Πώς τα πήγε η ΕΕ στην αντιμετώπιση της Ρωσίας;
Η προσάρτηση της Κριμαίας στην Ρωσία και η εισβολή στην Ανατολική Ουκρανία το 2014, κατέστησαν σαφές στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι η Ρωσία δεν είναι ένας προβληματικός στρατηγικός εταίρος, αλλά ένα στρατηγικό πρόβλημα. Η Ευρώπη δεν είναι εντελώς σίγουρη πώς να απαντήσει. Ορισμένα κράτη-μέλη ζητούν περιορισμούς για την Ρωσία. Άλλοι υποστηρίζουν έναν συνδυασμό μαστιγίου και καρότου. Και μια τρίτη, μικρότερη ομάδα, θεωρεί ότι είναι αναπόφευκτο να συναινέσουμε στα τετελεσμένα της Ρωσίας. Ενώ η Ευρώπη είναι ενωμένη στο να βλέπει την συμπεριφορά της Ρωσίας ως προβληματική, δεν υπάρχει αναλυτική ομοφωνία για τους μοχλούς και τους στόχους της ρωσικής πολιτικής. αυτό περιορίζει τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό πολιτικής, καθιστά δύσκολη την διαμόρφωση μιας συνεπούς, μακροπρόθεσμης στρατηγικής και έχει δώσει αφορμή για κάποια -αν και μέχρι σήμερα ήσσονος σημασίας- λάθη.
Η χρονιά ξεκίνησε με μια εντατικοποίηση της πάλης στο Ντονμπάς, στην Ανατολική Ουκρανία, που οδήγησε σε νέες προσπάθειες διαμεσολάβησης από τους Ευρωπαίους (κυρίως από τη Γερμανία και την Γαλλία μέσω των αποκαλούμενων συνομιλιών Νορμανδίας) και κατέληξαν στη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, Μινσκ ΙΙ. Η συμφωνία έφερε κάποια αποκλιμάκωση στο πεδίο της μάχης -αν και μόνο αφού οι συνδυασμένες δυνάμεις των ρωσικών στρατευμάτων και των "ανταρτών του Ντονμπάς είχαν καταλάβει τον στρατηγικό κόμβο στο Debaltseve. Αλλά οι περισσότερες διατάξεις της συμφωνίας παρέμειναν ανεκπλήρωτες, αρκετό καιρό μετά τη λήξη των προθεσμιών. Οι διαμάχες συνεχίστηκαν μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, αν και σε μειωμένη κλίμακα, και υπήρξαν κάποια περιστατικά ακόμη και μετά από αυτό. πιο σημαντικό, η ικανότητα της συμφωνίας να παρέχει μια διαδρομή για βιώσιμη ειρήνη, παραμένει αμφίβολη. Το έγγραφο είναι σχεδόν ακατανόητο, ειδικά σε ό,τι αφορά τις αλληλουχίες και τα χρονοδιαγράμματα. Πιο κραυγαλέα, καθορίζει την αποκατάσταση του εδαφικού ελέγχου της Ουκρανίας ως το τελευταίο βήμα αυτής της διαδικασίας, αν και αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεξαγωγή τοπικών εκλογών ενώ θα ήταν παρούσες ξένες δυνάμεις, κάτι που δεν είναι και πολύ συμβατό με μια φυσιολογική πολιτική διαδικασία. Το συχνά ασαφές διατυπωμένο κείμενο, επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, οι οποίες, όπως ήταν αναμενόμενο, είναι εξαιρετικά αποκλίνουσες στο Κίεβο και στη Μόσχα.
Ελλείψει οποιασδήποτε εναλλακτικής πολιτικής διαδικασίας, η ΕΕ έχει κολλήσει στη συμφωνία του Μινσκ και το κατέστησε κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής της για την ρύθμιση της σύγκρουσης. Παρά τις αδυναμίες της συμφωνίας, είναι το μόνο έγγραφο το οποίο έχουν υπογράψει και η Ρωσία και η Ουκρανία, και επομένως είναι η μόνη πιθανότητα να κρατήσει η Μόσχα τον λόγο της. Η Ευρώπη κατέστησε την εφαρμογή της συμφωνίας του Μινσκ όρο για την άρση των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας, και μέχρι στιγμής έχει διατηρήσει την θέση ότι μόνο η πλήρης εφαρμογή -που σημαίνει, η Ουκρανία να ανακτήσει τον έλεγχο των συνόρων της- είναι επαρκής. Ενώ η ΕΕ θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να διαμορφώσει την πολιτική διαδικασία σε σχέση με την Μινσκ, αυτή η στάση τουλάχιστον αποφεύγει την πιθανότητα η Ρωσία να διαπραγματευτεί συμβολικά και αναστρέψιμα βήματα για την αφαίρεση των κυρώσεων και στη μετά να συνεχίσει να αποσταθεροποιεί την Ουκρανία.
Στο μεταξύ, η ίδια η πολιτική των κυρώσεων φαίνεται ότι λειτούργησε αρκετά καλά. Πολλοί αμφισβήτησαν τα μέτρα αφού δεν παρήγαγαν άμεσα αποτελέσματα από το 2014. Ωστόσο, οι κυρώσεις συνήθως λειτουργούν με σωρευτικό αποτέλεσμα-πολιτικό όσο και οικονομικό. Οι ρωσικές κυρώσεις είχαν σχεδιαστεί ως μια "αργή συμπίεση”, να τροποποιήσει την πολιτική συμπεριφορά της Ρωσίας χωρίς να συντριβεί το οικονομικό της σύστημα. Δεδομένου του ιστορικού της Ευρώπης σε σχέση με την Ρωσία -η Μόσχα την γλίτωσε με τον πόλεμο της Γεωργίας χωρίς κυρώσεις σε μεγάλο βαθμό- η Ευρώπη τα έχει πάει καλά αυτή την φορά, αλλά θα χρειαστεί ακόμη να αποδείξει ότι έχει την δύναμη οι κυρώσεις να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Οικονομικά, οι κυρώσεις κόστισαν στην ρωσική οικονομία 1%-1,5% του ΑΕΠ ετησίως σύμφωνα με το ΔΝΤ, αλλά το πολιτικό κόστος, αν και πιο υποκειμενικό και πιο δύσκολο να μετρηθεί, είναι πιθανώς πιο σημαντικό. Για την ώρα, η Μόσχα έχει περιορίσει σημαντικά τις φιλοδοξίες της στην Ουκρανία και οι κυρώσεις είναι πιθανώς ένας παράγοντας σε αυτό (οι εξελίξεις στην Ουκρανία είναι ένας άλλος). Αλλά η Μόσχα χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εγκαταλείψει τον στόχο της διατήρησης κάποιας μόχλευσης για την λήψη αποφάσεων σχετικά με την Ουκρανία.
Οι κυρώσεις και το αδιέξοδο στην Ανατολική Ουκρανία μπορεί ίσως να έχουν συμβάλλει στην ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία το φθινόπωρο. Η φιλοδοξία της Μόσχας να ξεφύγει από το αδιέξοδο διευρύνοντας το πλαίσιο των σχέσεων με την Δύση, ήταν ένας μοχλός πολιτικής εδώ, αν και όχι ο μόνος ή ούτε ο βασικός. Τα άλλα κίνητρα της Μόσχας μπορούν να βρεθούν στο εγχώριο πλαίσιο, στην στάση της εναντίον των επαναστάσεων γενικότερα, και στην επιθυμία της να διατηρήσει το καθεστώς του bashar al-Assad στη Συρία, το οποίο η Μόσχα θεωρεί βασικό για την επιβίωση του συριακού κράτους και για την δική της παρουσία στην χώρα.
Μέχρι το τέλος του 2015, η προσφυγική κρίση και οι επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους εναντίον ευρωπαϊκών στόχων, έχουν κάνει την επίλυση της συριακής κρίσης μια πολιτική προτεραιότητα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η Μόσχα δεν θα είναι ένας εύκολος εταίρος: οι ευρωπαϊκές δυνάμεις θεωρούν το καθεστώς Assad ως την βασική αιτία της κρίσης, ενώ η Μόσχα θεωρεί το καθεστώς ως ένα ουσιαστικό μέρος της λύσης. Οι προσπάθειες της ΕΕ να πείσουν την Μόσχα να πιέσει τον Assad να εγκαταλείψει την εξουσία, έχουν βασιστεί σε ευσεβείς πόθους ή σε μια εσφαλμένη ερμηνεία της προοπτικής της Ρωσίας, και έχουν τις ρίζες τους στην απουσία πιο ρεαλιστικών πολιτικών. Διαφορετικές οπτικές γωνίες και διαφορετικές προτεραιότητες επίσης περιορίζουν τις προοπτικές η Ευρώπη και η Ρωσία να σχηματίσει έναν αποτελεσματικό συνασπισμό κατά του ISIS στη Συρία.
Αυτό επίσης σημαίνει ότι οι συμβιβασμοί που αφορούν τη Συρία και την Ουκρανία -που συζητήθηκε πολύ στην Ουκρανία- δεν θα παρείχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Μια συμβολική παραχώρηση για την Ουκρανία δεν θα έκανε την Ρωσία να αλλάξει την στρατηγική της στη Συρία, αν και θα μπορούσε να προσποιηθεί. Ούτε, πιθανώς, θα το έκαναν οι μεγάλες παραχωρήσεις στην Ουκρανία -όπως η αποδοχή ότι ανήκε στην ρωσική σφαίρα επιρροής- αλλά θα προκαλούσαν μεγάλη αναταραχή στην Ουκρανία και θα έβαζαν τις μελλοντικές σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρώπη σε δυσλειτουργία.
Όσον αφορά την ενότητα στη σχέση με την Ρωσία, η ΕΕ τα έχει πάει καλά, παρά τις διαφορετικές απόψεις μεταξύ των κρατών-μελών. Αυτές οι διαφορές εκδηλώθηκαν τον Δεκέμβριο, όταν η Ιταλία διαμαρτυρήθηκε κατά της επανάληψης των κυρώσεων και απαίτησε μια πολιτική συζήτηση. Αυτό ενόχλησε άλλα κράτη-μέλη, αλλά το ιταλικό αίτημα ήταν εν μέρει το αποτέλεσμα της γερμανικής απόφασης να εγκρίνει τον Nord Stream 2, ο οποίος θα μετέφερε ρωσικό αέριο στη Γερμανία, παρακάμπτοντας άλλες χώρες -μία πολιτική η οποία φαίνεται ασύμβατη με τις ενεργειακές πολιτικές της Ευρώπης και με τις προσπάθειές της να φέρει την Ρωσία σε ένα σύστημα βασισμένο σε κανόνες. Το μάθημα είναι προφανές: η ενότητα χρειάζεται την αλληλεγγύη, και η αλληλεγγύη οφείλει να είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης.
Στο πλαίσιο της ενότητας, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (EEAS) και η Κομισιόν, έλαβαν κάποια αδέξια μέτρα το 2015, που ενσωματώνονται στο έγγραφο της ύπατης εκπροσώπου Federica Mogherini τον Ιανουάριο και στην επιστολή του προέδρου της Κομισιόν Jean-Claude Juncker προς τον πρόεδρο Vladimir Putin το Νοέμβριο. Και οι δύο έστειλαν συγκεχυμένα μηνύματα, και πρόδωσαν μια λανθασμένη κατανόηση των μοχλών χάραξης της πολιτικής της Ρωσίας και την άποψη μεταξύ ορισμένων κρατών-μελών για τις κυρώσεις, ότι αποτελούν μια ωρολογιακή βόμβα παρά μια πολιτική για την επίτευξη στρατηγικών στόχων.
Σε ό,τι αφορά την στρατηγική, η πολιτική της Ευρώπης για την Κριμαία, αφήνει κάτι για να επιδιωχθεί. Ενώ η ΕΕ ισχυρίζεται ότι δεν αναγνωρίζει την προσάρτηση της Κριμαίας στην Ρωσία, και οι κυρώσεις που σχετίζονται με την Κριμαία θα παραμείνουν ακόμη και όταν αρθούν τα μέτρα της Μίνσκ, η ΕΕ θα πρέπει να έχει μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική μη αναγνώρισης.
Στις αρχές του 2016, η αναζήτηση της ΕΕ για την κατάλληλη ισορροπία του μαστιγίου και καρότου στη σχέση με τη Ρωσία, θα συνεχιστεί, με τις συμφωνίες του Μινσκ, τις κυρώσεις και τη Συρία ως προφανή θέματα της ατζέντας. Επιπλέον, θα έλθει αντιμέτωπη με το ερώτημα του πώς να συνδέεται με τα δύο projects ολοκλήρωσης της Ευρασίας: την υπό την αιγίδα της Ρωσίας ΕΥρασιατική Οικονομική Ένωση και την πρωτοβουλία της Κίνας, "Μια Ζώνη, ένας Δρόμος”. Ορισμένοι Ευρωπαίοι φορείς χάραξης πολιτικής ελπίζουν ότι η έναρξη συνομιλιών με την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση θα καταστήσει την Ρωσία να δεχθεί να συνεργαστεί με την ΕΕ για την Ουκρανία, καθώς και για την Συρία. Άλλοι φοβούνται ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με την νομιμοποίηση των επιθετικών ενστίκτων της Ρωσίας, και τελικά θα απογοήτευε και τις δύο πλευρές.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://www.ecfr.eu/scorecard/2016/russia
(capital.gr)