Οι επιπτώσεις των περικοπών δεν είναι «τεχνολογικά ουδέτερες» - Η δυσανάλογη επιβάρυνση του βιοαερίου και οι ενδεδειγμένες λύσεις - Το παράδειγμα της Γερμανίας
Την δυσανάλογη κατ’ ουσίαν επιβάρυνση των μονάδων βιοαερίου από τις περικοπές σε σχέση με τις υπόλοιπες τεχνολογίες ΑΠΕ επισημαίνουν πηγές του κλάδου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αφενός να προχωρήσει η θέσπιση του Μηχανισμού Αντιστάθμισης Περικοπών και αφετέρου να «διδαχθούμε» από την ευρωπαϊκή εμπειρία με χώρες όπως η Γερμανία να λαμβάνουν υπόψη την ιδιαιτερότητα της τεχνολογίας.
Αναλυτικότερα, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, οι περικοπές και μάλιστα οι ολοένα και αυξανόμενες περικοπές, συνιστούν πλέον μια «κανονικότητα» στην αγορά ενέργειας με την οριζόντια ωστόσο εφαρμογή τους να καταλήγει να παραγνωρίζει κρίσιμες ιδιαιτερότητες ορισμένων «πράσινων» τεχνολογιών, καταλήγοντας να προκαλεί πολλαπλάσιες απώλειες και "στρεβλώσεις" από μια απλή απομείωση εσόδων.
Στην περίπτωση του βιοαερίου, όπως εξηγούν οι ίδιες πηγές, η ειδοποιός διαφορά βασίζεται στο γεγονός ότι οι μονάδες βιοαερίου δεν είναι διαλείπουσες μονάδες παραγωγής, όπως τα φωτοβολταϊκά ή τα αιολικά. Αντίθετα, είναι μονάδες βάσης, με συνεχή βιολογική διεργασία και σταθερή τροφοδοσία οργανικών αποβλήτων παίζοντας παράλληλα κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση αποβλήτων, στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας.
Αυτό σημαίνει ότι από τεχνική σκοπιά οι μονάδες βιοαερίου δεν μπορούν να λειτουργούν με συχνές και απότομες διακοπές. Οι γεννήτριες δεν αποδίδουν αξιόπιστα κάτω από συγκεκριμένα φορτία, ενώ η αναερόβια χώνευση συνεχίζει να παράγει βιοαέριο ακόμη και όταν η ηλεκτροπαραγωγή περιορίζεται. Η αποθήκευση του αερίου είναι χρονικά περιορισμένη, γεγονός που οδηγεί σε καύση ή εκτόνωση παραγόμενου βιοαερίου εφόσον επιβληθούν εκτεταμένες περικοπές. Αυτό μεταφράζεται και σε περιβαλλοντικές επιπτώσεις, καθώς το αέριο είτε αφήνεται ελεύθερο την ατμόσφαιρα είτε καίγεται.
Σε αυτή την περίπτωση, η περικοπή δεν ισοδυναμεί απλώς με χαμένη ηλεκτρική ενέργεια, αλλά με απώλεια πόρων, αυξημένο κόστος και περιβαλλοντική ανακολουθία.
Το πραγματικό κόστος των περικοπών
Σε απόλυτους αριθμούς, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι σε περιόδους έντονων περιορισμών οι μονάδες βιοαερίου έχουν καταγράψει απώλειες που φτάνουν ή και υπερβαίνουν το 25% της παραγωγής τους.
Πέρα όμως από τις απώλειες παραγωγής οι συνέπειες είναι εντονότερες, καθώς κάθε ώρα υποχρεωτικής διακοπής αφήνει μεγάλους όγκους οργανικών πρώτων υλών αδιάθετους, δημιουργώντας πρόσθετο περιβαλλοντικό και λειτουργικό βάρος καθώς και επιπρόσθετα έξοδα για τους παράγωγους των μονάδων.
Ταυτόχρονα, οι συνεχείς εκκινήσεις και παύσεις λειτουργίας αυξάνουν τη φθορά κρίσιμου εξοπλισμού, επιβαρύνουν το λειτουργικό κόστος και υπονομεύουν τη βιωσιμότητα επενδύσεων που σχεδιάστηκαν με τη λογική της σταθερής λειτουργίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το συνολικό εγκατεστημένο δυναμικό βιοαερίου παραμένει μικρό σε σύγκριση με άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ, γεγονός που καθιστά το συνολικό όφελος από την αυστηρή περικοπή του περιορισμένο για το σύστημα, αλλά δυσανάλογα επιβαρυντικό για τον ίδιο τον κλάδο.
Μηχανισμός Αντιστάθμισης Περικοπών ΑΠΕ
Για την αντιμετώπιση αυτής τη στρέβλωσης, υπάρχει ήδη βιώσιμη, ρεαλιστική και λειτουργική λύση, η οποία και έχει ήδη περιγραφεί σε επίπεδο πολιτικής και αφορά στην ενεργοποίηση του Μηχανισμού Αντιστάθμισης Περικοπών ΑΠΕ. Εκεί προβλεπόταν η λειτουργική εξαίρεση συγκεκριμένων τεχνολογιών — μεταξύ αυτών και το βιοαέριο — από τις πραγματικές, φυσικές περικοπές.
Η λογική είναι σαφής: οι μονάδες συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά, ενώ οι περικοπές εφαρμόζονται λογιστικά, μέσω οικονομικού συμψηφισμού στον Μηχανισμό Αντιστάθμισης. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα προστατεύεται, η κατανομή των βαρών γίνεται δικαιότερη και αποφεύγονται οι δυσανάλογες τεχνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Εντούτοις, παρά το γεγονός ότι η προσέγγιση αυτή είχε συζητηθεί εκτενώς, μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί.
Το παράδειγμα της Γερμανίας και τι μπορεί να γίνει στην Ελλάδα
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το θέμα της διακοψιμότητας δεν είναι αμιγώς ελληνικό αλλά αντίθετα υπάρχει και αντιμετωπίζεται με επιτυχία σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες. Για παράδειγμα. η Γερμανία αντιμετωπίζει αντίστοιχα φαινόμενα υπερπαραγωγής και αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Η απάντησή της δεν περιορίστηκε στις περικοπές. Αντίθετα, επένδυσε σε:
- συστήματα αποθήκευσης (μπαταρίες και αντλησιοταμίευση),
- τεχνολογίες Power‑to‑Gas,
- έξυπνα συστήματα διαχείρισης ζήτησης και
- σύζευξη τομέων (ηλεκτρισμός, θέρμανση, μεταφορές).
Ειδικά το βιοαέριο δεν εντάσσεται στη διακοψιμότητα. Αντιθέτως για τις μονάδες βιοαερίου δομικά δίνεται από το 2014 η εναλλακτική του Πριμ Ευελιξίας (Flexibilitätsprämie) στο πλαίσιο του EEG, το οποίο επιβραβεύει τις μονάδες που επενδύουν σε πρόσθετη ισχύ και λειτουργούν βάσει της ζήτησης της αγοράς. Με τον τρόπο αυτό, η ευελιξία χτίζεται δομικά και όχι μέσω βίαιων διακοπών.
Συνεπώς, και επιστρέφοντας στο ελληνικό παράδειγμα, η συζήτηση για το βιοαέριο δεν αφορά ειδική μεταχείριση, αλλά ορθολογική προσαρμογή του πλαισίου. Τρεις παρεμβάσεις είναι υλοποιήσιμες, βιώσιμες και απολύτως ρεαλιστικές:
- Άμεση εφαρμογή της λειτουργικής εξαίρεσης για τις μονάδες βιοαερίου, μέσω του Μηχανισμού Αντιστάθμισης, ώστε οι περικοπές να είναι λογιστικές και όχι φυσικές.
- Σχεδιασμός ενός πλαισίου κινήτρων ευελιξίας, στα πρότυπα της γερμανικής εμπειρίας, για σταδιακή προσαρμογή των μονάδων στις ανάγκες του συστήματος.
- Θεσμική αναγνώριση του βιοαερίου ως τεχνολογίας κυκλικής οικονομίας, με ξεχωριστή λειτουργική κατηγορία στο πλαίσιο των περικοπών.
Συμπερασματικά, θεωρείται δεδομένο ότι οι περικοπές θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν θα εφαρμόζονται με τρόπο μηχανιστικό ή με τρόπο που λαμβάνει υπόψη τη λειτουργική πραγματικότητα κάθε τεχνολογίας.
Το βιοαέριο, με μικρή εγκατεστημένη ισχύ αλλά υψηλή περιβαλλοντική και κοινωνική αξία, δεν αντέχει μια οριζόντια εφαρμογή διακοψιμότητας. Η λύση υπάρχει, έχει συζητηθεί και έχει δοκιμαστεί αλλού. Το ζητούμενο πλέον είναι η εφαρμογή της.