Εντός 2026 το «πράσινο φως» της Κομισιόν στο νέο σχήμα στήριξης ΑΠΕ – Ταρίφα σε αιολικά έως 3 GW από τη συνολική δημοπρατούμενη ισχύ των 4,5 GW
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με την Κομισιόν βρίσκεται το νέο σχήμα στήριξης ΑΠΕ, με την Αθήνα να εκτιμά ότι το «πράσινο φως» από τις Βρυξέλλες θα δοθεί εντός του 2026.
Οι επαφές με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (DG Comp) ξεκίνησαν μετά την επίσημη κατάθεση του ελληνικού αιτήματος στα τέλη Μαΐου, όπως είχε γράψει το energypress. Σύμφωνα με πληροφορίες, μέχρι στιγμής οι διαβουλεύσεις εξελίσσονται χωρίς σημαντικά «αγκάθια» που θα μπορούσαν να κάνουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας να τραβήξει σε μάκρος . Επομένως, πηγές με γνώση των διαβουλεύσεων εκτιμούν ότι η διαδικασία δεν αναμένεται να τραβήξει σε βάθος χρόνου, με αποτέλεσμα το νέο καθεστώς να μπορεί να εγκριθεί έως το τέλος του έτους.
Σημαντικό «σύμμαχο» της ελληνικής πρότασης αποτελεί το νέο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων της συμφωνίας για την καθαρή βιομηχανία (CISAF), στο οποίο θα ενταχθεί το νέο καθεστώς. Το πλαίσιο επιτρέπει την υποστήριξη επενδύσεων «πράσινης» ενέργειας από τα κράτη-μέλη, μεταξύ άλλων μέσω εγγυημένου εσόδου, ώστε να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στα έσοδα των παραγωγών. Εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση είναι και οι αμφίδρομες συμβάσεις επί διαφοράς (CfD), στις οποίες βασίζεται η ελληνική πρόταση, ενώ προβλέπεται δυνατότητα σύναψης συμβάσεων λειτουργικής ενίσχυσης διάρκειας έως και 25 ετών.
Έμφαση στα αιολικά
Βασική επιδίωξη του ΥΠΕΝ είναι να δημιουργηθεί ένα «πράσινο» χαρτοφυλάκιο συνολικής ισχύος έως 4,5 GW, το οποίο θα αποκτήσει εγγυημένο έσοδο μέσω του νέου μηχανισμού. Για το υπουργείο, το νέο σχήμα μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για την ενίσχυση της αιολικής ενέργειας και τη διαφοροποίηση του μείγματος, ώστε να περιοριστεί η «μονοκαλλιέργεια» των φωτοβολταϊκών που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια.
Προς αυτή την κατεύθυνση, το αιολικό χαρτοφυλάκιο που θα ενταχθεί στο καθεστώς θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 3 GW. Ο τελικός αριθμός, βέβαια, θα εξαρτηθεί από το μέγεθος του χαρτοφυλακίου των υποψήφιων αιολικών έργων που έχουν βάσιμες πιθανότητες να υλοποιηθούν.
Σε κάθε περίπτωση, η επιδίωξη του ΥΠΕΝ είναι να διασφαλιστεί ότι τουλάχιστον 2 έως 2,5 GW από τη συνολική δημοπρατούμενη ισχύ θα κατευθυνθούν σε αιολικά έργα. Το υπόλοιπο χαρτοφυλάκιο θα καλυφθεί κυρίως από φωτοβολταϊκούς σταθμούς, που θα συνδυάζονται υποχρεωτικά με μονάδες αποθήκευσης.
Νέα φιλοσοφία
Για τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά με μπαταρία, η επιλογή των έργων θα γίνεται μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών. Αυτό σημαίνει ότι θα επικρατούν τα έργα που θα προσφέρουν το χαμηλότερο δυνατό επίπεδο εγγυημένου εσόδου, με τον ανταγωνισμό να λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός διαμόρφωσης της τελικής Τιμής Αναφοράς.
Διαφορετική προσέγγιση προβλέπεται για τις τεχνολογίες με μικρότερη παρουσία στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Για μονάδες βιομάζας και βιοαερίου, μικρά υδροηλεκτρικά και σταθμούς ΣΗΘΥΑ αναμένεται να προβλεφθεί διοικητικά καθοριζόμενη ταρίφα, χωρίς τη διεξαγωγή μειοδοτικών διαγωνισμών. Η επιλογή αυτή συνδέεται με τη μικρότερη διείσδυση των συγκεκριμένων τεχνολογιών και την ανάγκη να μην επιβαρυνθούν με μια ανταγωνιστική διαδικασία που θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω την ανάπτυξή τους.
Ωστόσο, η σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα καθεστώτα λειτουργικής ενίσχυσης αφορά τους όρους σύνδεσης. Μέχρι σήμερα, βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή ενός έργου σε διαγωνισμό ήταν να έχει ήδη εξασφαλίσει ηλεκτρικό «χώρο». Το νέο μοντέλο επιδιώκει να ανατρέψει αυτή τη λογική, επιτρέποντας τη συμμετοχή και έργων που δεν έχουν ακόμη δεσμεύσει δυναμικότητα στο δίκτυο ή το σύστημα, με στόχο να μπορούν να εξασφαλίσουν ταυτόχρονα και εγγυημένο έσοδο και ηλεκτρικό «χώρο».
Μεγάλη «δεξαμενή» υποψήφιων έργων
Το ακριβές αδειοδοτικό στάδιο που θα απαιτείται για τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Ένα ενδεχόμενο που εξετάζεται είναι τα έργα να πρέπει να έχουν λάβει προσφορά σύνδεσης από τον αρμόδιο Διαχειριστή, χωρίς ωστόσο να έχει υπογραφεί ακόμη σύμβαση σύνδεσης. Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή υπαγορεύεται από την περιορισμένη διαθεσιμότητα ηλεκτρικού «χώρου» και τις δυσλειτουργίες που δημιουργεί το υφιστάμενο καθεστώς.
Σήμερα, η χορήγηση όρων σύνδεσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη θέση που καταλαμβάνει κάθε έργο στις σειρές προτεραιότητας, οι οποίες καθορίζονται από τη σχετική υπουργική απόφαση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουν δεσμευτεί σημαντικές ποσότητες δυναμικότητας για επενδύσεις που τελικά δεν προχωρούν, με συνέπεια πολύτιμος ηλεκτρικός «χώρος» να παραμένει αναξιοποίητος.
Με το νέο μοντέλο, το υπουργείο θέλει να συνδέσει την παραχώρηση δυναμικότητας με την πραγματική προοπτική υλοποίησης ενός έργου. Έτσι, ένα πρότζεκτ που θα διεκδικεί ανταγωνιστική Τιμή Αναφοράς και θα κρίνεται βιώσιμο θα μπορεί να εξασφαλίζει, μέσω της ίδιας διαδικασίας, τόσο την ταρίφα όσο και την απαιτούμενη πρόσβαση στο δίκτυο, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρεί αυστηρά χρονοδιαγράμματα υλοποίησης.
Η αλλαγή αυτή διευρύνει σημαντικά τη δεξαμενή των υποψήφιων επενδύσεων. Η διεύρυνση του ανταγωνισμού αναμένεται, ως φυσική συνέπεια, να ασκήσει πιέσεις προς τα κάτω στις τιμές αναφοράς.
Ασφαλιστικές δικλείδες φερεγγυότητας
Ανάλογη φιλοσοφία έχει ήδη εφαρμοστεί στους τρεις διαγωνισμούς για αυτόνομες μονάδες αποθήκευσης. Εκεί, η πολιτεία χρησιμοποίησε ως βασικό «φίλτρο» φερεγγυότητας τις εγγυητικές επιστολές σημαντικού ύψους, προκειμένου αφενός να διασφαλίσει την αξιοπιστία των επενδυτών και αφετέρου να περιορίσει τον κίνδυνο καθυστερήσεων.
Η τήρηση των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων συνδέθηκε άμεσα με εγγυητικές επιστολές, καθώς η μη έγκαιρη υλοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε κατάπτωσή τους. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε ένα ισχυρό αντικίνητρο για έργα που θα εξασφάλιζαν μεν στήριξη, αλλά δεν θα διέθεταν την πραγματική δυνατότητα να προχωρήσουν σε υλοποίηση.
Το ίδιο μοντέλο αναμένεται να αποτελέσει οδηγό και για το νέο καθεστώς λειτουργικής ενίσχυσης, με στόχο η διεύρυνση της «δεξαμενής» των υποψήφιων έργων να μη μετατραπεί σε «πληθωρισμό» δεσμεύσεων δικτύου και κατοχύρωσης εγγυημένων εσόδων.