Αλλαγή πλεύσης και μεταρρύθμιση ζητούμενο για την αγορά ενέργειας
Αναμφίβολα, μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του συνόλου των κυβερνήσεων από καταβολής του σύγχρονου Ελληνικού κράτους είναι ο εκσυγχρονισμός του, δηλαδή η εφαρμογή των αναγκαίων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο σύνολο του κρατικού μηχανισμού και του ιδιωτικού τομέα με σκοπό να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα τους, να αυξηθεί η αποδοτικότητα και να προσεγγιστούν κατά το μέγιστο δυνατό τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Πράγματι, κατά τη διάρκεια των ετών μια σειρά κυβερνώντων διεκδίκησαν και κατέλαβαν την εξουσία με το σύνθημα του εκσυγχρονισμού, της αλλαγής και των μεταρρυθμίσεων, αλλά κατ' ελάχιστο άσκησαν την εξουσία εμπνεόμενοι από αυτές τις αρχές. Μεταξύ των πολλών τομέων που πάσχουν και υστερούν σε σχέση με τους αντίστοιχους των Ευρωπαίων εταίρων μας είναι αυτός της ενέργειας, με άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στους ιδιώτες, αλλά και στις επιχειρήσεις.
Η Αγορά Ενέργειας στην Ελλάδα: Το Υπάρχων Status Quo και η Δυναμική μετά τις Τελευταίες Εκλογές
Η Αγορά Φυσικού Αερίου
Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα συναντάμε τέσσερις εταιρίες παροχής αερίου, οι οποίες, της ΔΕΠΑ (Δημόσια Εταιρία Παροχής Αερίου) εξαιρουμένης, δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και έχουν δημιουργηθεί βάσει της οδηγίας της ΕΕ η οποία προβλέπει το πλήρες άνοιγμα στον ελεύθερο ανταγωνισμό των αγορών των Κρατών Μελών, και κατ’ επέκταση τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς φυσικού αερίου εντός της ΕΕ .
Όλες τους είναι θυγατρικές της ΔΕΠΑ (η ΔΕΠΑ κατέχει το 51% του μετοχικού κεφαλαίου των ΕΠΑ μέσω της Θυγατρικής της ΕΔΑ), ενώ η τελευταία έχει αποκτήσει από το αρμόδιο Υπουργείο αποκλειστικά δικαιώματα παροχής αερίου για τριάντα χρόνια. Ως εκ τούτου η παρούσα κατάσταση της εγχώριας αγοράς φυσικού αερίου μπορεί να χαρακτηριστεί ως ολιγοπωλιακή και ελάχιστα απελευθερωμένη. Οι ήδη υπάρχοντες προμηθευτές διατηρούν μια προνομιακή και κυρίαρχη θέση, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για νέες εισόδους, ελέγχοντας ουσιαστικά την αγορά.
Προσφάτως όμως, και αφότου η Ελληνική κυβέρνηση υπέγραψε το τελευταίο και τρίτο κατά σειρά Μνημόνιο με τους διεθνείς δανειστές της χώρας, γνωστούς και ως Τρόικα (δηλαδή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) μια νέα δυναμική για την απελευθέρωση της αγοράς φυσικού αερίου έχει δημιουργηθεί.
Η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτήν την εξέλιξη είναι το γεγονός ότι η νέα συμφωνία διάσωσης προβλέπει, μέσω ενός συγκεκριμένου και αυστηρού χρονοδιαγράμματος την απελευθέρωση της αγοράς φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις προβλέψεις της συμφωνίας διάσωσης, η διαδικασία απελευθέρωσης της Ελληνικής αγοράς φυσικού αερίου θα ξεκινήσει την 1η Ιανουαρίου του 2018. Τα βήματα που προβλέπει το Μνημόνιο αποσκοπούν στο να επιτρέπεται σε όλους τους καταναλωτές να έχουν την ελευθερία να επιλέξουν τον πάροχό τους από το 2018.
Μέχρι τότε οι υπάρχοντες πάροχοι (ΕΠΑ Αττικής, ΕΠΑ Θεσσαλονίκης και ΕΠΑ Θεσσαλίας) υποχρεούνται να αποσυνδέσουν και να διαχωρίσουν τη δραστηριότητα της εμπορίας φυσικού αερίου από αυτήν της διανομής και της διαχείρισης των δικτύων πόλης. Στην ουσία, η χώρα χρειάζεται να ανοίξει τον τομέα της λιανικής, σπάζοντας τα τοπικά μονοπώλια που διατηρούν οι κατά τόπους εταιρίες παροχής αερίου. Ο απώτερος στόχος του διαχωρισμού της εμπορίας και της ιδιοκτησίας του δικτύου διανομής είναι η προσέλκυση νέων εταιριών παροχής αερίου στην αγορά. Καθώς αυτή η προοπτική φαντάζει πιο κοντά από ποτέ, πετρελαϊκές εταιρίες σχεδιάζουν την είσοδό τους στην αγορά φυσικού αερίου, καθώς έχουν ήδη αρχίσει να υποβάλλουν αιτήσεις στην ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας).
Προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τα βαθύτερα αίτια για την καθυστέρηση της απελευθέρωσης της αγοράς φυσικού αερίου, θα πρέπει να επικεντρωθούμε στις πολιτικές που ακολουθήθηκαν από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Οι τρεις ΕΠΑ που υπάρχουν στη χώρα υπέγραψαν, πριν από περισσότερο από δέκα χρόνια, συμφωνίες που τους παραχωρούσαν αποκλειστικά δικαιώματα παροχής και προμήθειας φυσικού αερίου για τριάντα χρόνια στις περιοχές όπου δραστηριοποιούνται. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειώσουμε ότι ενώ, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, η ΔΕΠΑ κατέχει τη πλειοψηφία του μετοχικού πακέτου και στις τρεις, με ποσοστό 51%, το υπόλοιπο μετοχικό ανήκει σε ενεργειακές εταιρίες του εξωτερικού.
Συγκεκριμένα, η BP κατέχει το 49% των μετοχών της ΕΠΑ Αττικής, και η Ιταλική ENI το 49% των μετοχών της ΕΠΑ Θεσσαλονίκης και της ΕΠΑ Θεσσαλίας. Αυτές οι δεσμευτικές συμφωνίες που υπεγράφησαν στο παρελθόν, είχαν συναφθεί με παρότρυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ενδιαφέρον από εταιρίες για διείσδυση στην Ελληνική αγορά και για επενδύσεις σε έργα υποδομής. Αυτή τη στιγμή το κύριο πρόβλημα που καλείται να επιλύσει η Ελληνική κυβέρνηση είναι να βρει μια αποτελεσματική λύση ώστε να αποζημιώσει επαρκώς τους ξένους εταίρους των ΕΠΑ.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι πλέον προφανέστερο από ποτέ ότι το άνοιγμα και η απελευθέρωση της αγοράς αερίου θα έχει άμεσα, μακροπρόθεσμα και εξαργυρώσιμα οφέλη τόσο για τους οικιακούς, όσο και για τους βιομηχανικούς καταναλωτές. Πέραν του άμεσου οφέλους στην τελική τιμή του αερίου, ο εκσυγχρονισμός της αγοράς θα έχει άμεσο και θετικό αντίκτυπο για την πολύπαθη Ελληνική οικονομία στο σύνολό της. Μέχρι στιγμής η Ελλάδα έχει κληρονομήσει ένα σύνολο Ευρωπαϊκών οδηγιών, κανονισμών και αποφάσεων, το οποίο ενώ στη θεωρία θα οδηγούσε στο άνοιγμα της αγοράς, στη πράξη επέφερε πενιχρά αποτελέσματα. Ο πολλά υποσχόμενος και πολυαναμενόμενος εκσυγχρονισμός της Ελληνικής αγοράς φυσικού αερίου παραμένει καθ’ οδόν και ημιτελής, εις βάρος των πολιτών της χώρας.
Μια τέτοια απελευθερωμένη αγορά θα περιελάμβανε τις θεμελιώδης αρχές και το όραμα που εμπεριέχεται στο Μοντέλο Στόχο για το Αέριο, (Gas Target Model – GTM), παραμένοντας συγχρόνως σε επαγρύπνηση και ευπροσάρμοστη στις κατά καιρούς συνθήκες και τις προκλήσεις που προκύπτουν. Το GMT οραματίζεται μια ανταγωνιστική, ολοκληρωμένη και ασφαλή Ευρωπαϊκή αγορά αερίου, προς όφελος όλων των καταναλωτών. Τέτοιες συνθήκες μπορούν να δημιουργηθούν μόνο μέσω της διαφοροποίησης, λόγω των συνεχών μεταβολών στην αγορά αερίου, δίνοντας στην αγορά τη δυνατότητα να είναι ανταγωνιστική. Έτσι εξασφαλίζεται η συνεχής προσφορά, διευκολύνεται η ανάδυση ενός λειτουργικού και με διαφάνεια τομέα χονδρικής, όπως και μια διαδικασία αυτό – αξιολόγησης, κατά την οποία όλα τα Κράτη Μέλη αξιολογούν το κατά πόσο βρίσκονται κοντά ή συνεχίζουν να πληρούν τα κριτήρια του GMT.
Τα παραπάνω θα εξασφαλίζουν ότι στο μέλλον θα λαμβάνεται η κατάλληλη ρυθμιστική προσέγγιση.
Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι η εξίσωση της ανάπτυξης της αγοράς ενέργειας στην Ελλάδα έχει δύο σκέλη. Υπάρχει μια προφανής ανάγκη για ξένες άμεσες επενδύσεις στην χώρα, όμως οι τρέχουσες συνθήκες της αγοράς ενέργειας πρέπει να βελτιωθούν, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τη διαφάνεια και την προβλεψιμότητα του ρυθμιστικού πλαισίου. Ενδεχομένως, το αυξανόμενο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών να λειτουργήσει ως κίνητρο ώστε οι Έλληνες ιθύνοντες να εφαρμόσουν τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις και να επιταχύνουν τη διαδικασία απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας.
* Ο Χρήστος Μπρακούλιας είναι Αναπληρωτής Επικεφαλής του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ στις Βρυξέλλες (Focus Group Policy and Regulation). Ο Θόδωρος Βαβίκης είναι Αναπληρωτής Υπεύθυνος Σύνταξης του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ.
(capital.gr)