Η κλιματική διπλωματία και ο περιβαλλοντικός "ψυχρός πόλεμος"
του Γιάννη Σιώτου

Η κλιματική διπλωματία και ο περιβαλλοντικός "ψυχρός πόλεμος"

18 12 2015 | 18:33

Οι διαπραγματεύσεις για την αλλαγή του κλίματος πολύ συχνά περιγράφονται ως ένα είδος περιβαλλοντικού "ψυχρού πολέμου" μεταξύ των ανεπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων χωρών. Κάποιοι άλλοι δεν διστάζουν να ερμηνεύσουν τη συζήτηση για το κλίμα ως τη θρυαλλίδα που θα αλλάξει την παγκόσμια οικονομία τις επόμενες δεκαετίες. Το σίγουρο είναι ότι στο Παρίσι τις προηγούμενες μέρες παίχθηκε ένα σκληρό διπλωματικό και οικονομικό παιχνίδι, όπου τα μπλοκ που διαμορφώθηκαν "καθρέφτιζαν" μακροπρόθεσμους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους. Και φυσικά τα συμφέροντα των χωρών ήταν πολύ διαφορετικά: Οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. είχαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες από την Κίνα και την Ινδία, ενώ οι αναπτυσσόμενες και οι φτωχές χώρες αντιμετώπιζαν τις διαπραγματεύσεις ως εργαλείο χρηματοδότησης.

Για να κατανοήσει κανείς την κλιματική διπλωματία, δεν έχει παρά να μελετήσει την καθημερινότητα των ανθρώπων, ώστε να συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις. Το 2008, μία ομάδα επιστημόνων που εργάζονταν για λογαριασμό του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) εξέφρασε την εκτίμηση ότι σχεδόν το 60% των εκπομπών αιθάλης στην Ινδία θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με την αντικατάσταση των παραδοσιακών θερμαστρών, που καίνε ανεπεξέργαστα ξύλα και κοπριά, με πιο καθαρές θερμάστρες, που καίνε πιο αποτελεσματικά με τη χρήση πέλετ. Η Ινδία και άλλες χώρες της Νότιας Ασίας θα μπορούσαν να μειώσουν ακόμα περισσότερο τα επίπεδα της αιθάλης αν σταματούσαν τη λειτουργία των πρωτόγονων φούρνων που χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή τούβλων και στρέφονταν σε πιο εκσυγχρονισμένες και αποτελεσματικές εκδοχές. Κατά παρόμοιο τρόπο, αν η Κίνα καταργούσε την καύση στερεού άνθρακα για τη θέρμανση των σπιτιών, θα μπορούσε να μειώσει κατά 50% τις εκπομπές μαύρου άνθρακα. Οι αναπτυσσόμενες χώρες θα μπορούσαν να πετύχουν περαιτέρω μειώσεις στις εκπομπές αιθάλης με την εγκατάσταση καλύτερων μονώσεων στις κατοικίες (ώστε να μειωθεί η ανάγκη για θέρμανση) και με τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων για τη θέρμανση, όπως το φυσικό αέριο, το οποίο δεν παράγει αιθάλη όταν καίγεται. Για να γίνουν αυτές οι αλλαγές, είναι απαραίτητο οι κυβερνήσεις να επιδοτήσουν το αρχικό κόστος των νέων τεχνολογιών. Κι αυτό, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική ισχύ είναι τα κλειδιά για να κατανοήσει κανείς το πραγματικό παιχνίδι που παίχτηκε στο Παρίσι.

Το σίγουρο είναι ότι οι ισχυροί του πλανήτη συναντήθηκαν στο Παρίσι έχοντας γεφυρώσει πολλές από τις διαφωνίες του παρελθόντος. Σίγουρα, οι θέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ε.Ε. έχουν έρθει πιο κοντά σε σχέση με το παρελθόν. Και οι δύο έχουν μεγάλες φιλοδοξίες για μια ισχυρή και διατηρήσιμη συμφωνία για το κλίμα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ από τα χρόνια του Μπους, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονταν στα μαχαίρια. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα χρειάζεται μια συμφωνία για να προστατεύσει την εγχώρια ενεργειακή πολιτική. Η Ε.Ε. τη χρειάζεται για να δείξει στο κοινό της μια επιστροφή στα χρόνια τής ηγεσίας για το κλίμα. Στην πραγματικότητα, η Δύση έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους υπόλοιπους: η προσπάθεια απεξάρτησής της από τις ρυπογόνες πρώτες ύλες για την παραγωγή ενέργειας έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό και τα αποτελέσματα ήδη είναι ορατά.

Η Κίνα και η Ινδία συνδέονται με... άνθρακα. Η καύση άνθρακα είναι η μεγαλύτερη πηγή των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στον κόσμο, υπεύθυνη για σχεδόν 13 δισεκατομμύρια τόνους ετησίως (συγκριτικά, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο ευθύνονται για 11 δισ. τόνους και 6 δισεκατομμύρια τόνους αντίστοιχα). Αν οι σημερινές τάσεις συνεχιστούν, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΙΕΑ), η Κίνα και η Ινδία θα ευθύνονται για το 75% της αύξησης της ζήτησης για άνθρακα πριν από το 2035 και ο άνθρακας θα γίνει η μεγαλύτερη μοναδική πηγή ενέργειας στον κόσμο πριν από το 2030. Το μερίδιο του άνθρακα στη νέα δυναμικότητα ηλεκτροπαραγωγής στην Κίνα μειώθηκε από 81% το 2007 σε 64% το 2010, αλλά το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 65% το 2011, αποδεικνύοντας ότι η πορεία προς τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας δεν θα είναι γραμμική.

Η Κίνα, εν τω μεταξύ, ακολουθεί μια προσεκτική πορεία μεταξύ τού να επωμιστεί τις ευθύνες μιας αναδυόμενης υπερδύναμης και του παραδοσιακού ρόλου της ως υπερασπιστή των αναπτυσσόμενων χωρών. Κι αυτό που φοβάται είναι μια υπερβολικά περιοριστική συμφωνία και μια διεισδυτική παρακολούθηση της εγχώριας προόδου της. Η Ινδία από τη δική της πλευρά αισθάνεται ευάλωτη μήπως μια συμφωνία θα περιορίσει τη μελλοντική της ανάπτυξη. Το Παρίσι υποχρεώνει τις χώρες να αναθεωρούν τις δράσεις για το κλίμα κάθε πέντε χρόνια και η Ινδία γνωρίζει ότι θα είναι σύντομα κάτω από έντονη πίεση να ακολουθήσει τη δέσμευση της Κίνας να θέσει ένα ανώτατο όριο στις εκπομπές αερίων.

Όλα αυτά καταδεικνύουν μία πραγματικότητα: καμία από τις μεγάλες δυνάμεις δεν θα μπορούσε να διαμορφώσει αποφασιστικά τη συμφωνία του Παρισιού δουλεύοντας μόνο με τους στενότερους συμμάχους της. Οι ισχυροί χρειάζονταν οπωσδήποτε τους λιγότερους ισχυρούς για να υπάρξει μια απόφαση κι αυτό προκάλεσε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό για την αγάπη των ομάδων των αναπτυσσόμενων χωρών. Αυτές οι ομάδες όμως είναι χαλαρά δεμένοι συνασπισμοί χωρών με πολύ διαφορετικές ισορροπίες συμφερόντων.

Η μεγαλύτερη ομάδα είναι οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και η ομάδα της Αφρικής. Αυτές οι δύο ιστορικά επικεντρώνονταν στην προσπάθειά τους να κερδίσουν χρηματοδότηση που θα τις βοηθούσε να προσαρμοστούν στις επιπτώσεις από το κλίμα. Ένας ισχυρός νέος παίχτης ήταν το Φόρουμ των Κλιματικά Ευάλωτων, το οποίο φέρνει κοντά χώρες που κινδυνεύουν περισσότερο από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, από το μεσαίου εισοδήματος Μπαρμπάντος μέχρι μεγάλες χώρες με χαμηλό εισόδημα, όπως το Μπαγκλαντές και οι Φιλιππίνες. Αυτές οι χώρες θέλουν χρηματοδότηση, αλλά η κύρια προτεραιότητά τους είναι να εξασφαλίσουν δεσμευτική δράση για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής σε κάτω από 1,5 βαθμούς Κελσίου. Το Φόρουμ των Κλιματικά Ευάλωτων συμπληρώνει την πιο καθιερωμένη Ομάδα Μικρών Αναπτυσσόμενων Νησιωτικών Κρατών, η οποία έχει παρόμοιους στόχους, αλλά λιγότερη πολιτική επιρροή. Κύριο χαρακτηριστικό τους ότι είναι κατά μέσο όρο ενεργειακά αποτελεσματικές μόλις στο ένα τρίτο σε σύγκριση με τις πλούσιες χώρες και οι φτωχοί συχνά ξοδεύουν πολύ περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματός τους για την ενέργεια από ό,τι ο γενικός πληθυσμός. Ενδεικτικό είναι το γεγονός, ότι στις χώρες αυτές βρίσκονται περίπου 1,6 δισ. άνθρωποι που ζουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, αφήνοντας πολλές βασικές ανάγκες ανικανοποίητες, υπονομεύοντας την υγεία και την ανάπτυξη και παγιδεύοντας γυναίκες και κορίτσια σε εξαθλίωση και αμορφωσιά.

Αλλά και οι ομάδες των αδυνάτων δεν ήταν ομοιογενείς, καθώς υπήρχαν διαφορές μεταξύ κρατών του ιδίου συνασπισμού. Για παράδειγμα, πολλές χώρες της Ομάδας της Αφρικής είναι επίσης μέλη του ΟΠΕΚ. Άλλες, όταν βρεθούν υπό πίεση, έχουν την τάση να διασπώνται σε μικρότερες περιφερειακές ομάδες, όπως οι χώρες της Ανατολικής Αφρικής. Και φυσικά κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει το γεγονός, ότι επιμέρους χώρες υφίστανται επίσης έντονη διπλωματική πίεση για να αλλάξουν απόψεις από τις μεγάλες χώρες με τις οποίες έχουν ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς.

Μπορεί σαν τελικό αποτέλεσμα να εμφανίζεται ότι οι διαφορές γεφυρώθηκαν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως σημάδι τέλους του περιβαλλοντικού "ψυχρού πολέμου".

* του Γιάννη Σιώτου

(Η ΑΥΓΗ)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM