει πολύτιμα μαθήματα.
Καταρχάς, η Ευρώπη αντέδρασε με γρήγορα ανακλαστικά θεσπίζοντας το REPowerΕU και κατόρθωσε μέσα σε δύο χρόνια να μειώσει την κατανάλωση ορυκτού αερίου συνολικά κατά 25%. Η Ελλάδα ξεπέρασε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο με επίδοση -27%. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η μείωση αφορούσε αέριο όλων των προελεύσεων και όχι μόνο από τη Ρωσία. Εκεί η μείωση ήταν προφανώς πιο εντυπωσιακή καθώς η Ελλάδα, για παράδειγμα, πέτυχε να περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικού αερίου σχεδόν στο μισό (-48%) στη διάρκεια της διετίας 2021-2023.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι το ενεργειακό κενό που δημιουργήθηκε δεν καλύφθηκε από άλλα ορυκτά καύσιμα. Παρά την έντονη φημολογία περί «comeback» του λιγνίτη και του λιθάνθρακα στην Ευρώπη, τα στοιχεία δείχνουν ότι κάτι τέτοιο δεν ευοδώθηκε. Σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση η αύξηση μεταξύ 2021 και 2022 ήταν μόλις 7% (29 TWh) ενώ η χρήση κάρβουνου το 2023 κατέρρευσε με αποτέλεσμα μείωση κατά 24% στη διετία 2021-2023. Η περίπτωση της Ελλάδας ήταν ακόμα πιο χαρακτηριστική. Ενώ η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον διπλασιασμό της χρήσης του λιγνίτη το 2022 (αύξηση 100%), στο τέλος της χρονιάς καταγράφηκε αύξηση λιγότερο από 5% σε σχέση με το 2021. Αν μάλιστα η σύγκριση γίνει μεταξύ 2021 και 2023, διαπιστώνεται ότι η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη, αντί να αυξηθεί, μειώθηκε κατά 16%.
Την «παρτίδα» κατά τη διάρκεια της κρίσης 2021-2023 έσωσαν οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Η συμμετοχή τους στην κάλυψη της εγχώριας ζήτησης αυξήθηκε κατά 23% ενώ η συνεισφορά τους στη μείωση του κόστους των λογαριασμών ενέργειας των καταναλωτών μέσω του μηχανισμού πλαφόν που θεσπίστηκε τότε, ξεπέρασε το 60%.
Ίσως, η πιο εντυπωσιακή αλλαγή που συντελέστηκε τότε ήταν η συμμετοχή των πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση. Βλέποντας ότι οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα παρά τις κρατικές παρεμβάσεις, νοικοκυριά, αγρότες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δήμοι και ενεργειακές κοινότητες στράφηκαν στην αυτοπαραγωγή μέσω φωτοβολταϊκών. Οι αιτήσεις για έργα αυτοπαραγωγής στη χώρα πενταπλασιάστηκαν την περίοδο 2021-2023, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς τριπλασιάστηκε.
Συνεπώς, η ενεργειακή κρίση εκείνης της περιόδου αντιμετωπίστηκε τελικά όχι μέσω νέων υποδομών ορυκτών καυσίμων ή αύξησης της λιγνιτικής παραγωγής, αλλά χάρη στην επιτάχυνση της μετάβασης προς τις ΑΠΕ και στη συμμετοχή μικρών και μεγάλων παραγωγών καθαρής ενέργειας.
Η ιστορία θα μπορούσε να είχε «happy end» αν μεταξύ της τότε κρίσης και της σημερινής δεν μεσολαβούσαν οι λανθασμένες πολιτικές επιλογές του 2024 και του 2025. Η αυτοπαραγωγή επιβραδύνθηκε σημαντικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ισχύς των νέων αιτήσεων τέτοιων έργων τη διετία 2024-2025 αυξήθηκε κατά λιγότερο από 500 MW, ενώ η αντίστοιχη αύξηση της διετίας 2021-2023 ήταν σχεδόν υπερτριπλάσια, αγγίζοντας τα 1600 MW. Εκτός από την έλλειψη ηλεκτρικού χώρου, σημαντικό ρόλο σε αυτή την επιβράδυνση έπαιξαν οι περιορισμένοι πόροι που διοχετεύτηκαν στην ενίσχυση έργων αυτοπαραγωγής, οι μεγάλες καθυστερήσεις στη εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης και οι ακόμα μεγαλύτερες καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου για την αυτοπαραγωγή και τη μετάβαση από το net metering στο net billing.
Επιπλέον, μετά τη μερική αποκλιμάκωση των τιμών προμήθειας ορυκτού αερίου, η αύξηση της χρήσης του, ειδικά στην ηλεκτροπαραγωγή, ήταν αλματώδης. Έτσι, το 2025 έκλεισε με ιστορικό υψηλό στη συνολική εγχώρια κατανάλωση αερίου υπερβαίνοντας τις 70 TWh, με τις 49 TWh από αυτές να καταλήγουν στην ηλεκτροπαραγωγή. Τμήμα της ηλεκτροπαραγωγής από αέριο μάλιστα διοχετεύτηκε σε εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας στις γειτονικές χώρες, αυξάνοντας ωστόσο τις τιμές στην εγχώρια χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού. Δεδομένης μάλιστα της ισχυρής συσχέτισης της χονδρικής με τη λιανική αγορά, η άνοδος των τιμών που προέκυψε από την αυξημένη χρήση ορυκτού αερίου «πέρασε» και στους τελικούς καταναλωτές. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα αναδείχθηκε ως η ακριβότερη χώρα στην ΕΕ-27 για το 2025 στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων λιανικής σε όρους αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η πραγματική αιτία των διαδοχικών ενεργειακών κρίσεων δεν είναι πρωτίστως η ίδια η γεωπολιτική αστάθεια, αλλά η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Και αυτή ακριβώς η διαπίστωση αφήνει περιθώριο αισιοδοξίας. Τις γεωπολιτικές κρίσεις δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε. Μπορούμε όμως να περιορίσουμε την εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα — όπως απέδειξε η εμπειρία της περιόδου 2021-2023.
Η ουσιαστική και μόνιμη θωράκιση της οικονομίας και των νοικοκυριών δεν βρίσκεται σε νέους αγωγούς ορυκτού αερίου, σε πρόσθετες υποδομές LNG, σε νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από αέριο, σε εξορύξεις εγχώριων υδρογονανθράκων ή στην ανάπτυξη μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων, όπως συζητείται τελευταία. Βρίσκεται στην επιτάχυνση της αποθήκευσης ενέργειας, στην ενίσχυση της αυτοπαραγωγής, στην αναβάθμιση των δικτύων και στον εξηλεκτρισμό μεταφορών και βιομηχανίας, ώστε ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που καταναλώνουμε να προέρχεται από φθηνές και εγχώριες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Νίκος Μάντζαρης, Επικεφαλής Αναλυτής Πολιτικής και Συν-ιδρυτής, The Green Tank
To άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2026 που εξέδωσε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress.