Skip to main content
Menu
English edition

Ενέργεια και ναυτιλία: Επίκαιρες νομικές εξελίξεις

Η μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) αποτελεί ζωτικής σημασίας τομέα δραστηριοποίησης για τις ναυτιλιακές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Ετήσια Έκθεση 2015-2016 της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ), παρά τη συρρίκνωση της χρηματοδότησης και την ασταθή ναυλαγορά, μεταξύ των δρομολογηθεισών εντός του έτους 2015 παραγγελιών νεότευκτων πλοίων ελληνικών συμφερόντων συμπεριλαμβάνονται 63 πλοία μεταφοράς υγροποιημένου αερίου LNG/LPG, τα οποία αντιστοιχούν σε ποσοστό 19,72% της παγκόσμιας χωρητικότητας υπό παραγγελία. Αυτή η θετική επενδυτική τάση έρχεται σε αντιδιαστολή με τη γενικευμένη υπερπροσφορά που παρατηρείται στην αγορά φυσικού αερίου καθώς και με τις προβλέψεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) αναφορικά με την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξής της, κυρίως λόγω της στασιμότητας της Ευρωπαϊκής αγοράς αλλά και της αβεβαιότητας που επικρατεί στην Κίνα.

Το ως άνω επενδυτικό τοπίο ενδεχομένως να επηρεαστεί αρνητικά από τα πορίσματα της αυτεπάγγελτης έρευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με το ελληνικό φορολογικό καθεστώς για τη ναυτιλία, βάσει των οποίων προκύπτει ότι το σχετικό νομικό πλαίσιο περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις που δύναται να θεωρηθούν ασύμβατες με τους ενωσιακούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις και, ειδικότερα, με την Ανακοίνωση C (2004) 43 της Επιτροπής περί «Κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών», οι οποίες επιδιώκουν τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Δυνάμει της υπ’ αριθμ. C (2015) 9019 και από 12.18.2015 απόφασής της, η Επιτροπή απηύθυνε μια σειρά συστάσεων προς το ελληνικό Δημόσιο, ζητώντας την τροποποίηση του εν λόγω πλαισίου με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται, σύμφωνα με την υιοθετούμενη από την Επιτροπή προσέγγιση, η συμβατότητά του με τους προαναφερθέντες κανόνες της ΕΕ.

Η έρευνα της Επιτροπής επικεντρώθηκε κατά μείζονα λόγο στο ν. 27/1975 «περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξιν της Εμπορικής Ναυτιλίας, εγκαταστάσεως αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεων συναφών θεμάτων». Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, οι ιδιοκτήτες και οι διαχειριστές πλοίων υπό ελληνική σημαία καθώς και πλοίων υπό ξένη σημαία άνω των 500 κόρων που συμμετέχουν σε διεθνείς μεταφορές και των οποίων η διαχείριση γίνεται από την Ελλάδα, είναι επιλέξιμες για φορολόγηση χωρητικότητας (tonnage tax). Επισημαίνεται ότι η καταβολή του φόρου χωρητικότητας απαλλάσσει πλήρως τους μετόχους των σχετικών οντοτήτων από την υποχρέωση καταβολής φόρου εισοδήματος επί των κερδών που προέρχονται από την εκμετάλλευση πλοίων.

Η Επιτροπή έχει εκφράσει τη θέση της ότι το ως άνω περιγραφέν σύστημα φορολογίας χωρητικότητας – το οποίο, αξίζει να αναφερθεί, ουσιαστικά απετέλεσε το παράδειγμα για την υιοθέτηση ανάλογων καθεστώτων σε πολλά άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. - δεν είναι συμβατό με την Κοινή Αγορά, στον βαθμό που ωφελεί τους μετόχους των ναυτιλιακών εταιρειών πέραν του επιτρεπτού ορίου, όπως αυτό προσδιορίζεται βάσει των κριτηρίων των προαναφερθεισών Κατευθυντήριων Γραμμών. Η Επιτροπή σημείωσε ειδικότερα ότι τα προβλεπόμενα από το ν. 27/1975 φορολογικά οφέλη για εταιρείες του ευρύτερου ναυτιλιακού κλάδου, η απαλλαγή από τη φορολογία των μερισμάτων που καταβάλλονται από τις ναυτιλιακές εταιρείες, η απαλλαγή από τη φορολογία της υπεραξίας που σχετίζεται με τις μετοχές σε ναυτιλιακές εταιρείες καθώς και η απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς είναι μέτρα που συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ). Η Επιτροπή επέστησε επίσης την προσοχή στην προνομιακή φορολογική μεταχείριση διάφορων κατηγοριών μεσαζόντων του ναυτιλιακού κλάδου καθώς και των μετόχων ναυτιλιακών εταιρειών, οι οποίοι δεν θεωρείται ότι παρέχουν γνήσιες υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το ελληνικό καθεστώς φορολόγησης χωρητικότητας τέθηκε σε εφαρμογή το 1975, ήτοι πριν από την ένταξη της χώρας στην  Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) το 1981. Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζεται ως «υφιστάμενη ενίσχυση» και υπόκειται σε ειδική διαδικασία νομικής αξιολόγησης, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή και οι αρμόδιες εθνικές αρχές διερευνούν από κοινού το πώς το ισχύον καθεστώς δύναται να τροποποιηθεί ώστε να εξαλειφθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού εντός της Εσωτερικής Αγοράς. Ειδικότερα, η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές να άρουν ή να τροποποιήσουν την επίμαχη νομοθεσία εντός χρονικής περιόδου δύο ετών και κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη συμβατότητα της με το ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων. Περαιτέρω, οι ελληνικές αρχές κλήθηκαν να ενημερώσουν εγγράφως την Επιτροπή εντός δύο μηνών από την παραλαβή των συστάσεών της ότι τις αποδέχονται στο σύνολό τους ανεπιφύλακτα και κατηγορηματικά.

Σε συνεχεία των ανωτέρω, η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) απέστειλε στις 24.3.2016 Υπόμνημα θέσεων επί της αρχής αλλά και των επιμέρους συστάσεων της Επιτροπής, το οποίο ελήφθη υπόψη από την ελληνική κυβέρνηση, επισυναπτόμενο στην επίσημη απάντησή της προς την Επιτροπή ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Η επιχειρηματολογία της ΕΕΕ εστιάζει στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι η χορήγηση φορολογικών πλεονεκτημάτων συνιστά κρατική ενίσχυση, το σύστημα φορολογίας χωρητικότητας συνιστά ενίσχυση η οποία είναι συμβατή με το κείμενο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο περί ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο εν προκειμένω η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ερμηνεύσει εσφαλμένα. Η ΕΕΕ επιχειρεί ακόμη να εξηγήσει τη δομή, τη λειτουργία, τις ιστορικές καταβολές και το σκοπό των διατάξεων του εν γένει ελληνικού θεσμικού πλαισίου ρύθμισης της ελληνικής ναυτιλιακής αγοράς, υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί στοιχείο της ίδιας της συνταγματικής ταυτότητας της ελληνικής έννομης τάξης, γεγονός το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

O χειρισμός του εν λόγω θέματος, ενόψει της πολυπλοκότητας λεπτών αξιολογήσεων που πρέπει να γίνουν υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου κρατικών ενισχύσεων, υπόκειται προφανώς στην ανάγκη εξειδικευμένης νομικής συμβουλής. Χωρίς συνεπώς να μπορεί προφανώς στο παρόν κείμενο να γίνει εξαντλητική αξιολόγηση των νομικών παραμέτρων της προβληματικής, δέον όπως επισημανθεί ότι η επίμαχη απόφαση της Επιτροπής παρουσιάζει σε κρίσιμα σημεία κενά, επιστημονικά αμφισβητήσιμη επιχειρηματολογία αλλά και εστίες αντιφατικής αιτιολογίας. Αυτό συνηγορεί υπέρ της ευχέρειας διαμόρφωσης μιας στοχευμένης νομικής επιχειρηματολογίας που θα εδύνατο να αναιρέσει ή έστω να αμβλύνει κομβικά στοιχεία της νομικής αξιολόγησης της Επιτροπής αλλά και να αξιοποιήσει τις δεδομένες διαδικαστικές θετικές ιδιαιτερότητες της κατηγοριοποίησης των επίμαχων μέτρων ως μέτρων υφισταμένων (existing aid) και όχι νέων κρατικών ενισχύσεων (new aid).

Επιμέλεια στήλης: «Μεταξάς & Συνεργάτες – Δικηγόροι & Νομικοί Σύμβουλοι» (www.metaxaslaw.gr)



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

-A +A

Σχετικά άρθρα