Από τις χαμηλότερες τιμές χθες η ελληνική αγορά, χάρις στις μονάδες αερίου – Η επάρκεια σε ευελιξία γίνεται πλεονέκτημα έναντι της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης
Η τέταρτη φθηνότερη πανευρωπαϊκά ήταν χθες η ελληνική DAM, γεγονός το οποίο όπως σημειώνουν παράγοντες της ηλεκτροπαραγωγής, οφειλόταν στην επάρκεια σε εγχώριες μονάδες αερίου. Μάλιστα, σύμφωνα με τους ίδιους παράγοντες, καθώς οι συνθήκες που επικράτησαν χθες θα εμφανίζονται ολοένα συχνότερα στο μέλλον, θα αρχίσει να αναδεικνύεται στις χονδρεμπορικές τιμές, το πλεονέκτημα που έχει η χώρα μας σε σχέση με τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, όπου υπάρχει έλλειψη σε ευέλικτη θερμοηλεκτρική παραγωγή.
Οι συνθήκες αυτές, που εκδηλώθηκαν χθες, είχαν να κάνουν με την περιορισμένη παραγωγή ΑΠΕ κατά τις πρωινές και απογευματινές ώρες, έναντι της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια. Η περιορισμένη ανανεώσιμη παραγωγή προήλθε με τη σειρά της από το μειωμένο αιολικό δυναμικό – καθώς τουλάχιστον στην Κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη, τον χειμώνα κύρια «πράσινη» πηγή ηλεκτρισμού είναι τα αιολικά πάρκα.
Σε γενικές γραμμές, το μοτίβο της αυξημένης ζήτησης για ρεύμα τις πρωινές και απογευματινές ώρες καταγράφηκε χθες σχεδόν σε όλη της Ευρώπη και για να καλυφθεί επιστρατεύθηκαν οι διαθέσιμες μονάδες αερίου. Στην περίπτωση της χώρας μας, ωστόσο, ο ευέλικτος θερμοηλεκτρικός στόλος είναι αρκετά μεγάλος για να καλυφθεί η επιπλέον κατανάλωση.
Αντίθετα, στις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπη δεν υπάρχουν επαρκείς μονάδες αερίου. Όπως είναι φυσικό, το αποτέλεσμα του scarcity ήταν να αυξηθούν αισθητά παραπάνω οι τιμές με τις οποίες έκλεισαν οι αντίστοιχες αγορές, τις συγκεκριμένες ώρες.
Η ελληνική αγορά έκλεισε στα 101,19 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, πίσω μόνο από την Ισπανία (69,67 ευρώ ανά Μεγαβατώρα), την Πορτογαλία (76,17 ευρώ ανά Μεγαβατώρα) και τη Γαλλία (96,52 ευρώ ανά Μεγαβατώρα). Αντίθετα, πάνω από τη χώρα μας διαμορφώθηκαν οι τιμές σε αγορές που στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων είναι φθηνότερες, όπως στη Γερμανία (175,67 ευρώ ανά Μεγαβατώρα), την Αυστρία (171,78 ευρώ ανά Μεγαβατώρα) και τη Δανία (161,52 ευρώ ανά Μεγαβατώρα).
Σύμφωνα με τους ίδιους αναλυτές, η χθεσινή εικόνα αποτελεί «πρόγευση» μίας τάσης που θα πυκνώσει στο μέλλον. Κι αυτό γιατί με τη συνεχή διείσδυση των ΑΠΕ, θα πολλαπλασιαστούν οι περιπτώσεις όπου η «πράσινη» παραγωγή δεν θα επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση μερικές ώρες του 24ωρου – μόνο τα πρωινά και τα απογεύματα. Τότε, βαρόμετρο για το πού θα διαμορφωθούν οι τιμές σε κάθε αγορά, θα είναι αν υπάρχει επαρκής διαθεσιμότητα σε ευέλικτες μονάδες, που θα μπορούν να καλύψουν αυτά τα κενά.
Μάλιστα, όπως συμπληρώνουν οι ίδιοι παράγοντες του κλάδου, είναι ενδιαφέρον ότι οι τιμές δεν ψαλιδίστηκαν σε αγορές όπου λειτουργούν σημαντικά χαρτοφυλάκια μπαταριών, παρόλο που θεωρητικά οι μονάδες αποθήκευσης λειτουργούν κι αυτές συμπληρωματικά με τις ΑΠΕ. Όπως φαίνεται όμως, οι υφιστάμενες μπαταρίες (διάρκειας κατά κανόνα 2 ωρών) δεν μπορούν να παίξουν αυτό τον ρόλο, κατ΄αρχάς γιατί δεν συμμετέχουν μόνο στην DAM.
Εξάλλου, το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί, παρόλο που διαθέτει σημαντικό portfolio σε μπαταρίες, η Γερμανία στοχεύει να υλοποιήσει 20 γιγαβάτ νέων μονάδων αερίου τα επόμενα χρόνια με τους πρώτους διαγωνισμούς να ξεκινούν ήδη από φέτος. Μάλιστα, σαν κίνητρο για την υλοποίησή τους έχει σχεδιάσει έναν ειδικό Μηχανισμό Αποζημίωσης Ισχύος (CRM).