Skip to main content
Menu
English edition Live Blog Weekly Issues

Μικρή ανάσα για τους εναλλακτικούς προμηθευτές από τη μείωση της έκπτωσης που αποφάσισε η ΔΕΗ – Παραμένει σκοτεινός ο ορίζοντας για τον κλάδο

Θοδωρής Παναγούλης

Μια μικρή ανάσα δίνει στους προμηθευτές ρεύματος η χθεσινή, έστω και άτολμη, απόφαση της ΔΕΗ για μείωση της έκπτωσης 15% προς τους καλοπληρωτές πελάτες, που από την 1η Απριλίου θα διαμορφωθεί στο 10%.

Και τούτο διότι τα περιθώρια για προσφορά προς τους καταναλωτές τιμολογίων χαμηλότερων από τον δεσπόζοντα παίκτη, τη ΔΕΗ, έχουν στενέψει δραματικά. Ειδικά μάλιστα μετά την ενεργοποίηση της ρήτρας ΟΤΣ από αρκετούς προμηθευτές, το δέλεαρ προς τους οικιακούς καταναλωτές είναι πολύ μικρό.

Με την έμμεση αύξηση (ουσιαστικά) σχεδόν κατά 5% των τιμολογίων της ΔΕΗ, οι προμηθευτές αποκτούν ένα μικρό περιθώριο να ανεβάσουν τα έσοδά τους, αλλά και να κάνουν πιο ανταγωνιστικές προσφορές.

Στο «καλό νέο» του ψαλιδίσματος της έκπτωσης θα προστεθεί σύντομα η επιστροφή (ή ο συμψηφισμός) του πλεονάσματος του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ του 2018 και βέβαια πρέπει να συνυπολογιστεί το ιδιαίτερα ευνοϊκό για τους προμηθευτές μέτρο της κατάργησης του ΠΧΕΦΕΛ από την αρχή του χρόνου.

Εδώ όμως τελειώνουν τα καλά νέα για τους εναλλακτικούς παρόχους. Αντίθετα, τα υπόλοιπα δεδομένα της αγοράς, δημιουργούν ένα μάλλον σκοτεινό τοπίο για τον κλάδο. Πρώτα απ΄όλα φαίνεται ότι απομακρύνεται το ενδεχόμενο να εξορθολογιστούν περαιτέρω τα τιμολόγια της ΔΕΗ, για παράδειγμα με την υιοθέτηση ρήτρας ρύπων, όπως ζητούσε η διοίκηση της επιχείρησης και (με βάση της πληροφορίες) απέρριψε η ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Βασικό πρόβλημα είναι βεβαίως η σταδιακή άνοδος της Οριακής Τιμής Συστήματος, δηλαδή της χονδρεμπορικής τιμής, ως αποτέλεσμα των υψηλών τιμών στο χρηματιστήριο ρύπων, αλλά και των υψηλών τιμών στα καύσιμα.

Ταυτόχρονα φαίνεται ότι στενεύουν επικίνδυνα οι δυνατότητες πρόσβασης στο ρεύμα των δημοπρασιών NOME, το οποίο, παρότι κι αυτό κινείται σε πολύ υψηλότερες τιμές από ότι στην αφετηρία, αποτέλεσε τη σανίδα σωτηρίας για τους προμηθευτές.

Οι δυνατότητες πρόσβασης στα NOME στενεύουν, πρώτον διότι θα μειωθούν κατά πολύ οι δημοπρατούμενες ποσότητες, εάν τελεσφορήσει η τωρινή διαδικασία πώλησης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, δεύτερον διότι θα αυξηθεί θεαματικά η τιμή εκκίνησης στις μετά τον Ιούνιο δημοπρασίες.

Όσον αφορά τις ποσότητες, η ΡΑΕ έχει προγραμματίσει τη δημοπράτηση για το 2019 1444 MWh/h συν τα περίπου 520 MWh/h, προσαύξηση που αναλογεί στην απόκλιση από τους δεσμευτικούς στόχους του 2018 για τα μερίδια της ΔΕΗ. Το «πέναλτι» αυτό θα πάψει να υπάρχει εάν προχωρήσει η αποεπένδυση των λιγνιτικών. Αντίθετα, θα υπάρξει μείωση κατά περίπου άλλα 520 MWh/h, διότι, ως γνωστόν, έχει συμφωνηθεί με τους δανειστές, αντί για το 22% της συνολικής κατανάλωσης, να δημοπρατηθεί μόλις το 13% εάν πουληθούν Μελίτη και Μεγαλόπολη. Συνεπώς θα μείνουν για να δημοπρατηθούν το 2019 περί τα 920 MWh/h.

Όπως είναι φυσικό, όσο λιγότερες ποσότητες βγαίνουν τόσο μεγαλύτερος ανταγωνισμός υπάρχει και τόσο περισσότερο ανεβαίνουν οι τιμές. Πολύ περισσότερο όταν τον Ιούνιο θα αποφασιστεί η νέα τιμή εκκίνησης των δημοπρασιών. Με τις τιμές του CO2 να βρίσκονται στα ύψη εκτιμάται ότι θα υπάρξει μια μεγάλη άνοδος στις τιμές εκκίνησης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που κάνουν αξιόπιστοι παράγοντες, η τιμή εκκίνησης των δημοπρασιών NOME, από τον Ιούνιο και μετά, οπότε θα πρέπει να βγεί νέα υπουργική απόφαση για τον καθορισμό της, θα φτάσει ή και θα υπερβεί τα 55 ευρώ ανά MWh/h, από τα 36,34 ευρώ που είχε καθοριστεί πέρυσι τον Ιούνιο και ίσχυε για τις έκτοτε δημοπρασίες.

Πρέπει επιπλέον αν σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί, τα αυξημένα επίπεδα της Οριακής Τιμής Συστήματος, οι πολύ ακριβές τιμές στα NOME, αλλά κυρίως το θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, δημιουργούν την ανάγκη για μεγάλα κεφάλαια κίνησης προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η ένταξη νέων πελατών στο πελατολόγιο μιας εταιρείας.

Τα απαιτούμενα χρήματα είναι αδύνατον να βγούν από την τρέχουσα εμπορική δραστηριότητα κάθε εταιρείας, καθώς τα περιθώρια κέρδους είναι πολύ μικρά. Συνεπώς το παιχνίδι γίνεται όλο και δυσκολότερο για όσους δεν έχουν «βαθιές τσέπες» και πρακτικά δίνει πλεονέκτημα σε εταιρείες που έχουν μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό και κεφάλαια για να τον υποστηρίξουν.



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα