Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Ν. Καρακατσάνη: Δυναμική, προκλήσεις και ρυθμιστικά ζητήματα που προκύπτουν για τις Ενεργειακές Κοινότητες

Οι ενεργειακές κοινότητες αναδεικνύουν ένα νέο φάσμα δυνατοτήτων για τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελώντας μια σημαντική παράμετρο στη μετάβαση προς την καθαρή ενέργεια. Πρόκειται για πολυσυμμετοχικά σχήματα (συνεταιρισμούς), που διέπονται από ένα ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο για ένα διευρυμένο αντικείμενο ενεργειακών δραστηριοτήτων. Το πλαίσιο αυτό αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο κοινοτικό δίκαιο, σε επίπεδο ορισμών και γενικών αρχών, στο «Πακέτο της Καθαρής Ενέργειας» που δημοσιεύτηκε στις 14 Ιουνίου 2019.

Θεμελιώδες στοιχείο των ενεργειακών κοινοτήτων είναι η έμφαση στην παραγωγή ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές και στην αξιοποίησή της για πολλαπλούς σκοπούς, πρωτογενώς μη κερδοσκοπικούς. Σε αυτούς περιλαμβάνεται η κάλυψη της κατανάλωσης των μελών της κοινότητας (μέσω ενεργειακού συμψηφισμού, συμβάσεων εικονικού επιμερισμού της ενέργειας ή και φυσικών ανταλλαγών ενέργειας σε μικροδίκτυα), η πώληση της ενέργειας, η αποθήκευσή της, η φόρτιση ηλεκτρικών αυτοκινήτων, καθώς και η συμμετοχή σε μηχανισμούς των ενεργειακών αγορών (παροχή υπηρεσιών ευελιξίας, εξισορρόπησης ή εφεδρειών).

Παράλληλα, μια σημαντική διάσταση στις ενεργειακές κοινότητες είναι η ευρείας κλίμακας συμμετοχή σε σχήματα εξοικονόμησης ενέργειας και δράσεις για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας, εφόσον οι ενέργειες αυτές εκφράζουν τη βούληση του εκάστοτε καταναλωτή που συμμετέχει σε αυτές. Η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση των πολιτών για ενεργειακά ζητήματα και η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ενέργειας είναι επίσης συνήθεις πτυχές της δραστηριότητάς τους.  Επιπρόσθετα, οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να αποτελέσουν κατόχους και διαχειριστές δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον το κράτος μέλος της ΕΕ επιλέξει να θεσπίσει τη συγκεκριμένη δυνατότητα σε εθνικό επίπεδο.

Ως ένα εύληπτο παράδειγμα της ευελιξίας που παρέχει μια ενεργειακή κοινότητα σε έναν καταναλωτή ανεξαρτήτως κατηγορίας (π.χ. οικιακό, μικρομεσαίο επαγγελματία, αγρότη, ή δήμο) είναι το γεγονός ότι επιτρέπει στα μέλη της να συμμετάσχουν στην χρηματοδότηση και εγκατάσταση ενός φωτοβολταϊκού πάνελ σε ένα άλλο σημείο, εκτός του χώρου κατοικίας τους ή επαγγελματικής τους στέγης. Το σημείο αυτό μπορεί να είναι ένα άλλο κτίριο ή οικόπεδο εντός της γεωγραφικής ζώνης που θα οριστεί (όπως η περιφέρεια, ο δήμος, ή ένας όμορος δήμος στην περίπτωση μιας πυκνοκατοικημένης πόλης). Έτσι, θα μπορεί να αφαιρείται από τις κατανάλωση των μελών, αναλογικά με το βαθμό συμμετοχής τους στο συνεταιριστικό σχήμα, μια ποσότητα από την ενέργεια ΑΠΕ που θα παράγεται.  Επιπρόσθετα, είναι επιτρεπτή η πώληση της πλεονάζουσας ενέργειας, δεν αποκλείεται δηλαδή η διοχέτευσή της στο δίκτυο με κάποιο τίμημα εάν υπερβεί το 100% της συνολικής ιδιοκατανάλωσης, ένας περιορισμός που ισχύει σήμερα για τα φωτοβολταϊκά στέγης.

