Άρθρο - παρέμβαση του Π. Κάπρου: Η κρίση ως ευκαιρία για μία ορθολογική ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν συνιστά ένα ακόμη παροδικό ενεργειακό σοκ, αλλά μια εξέλιξη που εκδηλώνεται σε μια Ευρώπη ήδη επιβαρυμένη σε πολλαπλά μέτωπα. Το νέο σοκ εκτυλίσσεται τη στιγμή που αρκετές κυβερνήσεις στρέφουν εκ νέου το βλέμμα στους ορυκτούς υδρογονάνθρακες, παραβλέποντας τις συνέπειες μιας νέας κρίσης τιμών μόλις λίγα χρόνια μετά το δραματικό 2022. Είναι οι ίδιες φωνές που, πολύ πρόσφατα απέδιδαν στις ΑΠΕ την ευθύνη για τις αυξήσεις τιμών και ζητούσαν μια «πιο ρεαλιστική» —στην ουσία πιο αργή— πράσινη μετάβαση. Πολύ λίγο μετά τις δηλώσεις αυτές η οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τον αντίκτυπο της νέας κρίσης τιμών των υδρογονανθράκων, οι οποίες συμπαρασύρουν τόσο της τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, όσο και τις τιμές όλων των αγαθών. Δεν ανέφεραν στις δηλώσεις τους ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) είναι εγχώριες, εξασφαλίζουν σταθερή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας και το μόνο που χρειάζονται είναι επενδύσεις, οι οποίες εξάλλου συνοδεύονται και με τεχνολογική πρόοδο προς όφελος της οικονομίας.
Στις ευρωπαϊκές οικονομίες, υπάρχει μια κοινά αποδεκτή εκτίμηση ότι μια διαρκής αύξηση 10% στις τιμές του πετρελαίου μειώνει το επίπεδο του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) περίπου κατά 0,2-0,4 ποσοστιαίες μονάδες και αυξάνει τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,4-0,6 ποσοστιαίες μονάδες. Αντίστοιχα, μια σταθερή αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου κατά 10% προκαλεί μια επιβάρυνση του πληθωρισμού κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, και αυτό οφείλεται και στις έμμεσες επιπτώσεις από την αύξηση των τιμών ηλεκτρισμού. Έχουν εκτιμηθεί ότι η κρίση τιμών αερίου το 2022 μείωσε το ευρωπαϊκό ΑΕΠ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα και αύξησε τον πληθωρισμό κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η επίπτωση της συνδυασμένης αύξησης των τιμών αερίου και ηλεκτρισμού είναι πιο μεγάλη σε σχέση με ένα αντίστοιχο πετρελαϊκό σοκ. Το ανησυχητικό είναι ότι ενώ οι μέσες χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού τα χρόνια 2018-2019 ήταν γύρω στα 40-50 €/MWh, το 2023-2025 αυτές ξεπέρασαν τα 90-100 €/MWh, ενώ στο μεταξύ, το 2022, έφτασαν πάνω από 250 €/MWh. Αυτό δείχνει ότι η κρίση τιμών αερίου άφησε ένα μόνιμο αποτύπωμα στις τιμές ηλεκτρισμού, ακόμη και μετά την επαναφορά των τιμών αερίου σε χαμηλά επίπεδα.
Αντίθετα, η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ΑΠΕ-αποθήκευση έχει θετικό αποτύπωμα στο ΑΕΠ: μία αύξηση των επενδύσεων αυτών σε ποσοστό 1% του ΑΕΠ το χρόνο εκτιμάται ότι αποφέρει μόνιμη αύξηση 0,2-0,4 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ κάθε χρόνο, ακόμα και αν οι επιπλέον επενδύσεις βασίζονται σε δανειακά κεφάλαια.
Το σοκ τιμών της ενέργειας του 2026 βρίσκει την Ευρώπη χωρίς να έχει κατορθώσει να διαμορφώσει μια ορθολογική και συνεκτική ενεργειακή και βιομηχανική πολιτική, όπως υπογράμμισαν και οι εκθέσεις Draghi και Letta:
- Οι αναγκαίες διορθωτικές μεταρρυθμίσεις, που θα μπορούσαν να μετριάσουν κρίσεις όπως η εκτίναξη των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού το 2022, παραμένουν ανεφάρμοστες.
- Η ευρωπαϊκή οικονομία απειλείται από αποδυνάμωση της βιομηχανικής της βάσης, ενώ η συνοχή στη λήψη αποφάσεων υπονομεύεται από αυξανόμενο πολιτικό κατακερματισμό.
- Τα υποψήφια μέτρα οικονομικής ενίσχυσης παρεμποδίζονται από αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς και από μια γραφειοκρατική προσέγγιση απέναντι στις κρατικές ενισχύσεις.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το νέο σοκ δεν αφορά μόνο την αντοχή της ενεργειακής αρχιτεκτονικής της Ευρώπης, αλλά και τη βιωσιμότητα του στρατηγικού μοντέλου πάνω στο οποίο στηρίχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.
Στα επόμενα κρίσιμα λίγα χρόνια για την ενεργειακή μετάβαση, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση να περιορίσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα χωρίς να αντικαταστήσει μια μορφή εξάρτησης με μια άλλη, ενεργειακή ή τεχνολογική. Η επιβράδυνση ή αναστολή της μετάβασης δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή για μια οικονομία που εξακολουθεί να καλύπτει σημαντικό μέρος των ενεργειακών της αναγκών από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες αφού αυτό συνεπάγεται διαρκή έκθεση σε γεωπολιτικούς κινδύνους και διακυμάνσεις τιμών. Από την άλλη πλευρά, μια «αφελής» στρατηγική από-ανθρακοποίησης, που θα αγνοούσε τις επιπτώσεις στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, στην τεχνολογική αυτονομία και στην αξιοπιστία του ενεργειακού συστήματος, δεν είναι ούτε πολιτικά ούτε οικονομικά βιώσιμη. Όμως:
- Η επιστροφή στο προηγούμενο επίπεδο εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι πολιτικά και στρατηγικά απίθανη. Η ενίσχυση των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξε κρίσιμη για τη διαχείριση της κρίσης, αλλά η μακροπρόθεσμη ασφάλεια δεν μπορεί να εδράζεται σε μονοσήμαντη εξάρτηση από έναν προμηθευτή ή μια τεχνολογία.
- Παράλληλα, η από-ανθρακοποίηση δεν μπορεί να βασιστεί σε εφοδιαστικές αλυσίδες όπου το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού και των κρίσιμων υλικών (π.χ., σπάνιες γαίες) για τις καθαρές τεχνολογίες θα είναι εισαγόμενο, όπως σήμερα από την Κίνα.
Το ουσιαστικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι η αντιπαράθεση «πράσινης» έναντι «μη πράσινης» πολιτικής, ούτε η καθυστέρηση της πράσινης μετάβασης. Για την Ευρώπη, ειδικά στο πλαίσιο του παγκόσμιου τεχνολογικού ανταγωνισμού, είναι μονόδρομος η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης. Όμως, όχι μια «αφελής» μετάβαση που αυξάνει την τρωτότητά της και βασίζεται σε κρίσιμες εισαγωγές. Αλλά μια επιταχυνόμενη πράσινη μετάβαση που ταυτόχρονα συνεκτιμά και διευκολύνει την ασφάλεια εφοδιασμού, την ανταγωνιστικότητα και την τεχνολογική ικανότητα. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται τέσσερις βασικές κατευθύνσεις.
- Πρώτον, απαιτείται ένα πιο ασφαλές και πραγματικά διαφοροποιημένο μείγμα προέλευσης υδρογονανθράκων για όσο το σύστημα τους χρειάζεται στην πορεία της από-ανθρακοποίησης. Η διαφοροποίηση πηγών και οδεύσεων, η επαρκής αποθήκευση και ο καλύτερος συντονισμός σε επίπεδο Ένωσης μειώνουν τον κίνδυνο σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού.
- Δεύτερον, χρειάζεται σημαντικά ταχύτερη ανάπτυξη εγχώριων πηγών ενέργειας χαμηλών εκπομπών. Αυτό περιλαμβάνει τις ανανεώσιμες πηγές, αλλά και άλλες τεχνολογίες χαμηλού άνθρακα, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης τόσο από εισαγόμενα καύσιμα όσο και από εξωτερικές αλυσίδες εφοδιασμού. Όσο μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής ενέργειας μεταφέρεται εντός των ευρωπαϊκών συνόρων, τόσο περιορίζονται οι κίνδυνοι από γεωπολιτικές εντάσεις.
- Τρίτον, προϋποτίθεται ουσιαστική αύξηση των επενδύσεων σε δίκτυα, αποθήκευση, ευελιξία και ενεργειακή αποδοτικότητα. Η ενσωμάτωση υψηλών ποσοστών μεταβλητών ΑΠΕ, η αντιμετώπιση αιχμών ζήτησης και η διαχείριση διακυμάνσεων τιμών προϋποθέτουν ισχυρές υποδομές μεταφοράς και διανομής, επαρκείς λύσεις αποθήκευσης και εργαλεία διαχείρισης ζήτησης. Η ανθεκτικότητα αποκτάται μέσω στοχευμένων επενδύσεων και ρυθμιστικών επιλογών, όχι με ad hoc παρεμβάσεις σε περιόδους κρίσης.
- Τέταρτον, καθίσταται αναγκαία μια συνεκτική βιομηχανική στρατηγική που να συνδέει την ενεργειακή μετάβαση με την παραγωγική και τεχνολογική βάση της Ευρώπης. Η στρατηγική αυτή οφείλει να ενισχύει την ευρωπαϊκή ικανότητα παραγωγής εξοπλισμού, υλικών και τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, ώστε η οικονομία της να μην περιοριστεί στον ρόλο του τελικού αγοραστή σε εισαγόμενες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Συνοπτικά, η συζήτηση για την ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης πρέπει σαφώς να μετατοπιστεί από το αν η μετάβαση θα γίνει ή θα καθυστερήσει, στο πώς ακριβώς θα διαμορφωθεί και με ποιες αποτελεσματικές πολιτικές θα συμπληρωθεί, ώστε να συνδυάζει κλιματικούς στόχους, ασφάλεια εφοδιασμού και στρατηγική αυτονομία. Ο πόλεμος στο Ιράν έρχεται να επιβεβαιώσει ότι το χρονικό περιθώριο για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου πλαισίου είναι περιορισμένο και ότι οι επιλογές της επόμενης περιόδου θα έχουν μακροχρόνιες συνέπειες για τη θέση της Ευρώπης στο διεθνές ενεργειακό και οικονομικό περιβάλλον.
________
Παντελής Κάπρος, Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ΕΜΠ