Συνομιλίες Eurelectric βιομηχανίας: Κοινό μέτωπο εταιρειών ενέργειας και ενεργοβόρων για τη διάσωση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας – Η πρόταση για «electrification bank»
Η ευρωπαϊκή βαριά βιομηχανία και οι εταιρείες ηλεκτρισμού φαίνεται να συγκλίνουν περισσότερο από ποτέ στην ανάγκη επιτάχυνσης του εξηλεκτρισμού ως βασικής προϋπόθεσης για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Αυτό ήταν ένα από τα κεντρικά μηνύματα που αναδείχθηκαν από την ηγεσία της Eurelectric στο περιθώριο του Power Summit στο Ελσίνκι, όπου η συζήτηση επικεντρώθηκε στις επαφές που έχει αναπτύξει η ένωση των ευρωπαϊκών εταιρειών ηλεκτρισμού με τους εκπροσώπους της ενεργοβόρου βιομηχανίας.
Η ηγεσία της Eurelectric αποκάλυψε ότι το τελευταίο διάστημα βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς κλάδους της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων η χαλυβουργία, η μεταλλουργία, η βιομηχανία αλουμινίου και ο κλάδος του τσιμέντου, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα κοινό σχέδιο για τη μετάβαση σε παραγωγικές διαδικασίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Eurelectric, Markus Rauramo, το βασικό συμπέρασμα αυτών των συζητήσεων είναι ότι οι ίδιες οι βιομηχανίες δεν αμφισβητούν πλέον τον εξηλεκτρισμό ως στρατηγική επιλογή. Αντιθέτως, αναγνωρίζουν ότι αποτελεί τη μοναδική ρεαλιστική διαδρομή για τη μείωση των εκπομπών και τη διασφάλιση μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων απαιτήσεων για καθαρή παραγωγή.
Το πρόβλημα εντοπίζεται αλλού: στο κόστος και στη δυνατότητα χρηματοδότησης της μετάβασης.
Όπως εξήγησε ο πρόεδρος της Eurelectric, πολλές ενεργοβόρες βιομηχανίες βρίσκονται σήμερα υπό έντονη οικονομική πίεση και δυσκολεύονται να προχωρήσουν στις απαραίτητες επενδύσεις για την αντικατάσταση μονάδων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα. Παρά το γεγονός ότι διαθέτουν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, η τρέχουσα οικονομική συγκυρία περιορίζει τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν μόνες τους μεγάλης κλίμακας επενδύσεις εξηλεκτρισμού.
Για τον λόγο αυτό, η Eurelectric ζητά η ευρωπαϊκή πολιτική να εστιάσει λιγότερο στη θέσπιση νέων στόχων και περισσότερο στη δημιουργία των εργαλείων που θα επιτρέψουν στις επενδύσεις να γίνουν πραγματικότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση για ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Eurelectric επαναφέρει την ιδέα δημιουργίας μιας «Electrification Bank», στα πρότυπα της Hydrogen Bank που ήδη λειτουργεί για την προώθηση του πράσινου υδρογόνου. Η λογική είναι ότι μέρος των εσόδων από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) θα μπορούσε να κατευθυνθεί στη στήριξη βιομηχανικών επενδύσεων εξηλεκτρισμού, επιταχύνοντας τη μετάβαση χωρίς να επιβαρύνεται υπερβολικά η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η συζήτηση γύρω από το νέο μοντέλο συνεργασίας που προωθεί η Eurelectric υπό τον τίτλο «Power Couples». Πρόκειται για σχήματα συνεργασίας μεταξύ παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, δικτύων και βιομηχανικών καταναλωτών, με στόχο τη δημιουργία μακροχρόνιων συμβολαίων, την από κοινού αξιοποίηση υποδομών και τη μείωση του επενδυτικού κινδύνου.
Η λογική πίσω από το μοντέλο είναι ότι η εποχή κατά την οποία η σχέση βιομηχανίας και ηλεκτρισμού περιοριζόταν σε μια απλή εμπορική συναλλαγή έχει παρέλθει. Η μετάβαση απαιτεί πλέον στενότερη συνεργασία, κοινό σχεδιασμό και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα τόσο για τον παραγωγό όσο και για τον καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως επισημάνθηκε από τα στελέχη της Eurelectric, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή πρόκληση: αφενός να διατηρήσει τη βιομηχανική της βάση και αφετέρου να επιτύχει τους στόχους απανθρακοποίησης. Η απάντηση που φαίνεται να διαμορφώνεται είναι η δημιουργία νέων συμμαχιών ανάμεσα στις εταιρείες ηλεκτρισμού και τη βαριά βιομηχανία, με κοινό παρονομαστή τον εξηλεκτρισμό.
Για την Eurelectric, η συζήτηση δεν αφορά πλέον το αν θα προχωρήσει ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας, αλλά το πόσο γρήγορα θα δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε οι επενδύσεις να γίνουν τραπεζικά χρηματοδοτήσιμες και να περάσουν από τη θεωρία στην πράξη. Αυτό, άλλωστε, θεωρείται και το κλειδί για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι στις ΗΠΑ και την Ασία τα επόμενα χρόνια.