Επί της ουσίας, οι ενεργειακές κοινότητες αμβλύνουν τις δυσκολίες που ανακύπτουν για τους καταναλωτές σε ατομικό επίπεδο, κατά την άσκηση ενεργειακών δραστηριοτήτων, καθώς συνδυάζουν δύο κρίσιμα χαρακτηριστικά. Καταρχάς, βασίζονται στη συγκροτημένη συλλογική δράση και την εδραιωμένη τοπική συμμετοχή. Οι συνέργειες μεταξύ πολιτών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τοπικών αρχών και φορέων, καθώς και άλλων νομικών προσώπων με έδρα στην περιοχή, συνεπάγονται ισχυρή κοινωνική αποδοχή, περιορίζοντας αντιδράσεις που λειτουργούν ανασταλτικά στη βιώσιμη ανάπτυξη. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι αποκλείεται η συμμετοχή στις ενεργειακές κοινότητες εταιρειών για τις οποίες η ενέργεια συνιστά την κύρια δραστηριότητά τους. Ο περιορισμός αυτός αποτρέπει τον εκφυλισμό των κοινοτήτων σε επέκταση της κλασσικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, διασφαλίζοντας την ισχυρή ανάμιξη των καταναλωτών και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ειδικότερα, τα μέρη που συμμετέχουν στις ενεργειακές κοινότητες διέπονται από κοινούς στόχους, που συχνά περιλαμβάνουν τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την εξοικονόμηση ενέργειας και τον περιορισμό των δημοτικών τελών, με κοινό παρονομαστή, τη συμβολή στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό των ενεργειακών κοινοτήτων είναι ότι θεμελιώνονται πλέον σε ένα πιο ευνοϊκό και ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο, που θα αποτυπώνει απλοποιημένες ή ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης, ισορροπημένα κριτήρια για τη συγκρότησή τους, άρση δυσανάλογων περιορισμών, εύλογα οικονομικά κίνητρα και μέτρα στήριξης.  Επαφίεται πλέον στα κράτη μέλη να εξειδικεύσουν και να θεσπίσουν τις επιμέρους διατάξεις, εντός των γενικών αρχών που προδιαγράφονται στο κοινοτικό δίκαιο. Ανεξάρτητα από τις ετερογενείς προσεγγίσεις των χωρών, γενικός στόχος του θεσμικού πλαισίου είναι να δίνει ώθηση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και την καινοτομία, και παράλληλα, να δημιουργεί αξία τόσο για τα μέλη μιας κοινότητας όσο και για τον ενεργειακό τομέα συνολικά, χωρίς να προκαλεί δυσανάλογες επιβαρύνσεις στους υπόλοιπους καταναλωτές.

Το νέο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο τα κράτη μέλη θα εξειδικεύσουν περαιτέρω εναρμονίζοντας την εθνική νομοθεσία τους, αναμένεται να δώσει νέα δυναμική στην ενεργό ανάμιξη των καταναλωτών και την επίτευξη της ενεργειακής μετάβασης. Σε έκθεση που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2018 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναφέρεται ότι οι ενεργειακές κοινότητες υπερβαίνουν σήμερα τις 3000 στην Ευρώπη, ωστόσο, το 75% αυτών  περιορίζονται στην Αυστρία, τη Γερμανία και τη Δανία. Είναι ενδεικτικό ότι στη Δανία το 70% της αιολικής ισχύος ανήκει σε μετοχικά σχήματα. Εκτιμάται ωστόσο ότι, έως το 2030, σε επίπεδο εγκατεστημένης ισχύος, οι ενεργειακές κοινότητες θα συνιστούν το 17% των αιολικών και το 21% των φωτοβολταϊκών. Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι έως το 2050, τα μισά περίπου νοικοκυριά στην Ευρώπη, περί τα 113 εκατ., θα έχουν μετεξελιχθεί σε παραγωγούς ενέργειας από ΑΠΕ.

Είναι αληθές ότι οι τοπικές πρωτοβουλίες στον ενεργειακό τομέα δεν αποτελούν ένα νέο φαινόμενο αλλά εντοπίζονται σε αρκετές χώρες και με διαφορετικές μορφές, εδώ και αρκετές δεκαετίες. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αξιοσημείωτο το μικροδίκτυο της Κύθνου, το οποίο πλέον ανακατασκευάζεται και εκσυχρονίζεται, καθώς το αιολικό πάρκο στο νησί, που αναφέρεται συχνά ως το πρώτο στην Ευρώπη, αναπτύχθηκε το 1982. Στην εποχή μας, οι ενεργειακές κοινότητες συναρτώνται όλο και περισσότερο με την απανθρακοποίηση, με έμφαση στις ΑΠΕ, και την καινοτομία, με σημαντικές παραμέτρους τα έξυπνα δίκτυα, τα μη συμβατικά επιχειρηματικά μοντέλα και νέους τρόπους συναλλαγών, όπως οι διομότιμες ανταλλαγές ενέργειας μέσω blockchains.  

2. Ποιοι ορισμοί περιέχονται στο Πακέτο της Καθαρής Ενέργειας;

Πέρα όμως από τη διαισθητική προσέγγιση της έννοιας των ενεργειακών κοινοτήτων, ας δούμε τι ακριβώς ισχύει στο ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο. Το Πακέτο της Καθαρής Ενέργειας, που παρουσιάστηκε αρχικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2016, μετεξελίχθηκε μέσω εκτενών διεργασιών στη διετία που ακολούθησε, και οριστικοποιήθηκε πλήρως εντός του 2019, με τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 14 Ιουνίου. Για πρώτη φορά στο ευρωπαϊκό δίκαιο, εισάγεται ο ορισμός των ενεργειακών κοινοτήτων. Ειδικότερα, περιγράφονται δύο κατηγορίες: (α) οι κοινότητες ΑΠΕ ( Renewable Energy Communities), οι οποίες εξειδικεύονται στην αναθεωρημένη Οδηγία για τις ΑΠΕ, και (β) οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών (Citizens Energy Communities), οι οποίες καθορίζονται στην αναθεωρημένη Οδηγία για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.  

Πιο συγκεκριμένα, το Πακέτο της Καθαρής Ενέργειας εισάγει ή αναθεωρεί τους ορισμούς των παρακάτω εννοιών, που είναι κρίσιμες για τον μετασχηματισμό των καταναλωτών και τον  ενεργό ρόλο τους στην ενεργειακή μετάβαση.

α) Αυτοκατανάλωση

Η προσέγγιση αυτή είναι ήδη ευρύτατα διαδεδόμενη σε πολλές χώρες, και με την κλασσική της έννοια, αναφέρεται σε τελικούς καταναλωτές που απορροφούν την ενέργεια που οι ίδιοι παράγουν από εγκαταστάσεις στο δικό τους χώρο (own premises). Οι νέοι ορισμοί για την αυτοκατανάλωση, που περιέχονται στο Άρθρο 2.6 της αναθεωρημένης Οδηγίας Ηλεκτρισμού και 2.14 της αναθεωρημένης Οδηγίας ΑΠΕ, αναφέρουν ρητά το δικαίωμα των τελικών καταναλωτών να απορροφούν και να αποθηκεύουν την ενέργεια που παράγουν από τις εγκαταστάσεις τους καθώς και να πωλούν αυτή την ενέργεια.  

Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής, πέραν τoυ χώρου των αυτοκαταναλωτών, εντός γεωγραφικών ορίων που θα θεσπίσουν. Παράλληλα, αποκλείουν τη συμμετοχή μερών που ασκούν τις παραπάνω δραστηριότητες ως το κύριο εμπορικό ή επαγγελματικό τους αντικείμενο. Σημειώνεται ότι, ενώ ο ορισμός των αυτοκαταναλωτών από ΑΠΕ περιορίζεται στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ο ορισμός των ενεργών αυτοκαταναλωτών ρητά περιλαμβάνει πρόσθετες δραστηριότητες πέραν της παραγωγής, όπως η συμμετοχή σε υπηρεσίες ευελιξίας και σχήματα ενεργειακής απόδοσης.

β) Συλλογική αυτοκατανάλωση

Η προσέγγιση αυτή ήδη εντοπίζεται στο εθνικό δίκαιο χωρών όπως η Γαλλία και η Αυστρία, και σε πιλοτικές εφαρμογές. Οι ομάδες καταναλωτών που ενεργούν από κοινού, όπως ορίζονται στο Άρθρο 2.15 της αναθεωρημένης Οδηγίας ΑΠΕ, περιορίζονται αυστηρά σε όσους διαμένουν στο ίδιο κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων, και δεν επιτρέπεται η γεωγραφική επέκταση.

Επισημαίνεται ότι στο υφιστάμενο πλαίσιο, όπως έχει διαπιστωθεί από μελέτη του CEER, η αυτοπαραγωγή, ενώ είναι επιτρεπτή στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ σε ατομική βάση, σε συλλογικό επίπεδο είναι μια έννοια που τώρα διαμορφώνεται. Στα νομοθετικά πλαίσια που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σε πιο ώριμο στάδιο, παρατηρούνται τα εξής χαρακτηριστικά:

- Αναφορικά με τις τεχνολογίες, η συλλογική αυτοπαραγωγή περιορίζεται συνήθως σε ενέργεια από ΑΠΕ, με κάποιες εξαιρέσεις για συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης.

- Σε πολλές περιπτώσεις, δεν περιλαμβάνει τη χρήση του δημόσιου δικτύου, όπως στην Αυστρία, αλλά μπορεί να επεκταθεί, σε καταναλωτές συνδεδεμένων στον ίδιο υποσταθμό μέσης / χαμηλής τάσης (όπως στη Γαλλία).

- Διατηρείται το ατομικό δικαίωμα των καταναλωτών να επιλέγουν ελεύθερα προμηθευτή ενέργειας.

-  Δεν εφαρμόζονται χρεώσεις δικτύου για συναλλαγές ενέργειας που διενεργούνται εκτός του δημόσιου δικτύου.  Η φορολόγηση αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο, καθώς κάποιες χώρες υιοθετούν φοροαπαλλαγές εντός συγκεκριμένων ορίων, ενώ άλλες όχι.

γ) Ενεργειακές Κοινότητες

Οι ενεργειακές κοινότητες, είτε ΑΠΕ είτε Πολιτών, εμφανίζουν ομοιότητες αλλά και κάποιες κρίσιμες διαφορές. Και στις δύο περιπτώσεις οι εν λόγω οντότητες είναι νομικά πρόσωπα. Καθοριστικά στοιχεία της δομής τους είναι ότι ελέγχονται από τους μετόχους ή τα μέλη τους, και ότι πρωταρχικό τους στόχος είναι να παρέχουν κατεξοχήν περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη στα μέλη τους, παρά οικονομικά κέρδη.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών ορίζονται στην αναθεωρημένη Οδηγία για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (Άρθρο 2.7) και στο πλαίσιο αυτό, ο ορισμός που υιοθετήθηκε επιδιώκει την ανάδειξη τους ως συμμετέχοντες στην αγορά ενέργειας με ισότιμους όρους.  Οι ενεργειακές κοινότητες από Ανανεώσιμες Πηγές, καθορίζονται στην αναθεωρημένη Οδηγία για τις ΑΠΕ (Άρθρο 2.16), και ο ορισμός που θεσπίστηκε επιδιώκει να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, τονίζοντας ενδεικτικά ότι οι ιδιαιτερότητες τους πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον σχεδιασμό των σχημάτων στήριξης, ώστε να τους επιτραπεί να ανταγωνιστούν με ισότιμους όρους με άλλους συμμετέχοντες στην αγορά.  Στον παρακάτω πίνακα συνοψίζονται κάποιες διαφορές, όπως έχουν αναδειχθεί στις αναλύσεις που εκπονεί το CEER.

 

 

Ενεργειακές Κοινότητες Πολιτών

Κοινότητες ΑΠΕ

Μέλη

Φυσικά πρόσωπα, τοπικές αρχές συμπεριλαμβανομένων των δήμων, μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις

Φυσικά πρόσωπα, τοπικές αρχές συμπεριλαμβανομένων των δήμων, μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, εφόσον, για την περίπτωση εταιρειών, η συμμετοχή τους δεν αποτελεί βασική εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα.

Γεωγραφικοί

Περιορισμοί

Δεν υφίστανται γεωγραφικοί περιορισμοί και τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν ακόμα και διασυνοριακή συμμετοχή στις κοινότητες.

Οι μέτοχοι ή τα μέλη πρέπει να βρίσκονται κοντά στα ενεργειακά έργα που κατέχει και αναπτύσσει η κοινότητα.

Επιτρεπόμενες

δραστηριότητες

Περιορίζονται σε δραστηριότητες στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα: Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, διανομή, προμήθεια, κατανάλωση, σωρευτική εκπροσώπηση (aggregation), αποθήκευση, υπηρεσίες ενεργειακής απόδοσης, παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων, παροχή άλλων ενεργειακών υπηρεσιών  στους μετόχους ή τα μέλη τους.

Μπορούν να δραστηριοποιηθούν σε όλους τους ενεργειακούς τομείς.

Παραγωγή, κατανάλωση και πώληση ενέργειας από ΑΠΕ.

Τεχνολογίες        

Τεχνολογικά ουδέτερες

Περιορισμός σε τεχνολογίες ΑΠΕ.

Πίνακας 1 – Χαρακτηριστικές διαφορές μεταξύ των Ενεργειακών Κοινοτήτων Πολιτών και των Ενεργειακών Κοινοτήτων Ανανεώσιμων Πηγών, όπως ορίζονται στο Πακέτο της Καθαρής Ενέργειας.

3. Βασικές Θέσεις του CEER

1. Το Συμβούλιο των Ευρωπαίων Ρυθμιστών Ενέργειας (CEER) θεωρεί ότι οι ενεργειακές κοινότητες αποτελούν μηχανισμούς που συντείνουν στην επίτευξη της απανθρακοποίησης στην ΕΕ και ενισχύουν την ενεργό ανάμιξη των καταναλωτών στα ενεργειακά ζητήματα.

2. Η επίσημη αναγνώρισή τους στην ευρωπαϊκή νομοθεσία θα ευνοήσει την εδραίωσή τους αλλά ο τρόπος ενσωμάτωσής τους στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών είναι πιθανόν να προκαλέσει ετερογενείς συνθήκες στην ανάπτυξή τους, με διαφορετικές επιπτώσεις.

3. Το CEER τονίζει την ανάγκη οι ενεργειακές κοινότητες να μην αντιβαίνουν στις υφιστάμενες αρχές που διέπουν τις αγορές, όπως ο διαχωρισμός (unbundling) των δικτύων από την παραγωγή, τα δικαιώματα των καταναλωτών, και οι αρχές επιμερισμού κόστους που εφαρμόζονται στα δίκτυα ηλεκτρισμού.

4. Επιπλέον, επισημαίνει την ανάγκη να μην αποφεύγονται κόστη που αντιστοιχούν στις ενεργειακές κοινότητες, με τρόπο που προκαλεί οφέλη για τα μέλη τους αλλά ασύμμετρη επιβάρυνση των υπόλοιπων καταναλωτών.   

5. Οι ενεργειακές κοινότητες θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στον ανταγωνισμό με ένα δίκαιο πλαίσιο, υπό την έννοια ότι δε θα αντιμετωπίζουν αδικαιολόγητα εμπόδια, ούτε όμως να προκαλούν στρεβλώσεις στις αγορές.

6. Έχει επίσης εκφραστεί ο προβληματισμός ότι η διενέργεια ενεργειακού συμφηφισμού περιορίζει την έκθεση σε σήματα τιμών, λειτουργώντας ανασταλτικά στην απόκριση ζήτησης, και ότι τα μέλη των κοινοτήτων θα πρέπει να έχουν επαρκή αντίληψη για τη διακύμανση των τιμών μέσα από κατάλληλους μηχανισμούς. Έτσι, θα διασφαλίζεται ότι η ανάπτυξη και η αξία της ευελιξίας θα είναι βέλτιστη για το σύνολο των καταναλωτών και δε θα περιορίζεται αποκλειστικά στα μέλη μιας κοινότητας.

