Τοπίο στην ομίχλη το πλαίσιο και τα κόστη για την ανακύκλωση των μπαταριών αποθήκευσης – Φόβοι της αγοράς για ένα «deja vu» του χάους που δημιουργήθηκε με τα φωτοβολταϊκά πάνελ
Εν αναμονή αποφάσεων για την οριστικοποίηση του πλαισίου διαχείρισης των αποβλήτων μπαταριών συστημάτων αποθήκευσης βρίσκεται η αγορά, καθώς εκκρεμεί η ρύθμιση μιας σειράς ζητημάτων, λίγους μήνες πριν από τη θέση σε λειτουργία των πρώτων μονάδων.
Η ανάγκη εναρμόνισης με τον νέο ευρωπαϊκό κανονισμό και η καθολική συμμόρφωση της αγοράς με αυτόν, βρίσκεται στον πυρήνα των ανοιχτών θεμάτων, ενώ ανησυχίες εγείρονται τόσο για το υψηλό περιβαλλοντικό τέλος, όσο και για τα αυξημένα κόστη και προκλήσεις που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τα συστήματα συλλογικής διαχείρισης.
Ο ευρωπαϊκός κανονισμός
Με την εφαρμογή του νέου κανονισμού της ΕΕ για τη διαχείριση των μπαταριών λιθίου, η κύρια ευθύνη για την διαχείριση των μονάδων σε όλο τον κύκλο ζωής τους, από τις πρώτες ύλες έως τα απόβλητα, μετατίθεται πλέον στους παραγωγούς (την εταιρεία που πραγματοποιεί την πρώτη τοποθέτηση της μονάδας). Όπως είναι γνωστό, ένας επενδυτής οφείλει να καταβάλει ένα περιβαλλοντικό τέλος κατά την τοποθέτηση των μονάδων του στην αγορά, προκειμένου να εξασφαλίζει την διαχείρισή τους στο τέλος του κύκλου ζωής τους.
Συγκεκριμένα, κάθε εταιρεία υποχρεούται να δηλώνει ετησίως τις ποσότητες που διαθέτει στην αγορά -σε τεμάχια και βάρος- και στη συνέχεια, βάσει της εγκεκριμένης τιμής από τον ΕΟΑΝ, υπολογίζεται το ύψος της εισφοράς, το οποίο καταβάλλεται από τους υπόχρεους εντός της ίδιας χρονικής περιόδου που γίνεται η δήλωση.
Ανάγκη για ένα σαφές πλαίσιο
Δεδομένου ότι, η αγορά αποθήκευσης βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα, καθίσταται σαφές πως, σε ότι αφορά τη διαχείριση των μπαταριών, με όλες παραμέτρους που σχετίζονται με αυτή, μιλάμε αντίστοιχα για μια υπό διαμόρφωση αγορά.
Εντούτοις, είναι κρίσιμο η χώρα να εναρμονιστεί άμεσα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, με τη διαμόρφωση ενός σαφούς κανονιστικού πλαισίου, διαδικασία που ήδη έχει καθυστερήσει, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρώτα έργα μπαταριών αναμένεται να λειτουργήσουν εντός του 2026.
Να αποτυπωθούν τα μεγέθη της αγοράς
Το πρώτο και κρισιμότερο ζήτημα, όπως τονίζουν πηγές της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress, είναι να προχωρήσει μια πρώτη “ακτινογραφία” του κλάδου. Να υπάρξει δηλαδή σαφής καταγραφή των ενδιαφερόμενων επενδυτών, των μονάδων που αναμένεται να εγκατασταθούν, συνολικά να αποτυπωθούν τα μεγέθη της αγοράς. Η διαδικασία αυτή κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να εξασφαλιστεί και η συμμόρφωση με τον κανονισμό, με τη θέσπιση των κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου, ώστε να αποφευχθούν πιθανά φαινόμενα εισφοροδιαφυγής.
“Εάν δεν κάνουμε τώρα τα βήματα που χρειάζεται, πριν μπουν σε λειτουργία τα πρώτα έργα, θα έρθουμε αντιμέτωποι με σοβαρό πρόβλημα στην αγορά”, τονίζουν χαρακτηριστικά αρμόδιοι παράγοντες.
Όπως σημείωσε άλλωστε μιλώντας στο Renewable & Storage Forum, ο Διονύσιος Μπουντουβάς, Διευθύνων Σύμβουλος της COMBATT, εταιρείας που λειτουργεί ως συλλογικό σύστημα διαχείρισης, οι μεγάλες μονάδες αποθήκευσης ενέργειας χαρακτηρίζονται από σημαντικές ιδιαιτερότητες και κατά συνέπεια θα πρέπει να θεωρηθούν ως μια διακριτή κατηγορία στα πλαίσια του Εθνικού Μητρώου Παραγωγών.
Υψηλά κόστη διαχείρισης και κίνδυνοι ασφάλειας
Στο επίκεντρο του προβληματισμού από πλευράς συστημάτων διαχείρισης μπαταριών βρίσκονται και οι προκλήσεις που προκύπτουν από τη διαδικασία συλλογής, συγκέντρωσης και ανακύκλωσης των μονάδων.
Μια βασική πρόκληση παραμένει η έλλειψη υποδομών ανακύκλωσης στην Ελλάδα, ενώ είναι εξαιρετικά λίγες σε όλη την Ευρώπη. Ενδεικτικά, αυτή τη στιγμή στη χώρα μας, υπάρχουν μόλις 2 αδειοδοτημένοι συλλέκτες και 2 αποθήκες συγκέντρωσης για μπαταρίες λιθίου. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη για παράδειγμα τον μεγάλο όγκο μιας τέτοιας μονάδας, το εγχείρημα της συλλογής και αποθήκευσης καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο, σε αντίθεση με την πείρα που υπάρχει από άλλες μονάδες, όπως τις μπαταρίες μολύβδου. Επιπλέον, ακριβώς λόγω των χαρακτηριστικών τους τα κόστη διαχείρισης διαμορφώνονται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα, τίθεται και το ζήτημα της ασφάλειας σε όλη αυτή τη διαδικασία, καθώς εγκυμονεί σημαντικούς κινδύνους ασφάλειας, λόγω για παράδειγμα των εύφλεκτων υλικών που εμπεριέχουν οι μονάδες.
«Βαρίδι» για τα μεγάλα συστήματα το περιβαλλοντικό τέλος
Ασφαλώς από πλευράς επενδυτών, το μεγαλύτερο ζήτημα αφορά στο ύψος και τον τρόπο καταβολής του περιβαλλοντικού τέλους, το οποίο βάσει του υφιστάμενου πλαισίου διαμορφώνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Είναι ενδεικτικό ότι, με το τέλος για τις μπαταρίες λιθίου καθορισμένο στα 3 ευρώ/κιλό, ένα μεγάλο σύστημα 100 τόνων θα κληθεί να καταβάλει μια εισφορά ύψους 300.000 ευρώ. Ταυτόχρονα, μια αρρυθμία αποτελεί και η εφάπαξ καταβολή ολόκληρου του ποσού, μόλις ολοκληρωθεί η τοποθέτηση της μπαταρίας, αποκλείοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο κάθε δυνατότητα αναπροσαρμογής του τέλους σε ένα βάθος χρόνου, παρά το γεγονός ότι είναι πιθανή με την ανάπτυξη της βιομηχανίας ανακύκλωσης, μια μείωση του πραγματικού κόστους διαχείρισης των αποβλήτων.
Τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα οι παραγωγοί να καλούνται να επωμιστούν ένα σημαντικό κόστος, μέσω του περιβαλλοντικού τέλους, ενώ το ποσό αυτό θα αξιοποιηθεί έπειτα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε από το βήμα του Renewable & Storage Forum η κ. Σοφία Χούμα, σύμβουλος στρατηγικής ανάπτυξης της Re-Battery, έτερου συστήματος διαχείρισης που δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά, “ουσιαστικά ζητείται στους επενδυτές να καταβάλουν ένα ποσό σήμερα, που θα αξιοποιηθεί πολύ αργότερα για την ανακύκλωση”, σε ορίζοντα 10ετίας τουλάχιστον, αν λάβουμε υπόψη το πού κυμαίνεται ο μέσος χρόνος ζωής μιας μεγάλης μπαταρίας.
Εργαλεία ευέλικτων πληρωμών και αναπροσαρμογή του τέλους
Από την πλευρά τους τα συλλογικά συστήματα διαχείρισης μπαταριών υποστηρίζουν την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πλαισίου που θα προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στην απόδοση του περιβαλλοντικού τέλους.
Πρωταρχικό ζήτημα που τίθεται, αφορά στο να καθορίζεται η εισφορά με βάση τα πραγματικά τεχνοοικονομικά δεδομένα της αγοράς, που θα αποτυπώνουν με ρεαλιστικό τρόπο τα κόστη διαχείρισης των αποβλήτων. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα αναπροσαρμογής του σχετικού ποσού, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα που γεννά η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η ωρίμανση της αγοράς. Επομένως, όσο θα περιορίζονται σε μια πορεία τα κόστη διαχείρισης, θα υπάρχει η δυνατότητα να μειώνεται και η περιβαλλοντική εισφορά.
Μεταξύ των προτεινόμενων εργαλείων που προκρίνονται είναι η θέσπιση εγγυητικών επιστολών ή οι τμηματικές πληρωμές, όπου οι παραγωγοί ουσιαστικά θα έχουν τη δυνατότητα να εξοφλούν το σύνολο του ποσού σε ένα βάθος χρόνου και όχι προκαταβολικά, με την τοποθέτηση των μονάδων. Ακόμα, προκρίνεται η εφαρμογή δικλείδων ασφαλείας, όπου η σύνδεση μιας μονάδας στο δίκτυο θα εξαρτάται από τη συμμόρφωση με τον κανονισμό.
Να μη επαναληφθούν τα ίδια λάθη με τα πάνελ
Όλα τα παραπάνω όπως είναι λογικό έχουν εγείρει προβληματισμούς από πλευράς παραγωγών, με υπαρκτό τον κίνδυνο, τόσο αξιοποιώντας νομοθετικές αρρυθμίες, όσο και λόγω του υφιστάμενου υψηλού περιβαλλοντικού τέλους, να υπάρξουν φαινόμενα μη καταβολής των εισφορών ή υποδήλωσης των μονάδων μπαταριών.
Παράδειγμα προς αποφυγή άλλωστε αποτελεί ο κλάδος των φωτοβολταϊκών, όπου τείνει να γενικεύεται η «στάση πληρωμών» από όλο και περισσότερους παραγωγούς. Μάλιστα, όπως υπογραμμίζουν πηγές της αγοράς αποθήκευσης, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος, εάν επαναληφθούν τα ίδια λάθη και δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και με σωστό τρόπο οι εκκρεμότητες, να δούμε παρόμοιες εικόνες και στις μπαταρίες.
Ζητούμενο, επομένως, παραμένει η διαμόρφωση ενός νέου αποτελεσματικού και βιώσιμου κανονιστικού πλαισίου, ώστε να μην επιβαρυνθεί στο σύνολό της η αγορά με υπέρμετρα υψηλά κόστη, που εγκυμονούν τον κίνδυνο η διαχείριση των αποβλήτων μπαταριών να παραμείνει σχέδιο επί χάρτου.