Τα ανοικτά μέτωπα στο νομοσχέδιο για τη δέσμευση CO2 - Τα ερωτήματα για το διπλό μοντέλο διάθεσης της χωρητικότητας του Πρίνου, η μη αναλογική κατανομή του capacity και οι ταρίφες
Τουλάχιστον τρια ζητήματα παραμένουν ανοικτά για την αγορά προκειμένου να λειτουργήσει στη πράξη η αλυσίδα δέσμευσης και αποθήκευσης CO2 στην Ελλάδα και να ενεργοποιηθούν οι επενδύσεις 4 δισ ευρώ που δρομολογούνται αυτή τη στιγμή, μετά και τη κατάθεση χθες του σχετικού νομοσχεδίου του ΥΠΕΝ στη Βουλή.
Τα ποσοστά διάθεσης της χωρητικότητας του Πρίνου με ρυθμιζόμενο τρόπο και με διαγωνιστικές διαδικασίες, η ισόποση και όχι αναλογική κατανομή του capacity, αλλά και η εκρεμμότητα με τον προσδιορισμό των ταριφών, είναι θέματα που είτε ακόμη εκκρεμούν και παραπέμπονται σε μεταγενέστερες υπουργικές αποφάσεις, είτε δημιουργούν σοβαρές επιφυλάξεις στους εμπλεκόμενους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επενδυτική τους ορατότητα.
Στελέχη της αγοράς που συμμετείχαν στην προ εβδομάδων δημόσια διαβούλευση παρατηρούν ότι το νομοσχέδιο παραμένει ίδιο στο βασικό του πυρήνα παρά τις παρατηρήσεις και τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη διαδικασία με έμφαση στο μοντέλο κατανομής που επελέγη για τη χωρητικότητα της υπόγειας αποθήκης του Πρίνου, όπως έχει γράψει το Energypress.
Ταυτόχρονα, άλλα στελέχη στέκονται στην ισόποση κατανομή του capacity και όχι στην αναλογική με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε emitter, εξηγώντας ότι το πλαίσιο είναι προβληματικό εν τη γενέσει του για κάποιους παίκτες.
Στη πραγματικότητα, η αγορά εκτιμά ότι στη παρούσα φάση η προτεραιότητα για το ΥΠΕΝ ήταν περισσότερο να κατατεθεί το νομοσχέδιο στη Βουλή ώστε να μην χαθούν τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης (το ορόσημο είναι η 31η Δεκεμβρίου 2025), και λιγότερο αυτή καθ’ εαυτή η αποτελεσματικότητα του πλαισίου, πολλώ δε μάλλον όταν για να ενεργοποιηθούν οι προβλέψεις του απαιτούνται πάνω από 10 υπουργικές αποφάσεις.
Στο επίμαχο σκέλος, αυτό για τη κατανομή της δυναμικότητας του Πρίνου (άρθρο 27) που είχε μονοπωλήσει τόσο τις επαφές των εκπροσώπων της αγοράς με την ηγεσία του ΥΠΕΝ, όσο και τα σχόλια της διαβούλευσης, το τελικό κείμενο δεν περιλαμβάνει κάποια αλλαγή σε σχέση με το αρχικό.
Το νομοσχέδιο ορίζει ότι η πρόσβαση των δυνητικών χρηστών θα γίνεται «…με ρυθμιζόμενο τρόπο, σε ποσοστό της αρχικά εκτιμώμενης αποθηκευτικής δυναμικότητας που καθορίζεται στον Κώδικα Κατανομής Χωρητικότητας ενός τόπου αποθήκευσης…» και «με δημόσιες διεθνείς διαγωνιστικές διαδικασίες για το υπόλοιπο ποσοστό». Στη πρώτη περίπτωση, οι συμβάσεις που θα συνάπτουν οι βιομηχανίες με το φορέα υλοποίησης, δηλαδή την Energean θα έχουν διάρκεια 15 ετή, και στη δεύτερη τουλάχιστον 5 έτη.
Το πρώτο σημείο που κατά την αγορά είναι προβληματικό και υπονομεύει την ουσία του εγχειρήματος είναι αυτό ακριβώς το υβριδικό μοντέλο στο οποίο επέμεινε το υπουργείο, σύμφωνα με το οποίο ένα μέρος της χωρητικότητας των 2,8 εκατ. τόνων του Πρίνου σε πλήρη ανάπτυξη, θα διατίθεται «ρυθμιστικά», δηλαδή με υπουργικές αποφάσεις, και το υπόλοιπο μέσω διεθνών διαγωνισμών.