4. Ρυθμιστικά Ζητήματα

Προκειμένου να διαμορφώσει άποψη για τη ρυθμιστική αντιμετώπιση των ενεργειακών κοινοτήτων, το CEER έχει προβεί σε μια αποτύπωση διάφορων εθνικών πρακτικών, καθώς και στην ανάλυση και κατηγοριοποίηση σχετικών παραδειγμάτων, με στόχο να εκδώσει εντός του Ιουνίου 2019 μια εστιασμένη αναφορά σε ζητήματα που εντοπίζει. Συνοπτικά, οι ενεργειακές κοινότητες που εξετάστηκαν από το CEER συνιστούν τοπικές πρωτοβουλίες, που αναπτύχθηκαν πιλοτικά ή έλαβαν ώθηση στο πλαίσιο προγραμμάτων καινοτομίας.

Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώθηκαν οι παρακάτω κατηγορίες:

  • Κοινότητες με σταθμούς παραγωγής ενέργειας. Στην κατηγορία αυτή, που είναι η συνηθέστερη, τα μέλη της κοινότητας δεν αποτελούν απλώς αυτοπαραγωγούς αλλά πωλούν την ενέργεια σε κάποιον προμηθευτή. Τα έσοδα που προκύπτουν κατανέμονται μεταξύ των μελών ή επενδύονται σε νέα έργα. Η δραστηριότητά τους ενέχει συχνά μια κοινωνική διάσταση, όπως την παροχή υπηρεσιών εξοικονόμησης ενέργειας, αλλά συνήθως δεν περιλαμβάνει την ενεργό συμμετοχή τους στις αγορές ενέργειας.
  • Εικονικός επιμερισμός της ενέργειας μέσω του δικτύου. Σε μερικές κοινότητες, που κατέχουν και λειτουργούν εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας, τα μέλη δεν επιμερίζονται απλώς τα κέρδη αλλά και την ενέργεια που παράγεται. Αυτή η κατανομή διενεργείται συνήθως μέσω ενός κοινού προμηθευτή (όπως στη Γαλλία), ο οποίος αναλαμβάνει την αντιστοίχιση της ενέργειας που παράγεται και καταναλώνεται και παρέχει πρόσθετη ενέργεια όποτε χρειάζεται.
  • Κατανομή της τοπικής παραγωγής μέσω δικτύου της κοινότητας. Η κατηγορία αυτή αποτελεί ένα τρίτο επίπεδο και εντοπίζεται συνήθως σε μη διασυνδεδεμένα νησιά ή άλλα απομακρυσμένα σημεία, χωρίς να αποτελεί νέο φαινόμενο. Πρόσφατα ωστόσο, οι εφαρμογές που δοκιμάζονται είναι πιο καινοτόμες, εστιάζοντας σε έξυπνα δίκτυα  και την ανάπτυξη μικροδικτύων, που μπορούν να λειτουργήσουν απομονωμένα.

Άλλες περιπτώσεις που εξετάστηκαν από το CEER ενέχουν συμμετοχή ενεργειακών εταιρειών ή έχουν λάβει εξαιρέσεις ως πιλοτικές εφαρμογές, και έτσι δεν εμπίπτουν στους ορισμούς του Πακέτου της Καθαρής Ενέργειας. Οι δομές αυτές μπορούν προφανώς να συνεχίζουν να αναπτύσσονται αλλά δεν είναι δεδομένο ότι υπόκεινται στα προνόμια που απορρέουν από το νέο κοινοτικό πλαίσιο.

Τα ρυθμιστικά ζητήματα που αναλύει κυρίως το CEER στην επικείμενη έκθεση του για τις ενεργειακές κοινότητες αφορούν τις παρακάτω κατηγορίες:

  • Αυτό-παραγωγή, πώληση και επιμερισμό ενέργειας.
  • Διαχείριση κατανάλωσης και παροχή ευελιξίας.
  • Ιδιοκτησία, λειτουργία και διαχείριση δικτύων.
  • Δικαιώματα καταναλωτών, νέοι ρόλοι και υποχρεώσεις φορέων.

5. Παραδείγματα Ενεργειακών Κοινοτήτων

Στη συνέχεια παρατίθεται κάποια παραδείγματα ενεργειακών κοινοτήτων που εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και αναλύθηκαν από το CEER.

(α) Στο Bristol της Αγγλίας, η κοινότητα Easton Energy αποβλέπει στην εγκατάσταση 120kW φωτοβολταϊκών σε 60 σπίτια που εκτείνονται σε δύο δρόμους, αξιοποιώντας την εξαίρεση από άδεια προμήθειας που προβλέπεται για μικρές καταναλώσεις νοικοκυριών, ενώ παράλληλα, αναπτύσσει το δικό της μικροδίκτυο, ώστε να διοχετεύεται την ενέργεια που παράγει. Ένας προμηθευτής θα παρέχει εξισορρόπηση σε μισάωρα διαστήματα, θα σωρεύει την τοπική παραγωγή, παρέχοντας προσυμφωνημένη τιμή για την παραγωγή καθώς και κάποια προσαύξηση. Ο οικονομικός κίνδυνος έγκειται στην ιδιοκτησία του δικτύου, καθώς αν τα μέλη της κοινότητας επιλέξουν να αποχωρήσουν, η βιωσιμότητα του δικτύου καθίσταται αβέβαιη.

(β) Στο νησί Eigg, η ενεργειακή κοινότητα παρέχει σε όλους τους κατοίκους ενέργεια από ΑΠΕ (συνδυασμό διαφορετικών τεχνολογιών, ενώ η χρήση πετρελαϊκών μονάδων έχει περιοριστεί μόνο σε ανάγκες εφεδρείας) και μιας μπαταρίας που μπορεί να καλύψει 24ωρη κατανάλωση. Σε περίπτωση πλεονάζουσας ενέργειας, αυτή διοχετεύεται στη θέρμανση των σπιτιών.

(γ) Στην Ουαλία, η πρώτη κοινότητα που ιδρύθηκε, εγκατέστησε φωτοβολταϊκό στο χώρο ενός παλιού ανθρακωρυχείου, και παρέχει καθαρή ενέργεια σε 300 νοικοκυριά. Οι κάτοικοι έχουν προτεραιότητα στην απόκτηση μετοχών, ενώ οι επενδυτές λαμβάνουν απόδοση 5%. Τα κέρδη εκτιμώνται σε 0.5 εκατ. λίρες σε ορίζοντα 30 ετών.

(δ) Στο Simris της Σουηδίας, στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού προγράμματος με έμφαση στην παροχή ευελιξίας από τους καταναλωτές, μια ενεργειακή εταιρεία έχει αναπτύξει ένα τοπικό σύστημα ενέργειας, βασισμένο σε ΑΠΕ και μπαταρίες, ενώ διατίθεται στους καταναλωτές εξοπλισμός που επιτρέπει τον έλεγχο αντλιών θερμότητας και ζεστού νερού. Οι ενεργοί καταναλωτές λαμβάνουν αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε υπηρεσίες ευελιξίας.  Σκοπός είναι να εξεταστούν οι προοπτικές αυτόνομων έξυπνων δικτύων με διαχείριση ζήτησης.

Στην Ελλάδα, μεταξύ των παραδειγμάτων που έχουν προταθεί από το Υπουργείο Ενέργειας, είναι τα ακόλουθα:

  • ​Οι ιδιοκτήτες ή χρήστες μια πολυκατοικίες μπορούν να συγκροτήσουν ενεργειακή κοινότητα, για να λάβουν μέρος σε πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης της πολυκατοικίας.
  • Οι ιδιοκτήτες μιας πολυκατοικίας μπορούν να δημιουργήσουν ενεργειακή κοινότητα, για να εγκαταστήσουν ένα φωτοβολταϊκό ή μια μικρή ανεμογεννήτρια σε ακίνητο που μπορεί να βρίσκεται σε άλλη περιοχή, εντός συγκεκριμένων ορίων (όπως εντός της περιφέρειας της δημοτικής ενότητας ή όμορου δήμου, στην περίπτωση της Αττικής), και να περιορίζουν τη δαπάνη για ηλεκτρικό ρεύμα, εφαρμόζοντας τον εικονικό ενεργειακό συμψηφισμό.
  • Η παραπάνω δυνατότητα είναι επίσης ελκυστική για επιχειρήσεις όπως ξενοδοχεία και χώροι εστίασης, καθώς και δημοτικά κτίρια, σχολεία ή νοσοκομεία, προκειμένου να μειώσουν το κόστος ενέργειας.
  • Οι κάτοικοι ή και επιχειρήσεις μιας περιοχής μαζί με τοπικούς φορείς εγκαθιστούν μία μονάδα παραγωγής θερμικής ενέργειας με σύστημα τηλεθέρμανσης.
  • Ομάδα αγροτών και κτηνοτρόφων ή και συναφείς επιχειρήσεις εγκαθιστούν μια μονάδα βιοαερίου για παραγωγή ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, διαχείριση αποβλήτων και παραγωγή λιπάσματος.

6. Ελληνικό Νομοθετικό Πλαίσιο

Στο ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο, οι ενεργειακές κοινότητες ορίζονται ως αστικοί συνεταιρισμοί αποκλειστικού σκοπού, με μια ουσιαστική δημοκρατική διάσταση, καθώς κάθε μέλος τους διαθέτει μια ψήφο, ανεξάρτητα από το συνεταιριστικό κεφάλαιο που κατέχει. Παράλληλα, τα κριτήρια εντοπιότητας διασφαλίζουν την εδραίωση αξίας σε τοπικό επίπεδο. Ειδικότερα, τουλάχιστον το 51% των μελών μιας κοινότητας πρέπει να σχετίζονται με τον τόπο στον οποίο βρίσκεται η έδρα της. Πιο συγκεκριμένα, τα φυσικά πρόσωπα – μέλη απαιτείται να έχουν πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή επικαρπία σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται εντός της περιφέρειας της έδρας της κοινότητας, ή να είναι δημότες δήμου της περιφέρειας αυτής. Αντίστοιχα, τα νομικά πρόσωπα - μέλη οφείλουν να έχουν την έδρα τους εντός της περιφέρειας της έδρας της κοινότητας.

