Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Παντελής Κάπρος: Γιατί είναι ενδιαφέρουσες οι τωρινές εξελίξεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας διέρχεται μία πολύ ενδιαφέρουσα φάση κατά το διάστημα 2015-2016:

•Για πρώτη φορά δεν εφαρμόσθηκαν πληρωμές για διαθεσιμότητα ισχύος (πληρωμή των ΑΔΙ στις μονάδες παραγωγής) με αποτέλεσμα η απευθείας αγορά ενέργειας από τη χονδρεμπορική (ΗΕΠ) να είναι εξαιρετικά φθηνή

•Οι τιμές του φυσικού αερίου μειώθηκαν τόσο πολύ που το κόστος καυσίμου ανά παραγόμενη μονάδα ενέργειας των μονάδων συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου να είναι ίσο ή μικρότερο από αυτό των μονάδων λιγνίτη, σύμφωνα με τις προσφορές της ΔΕΗ στην χονδρεμπορική αγορά

•Για πρώτη φορά εμφανίζεται σαφής τάση αύξησης του μεριδίου των ανεξάρτητων εταιρειών στη λιανική αγορά σε βάρος του  μεριδίου της ΔΕΗ

Υπό τις σημερινές συνθήκες τιμών φυσικού αερίου, για πρώτη φορά στην Ελλάδα οι ανεξάρτητοι παραγωγοί (οι οποίο διαθέτουν μόνο μονάδες αερίου) είναι σε θέση να προσφέρουν οικονομικά ελκυστικά τιμολόγια στους καταναλωτές (οικιακούς, εμπορικούς και μικρή βιομηχανία), ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνουν ανάκτηση του πλήρους κόστους παραγωγής μέσω των τιμών αυτών. Ταυτόχρονα οι ανεξάρτητοι παραγωγοί μπορούν να συμπληρώνουν το χαρτοφυλάκιο ενέργειας που προσφέρουν στους καταναλωτές με φθηνές απευθείας αγορές από την χονδρεμπορική αγορά.

Αυτή είναι μία στέρεη και υγιής βάση ανάπτυξης του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στο παρελθόν, η αύξηση του μεριδίου ανεξαρτήτων στη λιανική οφειλόταν στη διαφορά μεταξύ του κόστους αγοράς από τη χονδρεμπορική και ορισμένων ακριβών τιμολογίων της ΔΕΗ. Μόλις η ΔΕΗ προσάρμοσε τα τιμολόγια αυτά, ο ανταγωνισμός στη λιανική εξανεμίστηκε και οι αντίστοιχοι έμποροι  χρεωκόπησαν.

Τώρα όμως δεν είναι η ίδια κατάσταση. Οι έμποροι είναι ταυτόχρονα και παραγωγοί με ανταγωνιστικό κόστος, όσο καιρό παραμένει φθηνό το φυσικό αέριο. Η ΔΕΗ δεν μπορεί να πολεμήσει τη διείσδυση αυτή στη λιανική. Οι ανεξάρτητοι παραγωγοί είναι σε θέση γρήγορα να φθάσουν σε μερίδιο στη λιανική τουλάχιστον ίσο με την ισχύ των μονάδων τους (2500 MW περίπου) που αντιστοιχεί σε μερίδιο ενέργειας μεταξύ 25 και 30%. Αυτός είναι πραγματικά υγιής ανταγωνισμός γιατί διενεργείται μεταξύ επιχειρήσεων που ενσωματώνουν παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα δεν υφίσταται κάποια ενίσχυση διαθεσιμότητας ισχύος.

Αν η ΔΕΗ επιχειρήσει να πολεμήσει τον ανταγωνισμό αυτό μέσω μείωσης τιμών στη λιανική ωφελημένοι θα είναι οι καταναλωτές χάρις στον ανταγωνισμό. Αν πετύχει αναστολή της τάσης απώλειας μεριδίου στη λιανική με μείωση τιμών, οι ανεξάρτητοι έχουν ακόμα περιθώριο να αντέξουν κάνοντας εκπτώσεις επειδή έχουν σημαντικό περιθώριο συγκρίνοντας τις τελικές τιμές με το κόστος παραγωγής από φυσικό αέριο, υπό τις παρούσες συνθήκες.

Η ΔΕΗ κινδυνεύει να χάνει μερίδιο αγοράς και από εμπόρους χωρίς παραγωγική βάση (ή χωρίς επαρκή παραγωγική βάση) γιατί αυτοί αγοράζουν απευθείας από τη χονδρεμπορική πληρώνοντας στην ουσία μόνο κόστος καυσίμου, που είναι σχεδόν ίδιο για λιγνίτη και φυσικό αέριο, ενώ δεν επιβαρύνονται με χρεώσεις για τα ΑΔΙ. Σήμερα αγοράζει κανείς από της χονδρεμπορική σε τιμές 45-50€/MWh και επιβαρύνεται με προσαυξήσεις 2-3€/MWh ενώ δεν πληρώνει ΑΔΙ που είχαν φθάσει το 2014 περίπου τα 8-9€/MWh. Πουλά δε ενέργεια σε τιμές 65-70€/MWh τουλάχιστον, οι οποίες αντέχουν τυχόν εκπτώσεις από μέρους της ΔΕΗ.

Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο, η ΔΕΗ θα μπορούσε να αυξήσεις τις οικονομικές της προσφορές στη χονδρεμπορική για να αποτρέψει την απευθείας αγορά από εμπόρους χωρίς παραγωγική βάση. Όμως τότε η ΔΕΗ θα επιβαρυνόταν από επιπλέον πληρωμές προς τους ανεξάρτητους παραγωγούς γιατί πουλά περισσότερη ενέργεια σε πελάτες από την ποσότητα που η ίδια παράγει.

Υπό αυτές τις συνθήκες η λιανική εξελίσσεται από μόνη της προς μία ισορροπία όπου η ΔΕΗ θα έχει πελάτες σε ποσότητα ενέργειας ίση με τη δική της παραγωγή (δηλαδή 60-70%). Αυτό χωρίς κρατική  παρέμβαση και χωρίς ασύμμετρη ρύθμιση της αγοράς. Ταυτόχρονα, η χονδρεμπορική αγορά είναι αυτό-ρυθμιζόμενη: δεν συμφέρει τη ΔΕΗ ούτε να είναι πολύ υψηλές οι τιμές της χονδρεμπορικής ούτε πολύ χαμηλές. Στο βαθμό μάλιστα που οι ανεξάρτητοι παραγωγοί πωλούν ενέργεια όση και η ενέργεια που παράγουν ανακτώντας το συνολικό κόστος από τους πελάτες, οι παραγωγοί αυτοί είναι αδιάφοροι για τις τιμές της χονδρεμπορικής.

Αυτή είναι η ιδανική συνθήκη ανταγωνισμού τόσο στη χονδρεμπορική όσο και στη λιανική. Η ιδεώδης αυτό-ρύθμιση που περιεγράφηκε αποτελεί και το μεγάλο πλεονέκτημα του σχεδιασμού της αγοράς στην Ελλάδα (θεσπίσθηκε με το νόμο 3175/2003), ο οποίος τόσο πολύ αμφισβητήθηκε μέχρι σήμερα. Χρειάστηκαν 12 χρόνια για να φανεί πραγματικός ανταγωνισμός στη λιανική, να φανούν δυνητικά οφέλη για τους καταναλωτές και να λειτουργεί αυτό-ρυθμιζόμενη η χονδρεμπορική αγορά, όπως θα έπρεπε.

Όμως δυστυχώς αυτή η υγιής ισορροπία (η οποία εν έχει ακόμα φθάσει στο ζενίθ της) είναι πρόσκαιρη. Μόλις αυξηθούν πάλι οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, θα διαφανεί και πάλι το ισχυρό πλεονέκτημα της ΔΕΗ, δηλαδή η αποκλειστική πρόσβαση στους λιγνίτες και τα υδροηλεκτρικά. Τότε πάλι οι μονάδες των ανεξάρτητων θα κινδυνεύουν οικονομικά και δεν θα μπορούν να βρουν πελάτες για ανάκτηση του συνολικού κόστους απευθείας από αυτούς. Τότε πάλι θα τίθεται επί τάπητος η ανάγκη μέτρων ενίσχυσης του  ανταγωνισμού, όπως αυτά που ζητάει η τρόικα.

Μέχρι τότε η ΔΕΗ αντιμετωπίζει δύσκολα στρατηγικά διλήμματα.  Τη συμφέρει να αφήσει να χαθεί μερίδιο της λιανικής έως ότου ισορροπήσει η ενέργεια που πουλάει μα αυτήν που παράγει; Ή μήπως πρέπει να ξεκινήσει πόλεμο τιμών στη λιανική; Τη συμφέρουν να ξαναγυρίσουν τα ΑΔΙ με υψηλές τιμές ώστε να αποτραπεί η απευθείας αγορά από τη χονδρεμπορική; Πώς θα εξασφαλίσει να μην της μείνουν τελικά οι πελάτες που είναι κακοπληρωτές (είναι γνωστό ότι έχει πελάτες κακοπληρωτές σε μεγάλη έκταση);

Η τυχόν υιοθέτηση στρατηγικής από τη ΔΕΗ που τείνει προς μερίδιο στη λιανική μέχρι το ποσοστό της δικής της παραγωγής έχει ενδιαφέρον, γιατί προληπτικά αποφεύγει βίαιες παρεμβάσεις ασύμμετρης ρύθμισης (όπως ζητάει η τρόικα) και κυρίως γιατί έτσι μπορεί ουσιαστικά να διεκδικήσει να «φύγει» από τη στενή εποπτεία του δημόσιου τομέα (χωρίς να αλλάξει ιδιοκτησιακό καθεστώς), που ιδιαίτερα επιβαρυντικός για την οικονομική αποτελεσματικότητα της επιχείρησης, τις αμοιβές των στελεχών της, την είσπραξη των λογαριασμών και πολλά άλλα. Ανέκαθεν ήταν ελκυστικό ρυθμιστικά για τη ΔΕΗ (απόφευγε τις ρυθμίσεις του Κώδικα Προμήθειας) αν το μερίδιο στη λιανική έπεφτε κάτω από το όριο το 70%.

Βεβαίως αν οι τιμές φυσικού αερίου παραμείνουν επί μακρόν χαμηλές και μάλιστα έως ότου αρχίζουν να ανεβαίνουν σημαντικά (όπως αναμένεται όμως για μετά το 2020) οι τιμές του διοξειδίου του άνθρακα, τότε ο υγιής ανταγωνισμός μπορεί να διαρκέσει και να εμπεδωθεί. Η ΔΕΗ οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη το ενδεχόμενο αυτό στη στρατηγική της.

Στο νέο πλαίσιο ανταγωνισμού που βιώνει η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο διάστημα 2015-2016 δεν έχει λυθεί ένα καίριας σημασίας ζήτημα: οι τιμές της ενεργοβόρου βιομηχανίας. Στο τμήμα αυτό της αγοράς (δηλαδή πελάτες με προφίλ φορτίου βάσης) δεν υφίσταται ανταγωνισμός ούτε μπορεί να υπάρξει εκτός αν κατρακυλήσουν και άλλο οι τιμές του φυσικού αερίου. Στο τμήμα αυτό της αγοράς η παραγωγή από λιγνίτες είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει μέσω διμερών συμβολαίων κάποιο επίπεδο στοιχειωδώς ανταγωνιστικών τιμών για την ενεργοβόρο βιομηχανία. Και πάλι όμως εφόσον γίνει πιο ορθολογικό το κόστος των λιγνιτών και το κόστος λειτουργίας των μονάδων. Αν οι σημερινές προσφορές των μονάδων λιγνίτη στη χονδρεμπορική αγορά αντανακλούν πράγματι το μεταβλητό κόστος λειτουργίας των μονάδων λιγνίτη, τότε ούτε ο λιγνίτης δίνει λύση. Όταν αρχίσουν να αυξάνονται οι τιμές του διοξειδίου του άνθρακα, ο λιγνίτης θα είναι απαγορευτικός για τη βιομηχανία.

Η μόνη μακροχρόνια λύση εύρεσης ενέργειας με ανταγωνιστική τιμή για τη βιομηχανία είναι η ενσωμάτωση της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε μία πραγματικά ενιαία αγορά των Βαλκανίων με επαρκείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Πιστεύω όμως ότι σε αυτόν τον τομέα έχουν πάψει οι προωθητικές ενέργειες από μέρους της Ελλάδας. Ποιος θυμάται το Φόρουμ των Αθηνών, το σώμα ρυθμιστών Νοτιοανατολικής Ευρώπης και άλλες πρωτοβουλίες που ξεκίνησαν το  2002 και με τα χρόνια ατρόφησαν;

Η ενεργή στροφή προς τα Βαλκάνια με στόχο να εφαρμοσθεί γρήγορα η ενιαία αγορά στο πρότυπο που έχει υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η στέρεη λύση μακροχρόνια τόσο για τη ΔΕΗ, όσο και για τις ανεξάρτητες εταιρείες όσο και για τη βιομηχανία. Αυτή θα δώσει μακρόχρονη προοπτική στον ανταγωνισμό με θωράκιση έναντι των διακυμάνσεων των τιμών φυσικού αερίου, θα δώσει δυνατότητα να δράσει σε διεθνές επίπεδο ο «εθνικός πρωταθλητής» (δεν αναφέρεται ειρωνικά, αντίθετα πολλά επιστημονικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο αυτό για να περιγράψουν την εξέλιξη του ανταγωνισμού όταν επεκτείνεται από τα εθνικά σύνορα σε περιφερειακές αγορές). Οι μονάδες φυσικού αερίου θα παραμείνουν πολύτιμες για το σύστημα όσο αναπτύσσονται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλά και όσο αυξάνονται οι τιμές του διοξειδίου του άνθρακα.

------------------

Ο Παντελής Κάπρος είναι καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας και Επιχειρησιακής Έρευνας στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Η/Υ του ΕΜΠ, διευθυντής του Ε3Μ-Lab.

Το άρθρο αποτελεί προδημοσίευση από την έκδοση GREEK ENERGY 2016 που έχει ετοιμάσει το επιτελείο του energypress



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα