Πόλεμος για "υγιή" πρατήρια στο φλεγόμενο ναρκοπέδιο της αγοράς καυσίμων
Την ένταξη στο «χαρτοφυλάκιό» τους, νέων πρατηρίων, τα οποία όμως να έχουν υγιή χρηματοοικονομικά και να μπορούν να αντέξουν στη μάχη του ανταγωνισμού των τιμών, επιδιώκουν το τελευταίο διάστημα οι εταιρείες εμπορίας καυσίμων, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να περιορίσουν τις απώλειες που καταγράφουν λόγω της μείωσης της ζήτησης.
Ο καθοριστικός παράγοντας που επηρέασε συνολικά τον κλάδο και οδηγεί σε αναδιάταξη δυνάμεων είναι η μείωση στην κατανάλωση καυσίμων που ήρθε ως συνέπεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως όμως της ραγδαίας αύξησης των τιμών εξαιτίας της «εκτόξευσης» των φόρων. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς η κατανάλωση καυσίμων τους τρείς τελευταίους μήνες, εμφανίζει μέση πτώση άνω του 30%, ενώ στη σούπερ αμόλυβδη, που είναι το ακριβότερο καύσιμο, η μείωση φθάνει στο 70%!
Συνολικά, δε, η αγορά καυσίμων βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση αντιμετωπίζοντας την αύξηση των τιμών, τη μείωση της κατανάλωσης, τη σημαντική αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους (υψηλότερα κεφάλαια κίνησης για τη διακίνηση του ίδιου εμπορεύματος καθώς οι φόροι προκαταβάλλονται), σε περίοδο μάλιστα που τα δανειακά κεφάλαια είναι δυσεύρετα και ακριβά. Την ίδια στιγμή, έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα «φέσια» από τους πρατηριούχους, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές και οι επισφάλειες.
Πάνω από 1100 υπολογίζονται τα πρατήρια καυσίμων σε όλη τη χώρα που, είτε έχουν κλείσει, είτε υπολειτουργούν τους τελευταίους μήνες καθώς αδυνατούν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους προς τις εταιρίες εμπορίας και αυτές σταμάτησαν να τα εφοδιάζουν με καύσιμα.
Ποιές είναι οι κινήσεις των εταιρειών εμπορίας έναντι αυτής της κατάστασης; Προσπαθούν να αυξήσουν επιλεκτικά το δίκτυό τους, είτε «χτυπώντας» προνομιακά και υγιή βενζινάδικα από άλλες εταιρείες, είτε διεκδικώντας πρατήρια που «απελευθερώθηκαν» από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, μετά την εξαγορά της BP από τον όμιλο των Ελληνικών Πετρελαίων (το deal μεταξύ της Motor Oil και της Shell δεν θα απελευθερώσει αξιοσημείωτο αριθμό πρατηρίων). Ωστόσο όλες οι κινήσεις γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή, (σαν να κινούνται σε ναρκοπέδιο, λεει χαρακτηριστικά, παράγοντας του χώρου), καθώς οι κίνδυνοι είναι προφανείς: να αυξήσουν δηλαδή το τζίρο τους αλλά ταυτόχρονα να μεγιστοποιήσουν τις επισφάλειές τους.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, σήμερα στην αγορά προσφέρονται για πώληση 1.000 περίπου πρατήρια, κυρίως λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Ως εκ τούτου, οι εταιρείες εμπορίας έχουν ακόμα τη δυνατότητα να «διαλέγουν». Είναι άλλωστε υποχρεωμένες να το κάνουν, καθώς τα περιθώρια κέρδους του κλάδου, σύμφωνα με μεγάλη έρευνα της STAT BANK μεταξύ των 85 μεγαλύτερων επιχειρήσεων πετρελαιοειδών προϊόντων, κινήθηκαν το 2009 στα επίπεδα του 0,68%, επίδοση απαγορευτική για αρκετές μεμονωμένες εταιρίες που λειτούργησαν, από πέρυσι, στο κόκκινο.
Αυτός, μεταξύ άλλων, είναι ο λόγος για τον οποίο άρχισαν να καταγράφονται εκ νέου, σχέδια συγχωνεύσεων και εξαγορών των μικρών εταιρειών του κλάδου, κυρίως από τους «μεσαίους».
Πρέπει να σημειωθεί ότι το οικονομικό έτος 2009, με βάση την ίδια έρευνα της STAT BANK συντελέστηκε η πλέον ραγδαία ανακατανομή δυνάμεων και βεβαίως κερδών στην εγχώρια αγορά καυσίμων. Βασικός μοχλός για την ανακατανομή δυνάμεων στην αγορά του «μαύρου χρυσού» ήταν η αλλαγή της πιστωτικής πολιτικής των διυλιστηρίων τα οποία από τον Απρίλιο του 2009 μείωσαν ριζικά τον χρονικό ορίζοντα της πίστωσης προς τις εταιρίες. Έτσι από 40 ημέρες, η πίστωση έχει πέσει αυστηρά στις 20 ημέρες. Αυτό είχε ως συνέπεια η πίεση να μεταφερθεί από τις εταιρείες στους πρατηριούχους που πλέον μετρούν σημαντικές απώλειες. Πλεονέκτημα, όσον αφορά το στοιχείο αυτό, έχουν οι εταιρείες εμπορίας που είναι «συνδεδεμένες» με διυλιστήρια. Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι τα συνολικά καθαρά κέρδη των δύο διυλιστικών επιχειρήσεων της χώρας (Ελληνικά Πετρέλαια και Μότορ Όιλ) άγγιξαν σχεδόν τα 350 εκατομμύρια ευρώ το 2009 έναντι ζημιών 42,7 εκατομμυρίων ευρώ το 2008. Η διυλιστική βιομηχανία της χώρας εργάστηκε με ένα περιθώριο κέρδους 5,7% που θεωρείται ιδιαίτερα υψηλή επίδοση στο σύνολο της βιομηχανίας της χώρας.
Τα οικονομικά αποτελέσματα
- Στη πρώτη θέση από άποψη τζίρου βρέθηκε η ΕΚΟ (ανήκει στον όμιλο των ΕΛΠΕ) η οποία διαχειρίστηκε πωλήσεις 1,6 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η εταιρία ωστόσο εμφάνισε κάθετη μείωση των καθαρών της αποτελεσμάτων. Έτσι, από κέρδη το 2008 πέρασε σε ζημιές το 2009. Το στοίχημα που θα κληθεί να λύσει η διοίκηση των ΕΛΠΕ και της ΕΚΟ είναι η εύρυθμη λειτουργία υπό την ίδια στέγη των δύο εταιρειών εμπορίας – της ΕΚΟ και της BP.
- Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Shell η οποία όμως εμφάνισε σημαντική μείωση των ζημιών της. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Shell συνεχίζει να υλοποιεί ένα ιδιαίτερα επιθετικό πρόγραμμα εμπορικής πολιτικής και ανταγωνιστικών λιανικών τιμών.
- Η Jetoil με τα 620 πρατήριά της βρέθηκε στην τρίτη θέση από άποψη τζίρου, διαχειριζόμενη πωλήσεις που υπερέβησαν το 1 δισ. ευρώ.
- Η Aegean Oil βρέθηκε στην 4η θέση από άποψη τζίρου ενώ αύξησε την κερδοφορία της κατά 5,2%.
- Ιδιαίτερα θετική εξακολούθησε να εμφανίζεται η πορεία της Avin που ανήκει στον όμιλο της Μότορ Όϊλ. Η εν λόγω εταιρία αύξησε τη κερδοφορία της κατά 11%, γεγονός που την κατατάσσει σε μία από τις καλύτερες θέσεις κερδοφορίας μεταξύ των ελληνικών εταιρειών.
- Στην επόμενη θέση βρέθηκε η εταιρεία Ελληνικά Καύσιμα, που πλέον διαχειρίζεται το δίκτυο πρατηρίων της BP.
- Οι εταιρίες Elin Oil και Revoil βρέθηκαν στις αμέσως επόμενες θέσεις του καταλόγου των εταιριών με τις μεγαλύτερες πωλήσεις. Τόσο η Elin όσο και η Revoil εμφάνισαν σημαντικές αυξήσεις κερδοφορίας. Οι εν λόγω εμφανίζονται ως «νοικοκυρεμένες» μεσαίου μεγέθους ελληνικές επιχειρήσεις.
Μείωση πωλήσεων αλλά αύξηση κερδών για τα διυλιστήρια
Σύμφωνα με την έρευνα της STAT BANK οι συνολικές πωλήσεις των διυλιστικών επιχειρήσεων το 2009 εμφανίζουν αισθητή μείωση (32,8%) κυρίως εξαιτίας της σοβαρής υποχώρησης των διεθνών τιμών του αργού πετρελαίου. Ενδεικτικά, οι τιμές του αργού μειώθηκαν από 150 δολάρια το βαρέλι τον Σεπτέμβριο του 2008 σε 70-80 δολάρια το 2009. Η μείωση αυτή «μεταφράστηκε» σε μικρότερους τζίρους που όμως δεν είχαν καμία σχέση με τα λειτουργικά κέρδη των διυλιστικών επιχειρήσεων που κινήθηκαν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η αξιοποίηση της πιστωτικής πολιτικής προς τις εταιρίες είχε ως αποτέλεσμα την θεαματική αύξηση της κερδοφορίας των διυλιστικών επιχειρήσεων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μία μεσαίου μεγέθους ελληνική εταιρεία εμπορίας για να καλύψει τη διαφορά του χρόνου πίστωσης έπρεπε να εξασφαλίσει ένα ποσό της τάξης των 30 εκατομμυρίων ευρώ, ποσό το οποίο αξιοποιήθηκε από τα διυλιστήρια για καλύτερες και πιο κερδοφόρες συμφωνίες αγοράς αργού αλλά και προϊόντων.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα, το 2009, σύμφωνα πάντα με την έρευνα, οι συνολικές πωλήσεις των 76 μεγαλύτερων εμπορικών επιχειρήσεων πετρελαιοειδών μειώθηκαν κατά 16% ενώ η συνολική κερδοφορία τους παρουσίασε αύξηση κατά 77%. Έτσι, οι συνολικές πωλήσεις έφτασαν τα 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ ενώ τα συνολικά τους κέρδη έφτασαν τα 78,36 εκατομμύρια ευρώ. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι η αύξηση 77% δεν αντικατοπτρίζει πραγματικές αυξήσεις κερδών αλλά συμπεριλαμβάνει και λογιστικές τακτοποιήσεις που δεν αφορούν αύξηση λειτουργικών κερδών.
Θοδωρής Παναγούλης