Οι ενεργειακές κοινότητες μπορεί να έχουν μη κερδοσκοπικό ή κερδοσκοπικό χαρακτήρα, ο οποίος δεν μπορεί να αναθεωρηθεί αλλά παραμένει σταθερός καθ’ όλη τη διάρκεια τους. Στην πρώτη περίπτωση, δεν επιτρέπεται η διανομή κερδών, τα οποία διοχετεύονται στο αποθεματικό και διατίθενται για τους σκοπούς της κοινότητας, με εξαίρεση δράσεις κοινής ωφέλειας σε νησιά. Στη δεύτερη περίπτωση, επιτρέπεται η διανομή του υπολοίπου των καθαρών κερδών στα μέλη, μετά την αφαίρεση των αποθεματικών. Ο ελάχιστος αριθμός μελών για τη συγκρότηση μιας ενεργειακής κοινότητας διαφοροποιείται στις δύο περιπτώσεις, ανάλογα με τη νομική υπόσταση των μελών (φυσικά ή νομικά πρόσωπα, Ο.Τ.Α), ενώ έχω θεσπιστεί ειδικές προβλέψεις για νησιά με λιγότερους από 3100 κατοίκους.

Επιπρόσθετα, κάθε μέλος μπορεί να κατέχει πέραν της υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας και μία ή περισσότερες προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες, με ανώτατο όριο συμμετοχής στο συνεταιριστικό κεφάλαιο το 20%. Εξαίρεση αποτελούν οι Ο.Τ.Α. που μπορούν να συμμετέχουν στο συνεταιριστικό κεφάλαιο με ανώτατο όριο το 40 % ή 50% στην περίπτωση των νησιών.

Οι ενεργειακές δραστηριότητες που καθορίζονται ως επιτρεπτές για τις ενεργειακές κοινότητες στο ελληνικό δίκαιο είναι ιδιαίτερα εκτενείς και οριοθετούνται γεωγραφικά, εντός της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η έδρα της κοινότητας. Καταρχάς, αφορούν την παραγωγή, αποθήκευση, ιδιοκατανάλωση ή πώληση ενέργειας (ηλεκτρικής ή θερμικής ή ψυκτικής) από σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ. Επιπρόσθετα, επεκτείνονται στους παρακάτω τομείς: (α) Στη διαχείριση πρώτης ύλης για την παραγωγή ενέργειας από βιομάζα ή βιορευστά ή βιοαέριο ή αστικά απόβλητα, (β) Στην προμήθεια για τα μέλη τους ενεργειακών προϊόντων, συσκευών, και εγκαταστάσεων, με στόχο τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, (γ) Στην προμήθεια για τα μέλη τους ηλεκτροκίνητων οχημάτων (υβριδικών ή μη) και οχημάτων με καύση φυσικού αερίου, υγραερίου ή βιοαερίου, (δ) Στη  διανομή ενέργειας (ηλεκτρικής ή θερμικής ή ψυκτικής), (ε), Στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου προς τελικούς πελάτες, (στ) Στη διαχείριση της ζήτησης για τη μείωση της τελικής χρήσης της ηλεκτρικής ενέργειας. (ζ) Στην ανάπτυξη, διαχείριση και εκμετάλλευση σταθμών υποδομών εναλλακτικών καυσίμων, όπως σταθμών φόρτισης ηλεκτροκίνητων οχημάτων, σημείων ανεφοδιασμού με συμπιεσμένο φυσικό αέριο (CNG), υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), υγραέριο ή βιοαέριο και τη διαχείριση μέσων βιώσιμων μεταφορών (η) Την εγκατάσταση και λειτουργία μονάδων αφαλάτωσης νερού με χρήση ΑΠΕ και τέλος, την παρoχή ενεργειακών υπηρεσιών.

7. Ευνοϊκές Ρυθμίσεις για τις Ενεργειακές Κοινότητες στην Ελλάδα

Στα πρόνομια που προβλέπονται για τις ενεργειακές κοινότητες στη χώρα μας περιλαμβάνονται τα εξής:

- Δυνατότητα για ειδικές προϋποθέσεις και όρους προνομιακής συμμετοχής ή εξαίρεσης από ανταγωνιστικές διαδικασίες καθώς και προνομιακών χρεώσεων για υπηρεσίες στην αγορά.

Ενδεικτικά, στην περίπτωση που μια ενεργειακή κοινότητα θέλει να αναπτύξει αιολικές εγκαταστάσεις έχει προβλεφθεί ότι, έως το όριο ισχύος των 6ΜW, αυτές θα εξαιρούνται από τη συμμετοχή σε ανταγωνιστικές διαδικασίες. Το αντίστοιχο όριο ισχύος στην περίπτωση φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων είναι το 1 ΜW. Σε κάθε περίπτωση, οι ενεργειακές κοινότητες απαγορεύεται να συνάπτουν συμβάσεις λειτουργικής ενίσχυσης εκτός ανταγωνιστικών διαδικασιών υποβολής προσφορών για συνολική εγκατεστημένη ισχύ ή μέγιστη ισχύ παραγωγής άνω των 18 ΜW. Οι τιμές που θα λαμβάνουν οι φωτοβολταϊκοί σταθμοί που ανήκουν σε Ενεργειακές Κοινότητες με ισχύ έως 1MW, θα είναι προσαυξημένη έως 10% σε σχέση με τη μέση τιμή που προκύπτει από τις ανταγωνιστικές διαδικασίες.

- Απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του ετήσιου τέλους διατήρησης δικαιώματος άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

- Προτεραιότητα χορήγησης άδειας παραγωγής, προσφοράς σύνδεσης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, εφόσον παρουσιάζουν εδαφική επικάλυψη και υποβάλλονται στον ίδιο κύκλο αιτήσεων.

- Μειωμένες εγγυητικές επιστολές κατά 50%.

- Επιτρέπεται η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και μικρών ανεμογεννητριών για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών των μελών τους με εφαρμογή εικονικού ενεργειακού συμφηφισμού και για μη μέλη.

- Το ανώτατο όριο των χρεώσεων προς τον ΦΟΣΕΤΕΚ καθορίζεται ίσο με 10%, έναντι του 20% που ισχύει για τους υπόλοιπους κατόχους σταθμών ΑΠΕ που εκπροσωπούνται από τον εν λόγω φορέα.

- Απαλλαγή των μελών των ενεργειακών κοινοτήτων από την υποχρεωτική ασφάλιση στον ΕΦΚΑ.

- Ειδική Δράση χρηματοδότησης στο ΕΣΠΑ προϋπολογισμού 25 εκατ. ευρώ, που θα αφορά ενισχύσεις επενδυτικών σχεδίων κατά 50%-60%, με μέγιστο όριο 1 εκατ. ευρώ.

Επισημαίνεται τέλος, αναφορικά με την τραπεζική χρηματοδότηση, ότι είναι απαραίτητη η υποβολή ενός επιχειρηματικού σχεδίου, με εκτιμήσεις για τα έσοδα της κοινότητας και επομένως, κάποιες προβλέψεις για παραμέτρους όπως η εξέλιξη των τιμών στις ανταγωνιστικές διαδικασίες. Αν ο χαρακτήρας της κοινότητας είναι κερδοσκοπικός και παρουσιάζονται κέρδη, τότε είναι πιο εύκολο να τεκμηριωθεί η οικονομική βιωσιμότητα του έργου, συγκριτικά με την περίπτωση που τα οφέλη αντιστοιχούν σε μείωση ενεργειακών δαπανών.

Συμπερασματικά, το θεσμικό πλαίσιο που προδιαγράφεται για τις ενεργειακές κοινότητες στο Πακέτο της Καθαρής Ενέργειας, θα προκαλέσει μια νέα δυναμική στην ενεργό ανάμιξη των καταναλωτών σε ένα ευρύ φάσμα ενεργειακών δραστηριοτήτων. Τα κράτη μέλη της ΕΕ καλούνται να εξειδικεύσουν τις γενικές αρχές που θεσπίστηκαν στις δύο αναθεωρημένες Κοινοτικές Οδηγίες, για τις ΑΠΕ και την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, και να εναρμονίσουν αντιστοίχως, το εθνικό τους δίκαιο. Τα οφέλη που θα προκύψουν για τους καταναλωτές είναι πολλαπλά, με συνήθεις πτυχές τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την εξοικονόμηση ενέργειας, τον περιορισμό των δημοτικών τελών, και κοινό παρονομαστή, τη συμβολή στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Παράλληλα, η ορθολογική και ισορροπημένη εφαρμογή του νέου πλαισίου, ώστε να βασίζεται στην αντανάκλαση της αξίας που προκύπτει συνολικά για τον ενεργειακό τομέα, είναι απαραίτητη, ώστε να αποφευχθούν δυσανάλογες επιβαρύνσεις των υπόλοιπων καταναλωτών. Το CEER, στην επικείμενη ανάλυση που θα εκδώσει τον Ιούνιο του 2019, αναλύει κάποια από τα ρυθμιστικά ζητήματα που ανακύπτουν καθώς και τους νέους ρόλους που καλούνται να επιτελέσουν οι Διαχειριστές των Δικτύων. Όπως σε όλες τις μεταρρυθμίσεις, ο ρόλος των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας είναι καταλυτικός, ώστε να διασφαλιστεί η κοστροστρέφεια και η διαφάνεια στις μεθοδολογικές προσεγγίσεις που θα διαμορφωθούν, δίνοντας έμφαση στην ενεργειακή μετάβαση, την καινοτομία αλλά και την αποφυγή στρεβλώσεων.

Το παραπάνω άρθρο αποτελεί απόσπασμα από ομιλία της Νεκταρίας Καρακατσάνη, ως εκπροσώπου του CEER, στο συνέδριο “Corporate Energy Series, Europe” στο Παρίσι.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα