Μ. Κοσμά (ΥΠΕΝ): Στοίχημα η ανάπτυξη της αγοράς για το υδρογόνο, μαζί με τις υποδομές

Μ. Κοσμά (ΥΠΕΝ): Χρηματοδότηση, υποδομές και λειτουργία της αγοράς βιομεθανίου η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα

Μ. Κοσμά (ΥΠΕΝ): Στοίχημα η ανάπτυξη της αγοράς για το υδρογόνο, μαζί με τις υποδομές
17 06 2026 | 13:00

Στα θέματα του βιοαερίου, βιομεθανίου και του bioLNG αναφέρθηκε εκτενώς η Μαρία Κοσμά, νομική σύμβουλος του ΥΠΕΝ κατά την παρέρμβασή της στο συνέδριο Hydrogen & Green Gases Forum.

Η ίδια ανέφερε αναλυτικά τα εξής:

Θα ήθελα να προσεγγίσω το θέμα του βιοαερίου, του βιομεθανίου και του bioLNG από τη σκοπιά του ενεργειακού δικαίου και της ρύθμισης.

• Για πολλά χρόνια το βιομεθάνιο αντιμετωπιζόταν κυρίως ως μια τεχνολογία αξιοποίησης αποβλήτων ή ως ένα ανανεώσιμο καύσιμο με περιβαλλοντική αξία.

• Σήμερα όμως η θέση του έχει αλλάξει.

• Μετά την ενεργειακή κρίση και την ανάγκη απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, το βιομεθάνιο και τα πράσινα αέρια εν γένει (όπως πχ το υδρογόνο) εντάσσεται πλέον στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ενεργειακή ασφάλεια, τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού και την απανθρακοποίηση.

• Δεν είναι τυχαίο ότι στο REPowerEU τέθηκε ο στόχος παραγωγής 35 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων βιομεθανίου ετησίως έως το 2030.

• Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του στόχου, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι απαιτούνται επενδύσεις περίπου 37 δισ. ευρώ έως το 2030 για την ανάπτυξη της σχετικής παραγωγικής και δικτυακής υποδομής. Παράλληλα, ο κλάδος εκτιμά ότι η συνολική επενδυτική ανάγκη μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τα 80 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό δείχνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει πλέον το βιομεθάνιο ως στρατηγικό τμήμα του μελλοντικού ενεργειακού συστήματος και όχι ως μια εξειδικευμένη τεχνολογία διαχείρισης αποβλήτων..

• Παράλληλα, μέσω της RED III και του νέου Hydrogen and Decarbonised Gas Package, το βιομεθάνιο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα ανανεώσιμα και απανθρακοποιημένα αέρια.

• Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία από νομική σκοπιά. Διότι πλέον δεν μιλάμε μόνο για παραγωγή. Μιλάμε για πρόσβαση στα δίκτυα, έγχυση, πιστοποίηση, εγγυήσεις προέλευσης, διασυνοριακή αναγνώριση και εμπορία.

• Με άλλα λόγια, μιλάμε για τη δημιουργία αγοράς.

• Σήμερα η Ευρώπη παράγει περίπου 5 bcm βιομεθανίου ετησίως. Ο στόχος των 35 bcm μέχρι το 2030 σημαίνει πρακτικά επταπλασιασμό της παραγωγής μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία. Αυτό από μόνο του εξηγεί γιατί η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον σε περιβαλλοντικά ζητήματα αλλά επεκτείνεται στη χρηματοδότηση, στις υποδομές και στη λειτουργία της αγοράς

• Και εδώ είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα.

• Η χώρα μας έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό θεσμικό βήμα με τον ν. 5215/2025, ο οποίος δημιούργησε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο πλαίσιο για την παραγωγή βιομεθανίου, την αδειοδότηση των μονάδων, τη σύνδεση με το Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου ή τα δίκτυα διανομής, την πιστοποίηση και τις εγγυήσεις προέλευσης.

o Η σημασία του νόμου αυτού δεν είναι απλώς ότι προσθέτει νέες διατάξεις στο ενεργειακό δίκαιο.

o Είναι ότι επιχειρεί να μετατρέψει το βιομεθάνιοαπό θεωρητική δυνατότητα σε πραγματικό ενεργειακό προϊόν.

• Ωστόσο, και αυτό είναι κρίσιμο, η ύπαρξη θεσμικού πλαισίου από μόνη της δεν αρκεί. Το επόμενο στάδιο είναι η λειτουργία της αγοράς στην πράξη.

• Χρειάζονται μονάδες παραγωγής, χρειάζεται πρόσβαση στα δίκτυα, χρειάζονται αγοραστές, συμβάσεις, επενδυτικά σήματα και χρηματοδοτικά εργαλεία.

ΚΑΘΕΤΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ

• Αυτό συνδέεται άμεσα και με τη συζήτηση για τις υποδομές και τον Κάθετο Διάδρομο.

• Για όσους ίσως δεν είναι εξοικειωμένοι με τον όρο, ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες περιφερειακές ενεργειακές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη. Συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία και την Ουκρανία, ενώ το ενδιαφέρον επεκτείνεται πλέον και προς τα Δυτικά Βαλκάνια.

• Ουσιαστικά πρόκειται για ένα πλέγμα υφιστάμενων και νέων διασυνδέσεων που εξυπηρετεί ή μπορεί να εξυπηρετήσει μια αγορά σχεδόν 100 εκατομμυρίων πολιτών.

• Μέχρι σήμερα η συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στην ενεργειακή ασφάλεια και στη διαφοροποίηση πηγών εφοδιασμού. Ωστόσο, όσο προχωρά η ευρωπαϊκή στρατηγική για τα ανανεώσιμα και τα απανθρακοποιημένα αέρια, ανακύπτει ένα νέο ερώτημα:

• Μπορούν οι ίδιες υποδομές που σήμερα μεταφέρουν φυσικό αέριο να αποτελέσουν αύριο μέρος μιας περιφερειακής αγοράς πράσινων αερίων;

• Από ρυθμιστική σκοπιά, εκεί ακριβώς συναντώνται οι δύο μεγάλες προτεραιότητες της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής: η ενεργειακή ασφάλεια και η απανθρακοποίηση.

• Ο Κάθετος Διάδρομος σχεδιάστηκε πρωτίστως ως έργο ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

• Ωστόσο, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά προς το ενεργειακό σύστημα του 2040, το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα μεταφέρουμε φυσικό αέριο. Το ερώτημα είναι πώς οι υφιστάμενες και οι νέες διασυνδέσεις θα μπορέσουν να υποστηρίξουν σταδιακά τη μεταφορά ανανεώσιμων και απανθρακοποιημένων αερίων.

• Από αυτή την άποψη, το βιομεθάνιο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

• Σε αντίθεση με άλλες τεχνολογίες, μπορεί να αξιοποιήσει άμεσα τις υφιστάμενες υποδομές μεταφοράς και διανομής και να συμβάλει στην απανθρακοποίηση των ίδιων των διαδρόμων μεταφοράς ενέργειας.

• Θα μπορούσε επομένως να αποτελέσει το πρώτο στάδιο μετάβασης ενός διαδρόμου που σήμερα εξυπηρετεί κυρίως φυσικό αέριο προς έναν διάδρομο πράσινων αερίων.

• Και αυτό δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα.

• Είναι ζήτημα στρατηγικού σχεδιασμού, ρυθμιστικής εναρμόνισης και ανάπτυξης αγοράς σε περιφερειακό επίπεδο.

• Το ενδιαφέρον ερώτημα για την επόμενη δεκαετία είναι κατά πόσο οι ίδιες υποδομές που σήμερα εξυπηρετούν την ασφάλεια εφοδιασμού της περιοχής θα μπορέσουν σταδιακά να αποτελέσουν και μέρος της αγοράς ανανεώσιμων και χαμηλών ανθρακούχων αερίων.

• Υπό αυτή την έννοια, το βιομεθάνιο δεν αποτελεί μόνο καύσιμο. Αποτελεί και εργαλείο μετάβασης των ίδιων των υποδομών.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

• Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση, η οποία συχνά δεν συνδέεται με τους νομικούς και το ρυθμιστικό πλαίσιο αλλά σχετίζεται άμεσα: Η χρηματοδότηση.

• Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια σαφή μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής χρηματοδότησης υποδομών.

• Η χρηματοδότηση έργων που προορίζονται να εξυπηρετούν αποκλειστικά ορυκτό φυσικό αέριο γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, είτε μέσω των κανόνων κρατικών ενισχύσεων είτε μέσω των κριτηρίων που εφαρμόζουν οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί.

• Από την εμπειρία μας προκύπτει ότι δεν αρκεί πλέον μια υποδομή να δηλώνει ότι θα μπορεί κάποτε να μεταφέρει ανανεώσιμα αέρια.

• Η κατεύθυνση που διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι πολύ πιο απαιτητική: Η πραγματική ένταξη ανανεώσιμων αερίων στη λειτουργία των υποδομών αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για την αξιολόγηση και τη χρηματοδότησή τους.

• Με άλλα λόγια, δεν αρκεί η τεχνική ετοιμότητα. Απαιτείται και πραγματική αγορά.

• Αυτό αποτυπώνεται και στο δίκαιο κρατικών ενισχύσεων à Βλέπουμε πλέον ότι σε επίπεδο χρηματοδότησης ενεργειακών υποδομών η συζήτηση δεν περιορίζεται στην τεχνική δυνατότητα μεταφοράς ανανεώσιμων αερίων στο μέλλον.

• Αντιθέτως, η πραγματική χρήση ανανεώσιμων αερίων αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την αξιολόγηση της συμβατότητας και της χρηματοδοτησιμότητας των έργων.

• Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία του βιομεθανίου. Διότι μπορεί να αποτελέσει το καύσιμο που θα επιτρέψει στις υφιστάμενες υποδομές να αρχίσουν να ενσωματώνουν ανανεώσιμα αέρια ήδη από την παρούσα δεκαετία. Αυτό έχει σημασία όχι μόνο για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων.Έχει σημασία και για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και δυνατότητα χρηματοδότησης των ίδιων των δικτύων. 

• Θα έλεγα λοιπόν ότι η ανάπτυξη της αγοράς βιομεθανίου δεν είναι απλώς ένα ζήτημα παραγωγής. Είναι και προϋπόθεση για τη μετάβαση των υφιστάμενων ενεργειακών υποδομών στο νέο ευρωπαϊκό ενεργειακό μοντέλο.

• Η πρόκληση σήμερα δεν είναι να αποδείξουμε ότι ένα δίκτυο μπορεί θεωρητικά να μεταφέρει πράσινα αέρια στο μέλλον. Η πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε αρκετό βιομεθάνιο ώστε να αποδείξουμε ότι τα πράσινα αέρια μπορούν να μεταφέρονται από σήμερα.

• Αυτό, όμως, μας οδηγεί και σε ένα ευρύτερο νομικό και ρυθμιστικό ερώτημα. à Για αρκετά χρόνια η συζήτηση σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο επικεντρώθηκε στη δημιουργία του απαραίτητου θεσμικού πλαισίου.

• Σήμερα βρισκόμαστε σε μια διαφορετική φάση. Διαθέτουμε πλέον στρατηγικά κείμενα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως το REPowerEU, διαθέτουμε το νέο Hydrogen and Decarbonised Gas Package, διαθέτουμε τους κανόνες της RED III και διαθέτουμε πλέον και εθνικό πλαίσιο για το βιομεθάνιο.

• Υπό αυτή την έννοια, το βασικό νομικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν πρέπει να ρυθμιστεί η αγορά του βιομεθανίου. Το βασικό ερώτημα είναι αν οι κανόνες που έχουν ήδη θεσπιστεί επαρκούν ώστε να επιτρέψουν την ανάπτυξη μιας πραγματικής αγοράς.

• Και εδώ θεωρώ ότι αρχίζουν τα πραγματικά ενδιαφέροντα νομικά ζητήματα.

• Για παράδειγμα, 

o πώς θα λειτουργήσει στην πράξη η πρόσβαση των παραγωγών στα δίκτυα;

o Πώς θα επιμερίζεται το κόστος των απαραίτητων επενδύσεων σύνδεσης;

o Πώς θα λειτουργήσουν οι μηχανισμοί πιστοποίησης και εγγυήσεων προέλευσης στην πράξη;

o Πώς θα εξασφαλιστεί η διασυνοριακή αναγνώριση των πιστοποιήσεων αυτών σε μια μελλοντική ευρωπαϊκή αγορά πράσινων αερίων;

o Πώς θα συνδεθούν οι κανόνες της αγοράς βιομεθανίου με το πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων και τις απαιτήσεις χρηματοδότησης των υποδομών;

o Και τελικά, πώς θα διασφαλιστεί ότι οι ρυθμίσεις που θεσπίζονται σήμερα δεν θα παραμείνουν θεωρητικές δυνατότητες αλλά θα οδηγήσουν σε πραγματικές επενδύσεις και πραγματική παραγωγή

• Στην πραγματικότητα, το βιομεθάνιο αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το ενεργειακό δίκαιο.

• Δεν ρυθμίζει απλώς μια υφιστάμενη αγορά. Επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας αγοράς που ακόμη βρίσκεται σε στάδιο ανάπτυξης.

• Υπό μία έννοια, το βιομεθάνιο αποτελεί σήμερα ένα ενδιαφέρον τεστ για το ίδιο το ενεργειακό δίκαιο.

• Διότι καλείται να απαντήσει σε ένα κλασικό ρυθμιστικό ερώτημα: Μπορεί το δίκαιο να δημιουργήσει τις συνθήκες για την ανάπτυξη μιας αγοράς χωρίς να προκαθορίσει υπερβολικά τον τρόπο με τον οποίο αυτή θα λειτουργήσει; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και την επιτυχία του ίδιου του πλαισίου.

• Και αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα μια πρόκληση: να διασφαλιστεί ότι η κανονιστική παρέμβαση είναι επαρκής ώστε να παρέχει ασφάλεια δικαίου και επενδυτική βεβαιότητα, χωρίς όμως να είναι τόσο άκαμπτη ώστε να εμποδίζει την ανάπτυξη της ίδιας της αγοράς.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM