Δ. Λάλας: Η Συμφωνία των Παρισίων και η Τιμή των Δικαιωμάτων Εκπομπών
Το κόστος της κλιματικής αλλαγής αποτιμημένο σε οικονομικούς όρους, δηλαδή το κόστος των επιπτώσεων στην κοινωνία, θεωρητικά θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην τιμή των προϊόντων ή υπηρεσιών που το προκαλούν. Η διαδικασία αυτή ουσιαστικά εντάσσει δηλαδή «εσωτερικεύει» ένα κόστος στην αποτίμηση της τιμής των προϊόντων. Στις ΗΠΑ λειτουργεί ήδη μιά ειδική Ομοσπονδιακή Επιτροπή για τον υπολογισμό του κόστους, δηλαδή της λεγόμενης «κοινωνικής τιμής του άνθρακα» (τελευταία αποτίμηση του $36/τόννο CO2 για το 2015, αυξανόμενη στα $50 το 2030 και στα $69 το 2050).
Τρόποι εσωτερίκευσης είναι η επιβολή ενός φόρου εκπομπών (κυρίως από την ενέργεια που είναι μακράν η μεγαλύτερη αιτία) αντίστοιχου μεγέθους ή η απαίτηση κατοχής αντιστοίχου δικαιώματος εκπομπής που είναι από το 2005 και βάσει της πρόσφατης (2015) επέκτασης του συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS) μέχρι το 2030, η ευρωπαϊκή επιλογή. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) το κόστος απόκτησης δικαιωμάτων επωμίζεται η ηλεκτροπαραγωγή και άλλες μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες μέσω αγοράς από δημοπρασίες κρατών-μελών ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή της ήδη αναπτυχθείσας χρηματιστηριακής αγοράς δικαιωμάτων. Ο αριθμός των δικαιωμάτων προς δημοπράτηση στην ΕΕ αγγίζει το 1Δις και στην Ελλάδα περίπου τα 40 Εκατ. ετησίως. Αντίστοιχες αγορές/διαδικασίες λειτουργούν και σε άλλα κράτη ή αυτόνομες περιοχές όπως στις ΗΠΑ (Καλιφόρνια, Βορειοανατολικές Πολιτείες), στον Καναδά (Κεμπέκ), στην Ιαπωνία, στην Αυστραλία ακομή πλέον και σε επαρχίες της Κίνας. Τα ήδη λειτουργούντα συστήματα εμπορίας εκπομπών καλύπτουν το 40% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ πάνω από 40 χώρες έχουν θεσπίσει ή σχεδιάζουν φόρο εκπομπών ή απαίτηση κατοχής δικαιωμάτων εκπομπών.
Ο μεγάλος αυτός αριθμός ETS δεν βοήθησε στην διαμόρφωση μιάς γενικά αποδεκτής τιμής του εξωτερικού κόστους ή τιμής «άνθρακα». Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν άνισες συνθήκες ανταγωνισμού και να υπάρξει διαρροή εταιρειών ή και παραγωγής σε χώρες με μικρότερες ή μηδενικές τιμές «άνθρακα» γεγονός που επέβαλε διορθωτικές διατάξεις ενίσχυσης στο Ευρωπαϊκό σύστημα ETS και φωνές για επιβολή τέλους σε εισαγόμενα προϊόντα όπως ο χάλυβας και το τσιμέντο. Προσπάθειες για την συνένωση ή και ενσωμάτωση των διαφόρων συστημάτων εμπορίας (εκτός από αυτά της Καλιφόρνιας με το Κεμπέκ του Καναδά) δεν προχώρησαν γιατί υπάρχουν ουσιαστικές δυσκολίες όπως αυτή της ισοτιμίας ανταλλαγής αλλά και της περιβαλλονικής αξιοπιστίας των δικαιωμάτων.
Στα πλαίσια του Πρωτοκόλλου του Κυότο (ΠΚ), οι υποχρεώσεις μείωσης αφορούσαν μόνο τις «αναπτυγμένες χώρες» δηλαδή ουσιαστικά αυτές του ΟΑΣΑ οι οποίες είχαν ποσοτικούς στόχους μείωσεων εκπομπών και αυστηρά συστήματα απογραφής ώστε να διασφαλίζεται κατά το δυνατόν η περιβαλλοντική ακεραιότητα του συστήματος. Η εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών σαν εργαλείο για την επίτευξη των στόχων μείωσης βασίστηκε στο αρθ. 17 (σε συνδιασμό με τα αρθ. 3, 6 και 14) του ΠΚ όπου επιτρέπεται η εμπορία μεταξύ «ανεπτυγμένων χωρών» μόνο σαν πρόσθετο εργαλείο, επικουρικό δράσεων στο εσωτερικό μιάς χώρας. Οι «αναπτυσσόμενες χώρες» που περιλάμβαναν και την Κίνα, Βραζιλία και Ινδία δεν είχαν υποχρεώση μείωσης και συμμετείχαν στην εμπορία μόνο μέσω δικαιωμάτων από μεμονωμένα έργα (του λεγόμενου Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης - CDM) για τα οποία ήταν δυνατή η μέτρηση της επιτευχθλείσας μείωσης. Για τα δικαιώματα αυτά υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί στην χρήση τους προς εκπλήρωση υποχρεώσεων στα πλαίσια του ευρωπαϊκού ETS.
Το ΠΚ όμως ισχύει μέχρι το 2020 οπότε αρχίζει η ισχύς της Συμφωνίας των Παρισίων (ΣτΠ) που συνομολογήθηκε τον Δεκέμβριο του 2015. Η ΣτΠ αλλάζει ριζικά την φιλοσοφία των υποχρεώσεων μείωσης των χωρών τόσο όσον αφορά το είδος (μείωση σε απόλυτο αριθμό ή σε σχέση με αναμενόμενη ποσότητα ή ακόμη και βελτίωση της μοναδιαίας εκπομπής ανα μονάδα ΑΕΠ), όσο και την διαφοροποίηση μεταξύ χωρών αφού πλέον οι υποχρεώσεις μείωσης αναλαμβάνονται μέσω ατομικών εθελοντικών δηλώσεων οι οποίες έχουν ήδη κατατεθεί από άνω των 180 χώρων, μεμονωμένα ή σε συνεργασία.
Τα σχέδια κειμένου για την ΣτΠ στις διεθνείς διαπραγματεύσεις μέχρι την τελευταία στιγμή δεν περιελάμβαναν άρθρα που αφορούσαν στις αγορές επειδή υπήρχαν σημαντικές επιφυλάξεις για την περιβαλλοντική τους αποτελεσματικότητα, πιθανόν λόγω των προβλημάτων με την τεκμηρίωση της πραγματικής μείωσης των δράσεων CDM. Κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή συμφωνήθηκε το αρθ. 6 του οποίου οι πρώτες 7 (από τις 9) παράγραφοι αναφέρονται στην δυνατότητα κοινών δράσεων μεταξύ κρατών (παρα. 1) και «μεταφοράς» των μειώσεων προς κάλυψη υποχρεώσεων (παρα. 2&3) και στην δημιουργία ενός μηχανισμού για τον σκοπό αυτό (παρα. 4–7) που φαίνεται ότι είναι η νέα μορφή CDM.
Η διατύπωση του αρθ. 6 δεν ξεκαθαρίζει αν η «μεταφορά» που αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την εμπορία δικαιωμάτων αφορά κράτη (όπως ήδη υιοθετείται από την Βραζιλία) ή και ιδιωτικά νομικά πρόσωπα (όπως υποστηρίζει η Νέα Ζηλανδία και άλλα 17 κράτη που ήδη υπέγραψαν δήλωση στήριξης αγορών στο Παρίσι αμέσως μετά την απόφαση). Ανεξαρτήτως της ερμηνείας του αρθ. 6, όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να υπάρχει στηβαρό σύστημα καταμέτρησης και πιστοποίησης ώστε να αποφευχθούν διπλομετρήσεις και έτσι να διασφαλιστεί η περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα αλλά και η αξία και η τιμή των «μεταφερομένων» δηλαδή των εμπορευομένων δικαιωμάτων.
Παραμένει ακόμη να γίνει πολλή δουλειά για να συμφωνηθούν οι «λεπτομέρειες» της εξειδίκευσης των διαδικασιών που εισάγονται με το αρθ. 6 της ΣτΠ και τις παραγράφους 37-39 της σχετικής απόφασης του COP21. Ομως ήδη οι αγορές δικαιωμάτων άρχισαν να εξετάζουν τις επιπτώσεις του αρθ. 6 και τις προοπτικές του.
Ετσι ξεκίνησε πάλι η συζήτηση για τις πιθανές ενοποιήσεις συστημάτων ETS των διαφόρων κρατών ή περιοχών, για το συγγενές θέμα των ισοτιμιών μεταξύ των διαφόρων ειδών και προέλευσης δικαιωμάτων, για την εξασφάλιση της απογραφής και παρακολούθησης των εκπομπών και βέβαια για την μελλοντική πορεία της τιμής των δικαιωμάτων. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η ΕΕ εξακολουθεί να θεωρεί το ΕΤS σαν τον βασικό μηχανισμό επίτευξης των μειώσεων εντός της ΕΕ που προϋποθέτει αρκετά υψηλή τιμή δικαιωμάτων, της τάξεως των 20-50€/τόννο CO2 , επίπεδα που ήδη προσπάθησε να στηρίξει με την πρόσφατη (2015) δημιουργία του Ταμείου Σταθερότητας Αγοράς (Market Stability Reserve) και την απόσυρση δικαιωμάτων για μεταγενέστερο πλειστηριασμό (Backloading).
Η δυνατότητα παραγωγής δικαιωμάτων από πολύ περισσότερες χώρες θα αυξήσει την προσφορά, ενώ όλες οι αναλύσεις των εθελοντικών δεσμεύσεων των κρατών δεν προσιδιάζουν σε αύξηση της ζήτησης. Ετσι αναμενόμενη μάλλον είναι μία μακροχρόνια πτωτική πίεση στη τιμή.
Η τιμή των δικαιωμάτων του ευρωπαϊκού ETS, εν αντιθέσει με την «κοινωνική τιμή άνθρακα» της τάξεως των 30€/τόνCO2, το Απρίλιο του 2014 είχε φτάσει σε ένα ελάχιστο της ταξής των 2,95€/τόνCO2. Σε συνέχεια με μιά συνεχή αυξητική τάση αναρρυχήθηκε στα 8,57€/τόνCO2 στις 30/11/2015 ημέρα έναρξης του COP21 στο Παρίσι. Ομως αμέσως μετά ξεκίνησε μιά πτωτική πορεία φτάνοντας στα επίπεδα των 5€/τόνCO2 (9/3/2016) χωρίς καν να επηρεάζεται από την επικείμενη υποχρέωση κατάθεσης των ετήσιων εκθέσεων εκπομπών μέχρι τις 29/2 και των αντιστοίχων δικαιωμάτων μέχρι την 31/3 από τις εταιρείες που εμπίπτουν στο σύστημα ETS.
Ζητούμενο λοιπόν είναι οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εξέλιξη της τιμής των δικαιωμάτων το συντομότερο δυνατόν, και οι προτάσεις της για την στήριξη της μετά το 2020. Και αυτό γιατί για ενεργειακές επενδύσεις με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον 20ετίας, τα επίπεδα και η μείωση της αβεβαιότητας της τιμής των δικαιωμάτων είναι καθοριστικής σημασίας. Μήπως τελικά θα πρέπει να ξαναδούμε την εναλλακτική περίπτωση του φόρου εκπομπών;
Η πορεία της τιμής δικαιωμάτων εκπομπών (από την Investing)
* Ο κ. Δημήτρης Λάλας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
(Το άρθρο περιλαμβάνεται στην έκδοση GREEK ENERGY 2016)