Στη διαβούλευση των προηγούμενων εβδομάδων, οι συμμετέχοντες είχαν διαφωνήσει με αυτό το διπλό μοντέλο και είχαν επιμείνει ότι πρέπει να υιοθετηθεί ένας ενιαίος τρόπος κατανομής της δυναμικότητας, ακριβώς όπως ισχύει σε ευρωπαικό επίπεδο, που να μην «σπάει» στα δύο τη χωρητικότητα.
Η ευρωπαϊκή πρακτική διακρίνεται είτε σε αμιγώς ρυθμιζόμενο καθεστώς (διάθεση της χωρητικότητας μέσω υπουργικών αποφάσεων) είτε σε συμφωνία με την κάθε βιομηχανία κατόπιν διμερούς διαπραγμάτευσης, χωρίς σε καμία περίπτωση, όπως υπογραμμίζουν πηγές της αγοράς, να έχει κάπου εφαρμοστεί το διπλό αυτό ελληνικό μοντέλο.
Το σύστημα που υιοθέτησε η Ελλάδα δύναται να δημιουργήσει στρεβλώσεις, όπως λένε οι ίδιες πηγές, τόσο στο κομμάτι της κατανομής προς τους συμμετέχοντες, όσο πολύ περισσότερο ως προς την διαμόρφωση της τιμής που θα πληρώνουν, καθώς θα μπορούσαν να εγερθούν ακόμη και ζητήματα ανταγωνισμού στις Βρυξέλλες ότι το πλαίσιο δεν εξασφαλίζει διαφάνεια ή ισότιμη πρόσβαση σε όλους.
Η κατανομή του capacity ισόποσα και όχι αναλογικά
Το δεύτερο κεφάλαιο που φαίνεται να έχει δημιουργήσει τριβές μεταξύ των ίδιων των βιομηχανιών που εκπέμπουν μεγάλους όγκους διοξειδίου του άνθρακα (emitters), αφορά πάντα το επίμαχο άρθρο 27 και το τρόπο με τον οποίο θα εφαρμόζεται το διπλό αυτό μοντέλο κατανομής του capacity.
«Η ρυθμιζόμενη πρόσβαση πραγματοποιείται με ισόποση κατανομή χωρητικότητας μέχρις εξαντλήσεως της προς διάθεση ποσότητας και προϋποθέτει μία ελάχιστη ετήσια συμβολή στη μείωση των ρύπων, σύμφωνα με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.)», αναφέρει το κείμενο.
Η ένσταση της αγοράς εντοπίζεται στη διατύπωση περί «ισόποσης κατανομής της χωρητικότητας» του Πρίνου, και όχι αναλογικής, όπως έχουν ζητήσει κάποιοι παίκτες, δηλαδή με βάση τις εκπομπές CO2 της κάθε επιχείρησης που προφανώς ποικίλουν λόγω αντικειμένου αλλά και μεγέθους.
Στη περίπτωση για παράδειγμα των δύο διυλιστηρίων, οι ετήσιες εκπομπές τους δεν ξεπερνούν τους 500.000 τόνους έκαστο. Του Ηρακλή φτάνουν τους 1 εκατ. τόνους, ενώ για τον Τιτάνα ανέρχονται σε 2 εκατ. τόνους.
Το γεγονός ότι «…η ρυθμιζόμενη πρόσβαση πραγματοποιείται με ισόποση κατανομή χωρητικότητας…» σημαίνει ότι εφόσον το 50% του capacity του Πρίνου διατεθεί μέσω διαγωνισμών και το υπόλοιπο 50% κατανεμηθεί από το υπουργείο, η ποσόστωση θα βγει με βάση τον αριθμό των emitters, και όχι αναλογικά, δηλαδή βάσει των όγκων που εκπέμπει ο καθένας.
Ταρίφες και ρυθμιζόμενο έσοδο
Το τρίτο ανοικτό κεφάλαιο συνδέεται με την υπόγεια αποθήκη του Πρίνου (Prinos CO2) και ααφορά τις ταρίφες για το ρυθμιζόμενο τμήμα, δηλαδή το έσοδο που παραμένει ασαφές, με το νομοσχέδιο να περιλαμβάνει κάποιες γενικές αναφορές στον Κανονισμό Τιμολόγησης.
«Η κατανομή διενεργείται σε τιμή αναφοράς, που βασίζεται στο μεσοσταθμικό κόστος κεφαλαίου (Weighted Average Cost of Capital - WACC) του τόπου αποθήκευσης και η οποία προκύπτει με βάση τη μεθοδολογία του Κανονισμού Τιμολόγησης του τόπου αποθήκευσης, αφού ληφθεί υπόψη το κεφαλαιουχικό και λειτουργικό κόστος της υποδομής», αναφέρεται χαρακτηριστικά χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση.
Επίσης σε ό,τι αφορά τα ανταποδοτικά τέλη προς τη κοινωνία, η εταιρεία καλείται να ξεκινήσει τη καταβολή τους με την χορήγηση της άδειας αποθήκευσης και όχι με την έναρξη λειτουργίας της υποδομής. Σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς, μέχρι το 2030 οπότε η εταιρεία θα αρχίσει να έχει τα πρώτα έσοδα, θα έχει καταβάλει γύρω στα 10 εκατ. ευρώ ως ανταποδοτικά.
Κατά τα λοιπά, το νομοσχέδιο συνυπολογίζει το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή οι εκπομπές CO2 όλων των παραπάνω βιομηχανιών αθροίζουν 4 εκατ τόνους και ξεπερνούν κατά πολύ τη δυναμικότητα του Πρίνου σε πλήρη ανάπτυξη (2,8 εκατ), που σημαίνει την ανάγκη μεταφοράς των επιπλέον όγκων εκτός Ελλάδας, πχ στη Ραβέννα της Ιταλίας, τη μονή σχετική αυτή τη στιγμή εν λειτουργία υποδομή στη περιοχή.
Κάνει επομένως λόγο για «διασυνοριακή συνεργασία» τόσο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ όσο και με «τρίτες συνεργαζόμενες χώρες» και μιλά για τη σχετική εισήγηση που θα κάνει η αρμόδια αρχή (ΕΔΕΥΕΠ) στον υπουργό με ό,τι αυτό σημαίνει για το σχετικό κόστος, χωρίς ωστόσο και εδώ να μπαίνει σε λεπτομέρειες.
Σε τι τιμές είναι βιώσιμο ένα έργο CO2
Βασικό επίσης στοιχείο του νομοσχεδίου είναι η αναφορά στο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που θα χρειαστούν για να είναι βιώσιμες οι υπό ανάπτυξη μονάδες δέσμευσης CO2 των Τιτάνα (Ifestos, 584 εκατ. στο Καμάρι Βοιωτίας), Ηρακλή (Olympus, 400 εκατ. στο Μηλάκι Αλιβερίου) και Motor Oil («IRIS», 300-400 εκατ. στους Αγ.Θεοδώρους), καθώς και μελλοντικά όποιων άλλων παικτών μπουν σε αυτή τη διαδικασία.
Τα μεγάλα έργα δέσμευσης CO2 που δρομολογούνται σήμερα διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα, για να είναι βιώσιμα θα έπρεπε οι τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα να είναι κοντά στα 200 ευρώ ο τόνος, όπως αναφέρουν παίκτες του χώρου, όταν σήμερα οι τιμές κυμαίνονται γύρω στα 80 ευρώ.
Στο θέμα είχαν αναφερθεί από το βήμα του πρόσφατου συνεδρίου του ΙΕΝΕ, τόσο ο επικεφαλής Group Decarbonization Strategy της TITAN, Άρης Τσικούρας, όσο και ο CCS Manager του ομίλου ΗΡΑΚΛΗΣ, Νίκος Μπόζος, σχολιάζοντας αμφότεροι ότι με βάση τη παρούσα εικόνα, τα CFDs θα πρέπει να κινούνται περιξ των 80-100 ευρώ ο τόνος CO2.
Στη πράξη αυτό προυποθέτει ένα καθεστώς κρατικών ενισχύσεων μέσω ενός μηχανισμού Συμβολαίων επί της Διαφοράς (CFDs - Contracts for Diferrence), όπως προβλέπει το νομοσχέδιο (άρθρο 37), που θα καλύπτει τη διαφορά. Ενα μοντέλο που θα ενεργοποιείται όταν οι τιμές των δικαιωμάτων υπολείπονται από τη παραπάνω τιμή. Αν πάλι αυτή υπερβαίνει τη σταθερή τιμή, ο δικαιούχος θα επιστρέφει μέρος της διαφοράς στο Δημόσιο.
«Τα συμβόλαια επί της διαφοράς άνθρακα απονέμονται στους δικαιούχους μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών υποβολής προσφορών, που διοργανώνονται από την αρμόδια αρχή CCS, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένης της αποδοτικότητας του κόστους και του όγκου του αποθηκευμένου CO2, καθώς και της μείωσης των εκπομπών CO2 σε συγκεκριμένο και εκ των προτέρων καθορισμένο ποσοστό, σε σχέση με τη συμβατική τεχνολογία. Τα συμβόλαια περιλαμβάνουν την υποχρέωση υποβολής ετησίων εκθέσεων μείωσης εκπομπών», αναφέρει χαρακτηριστικά το κείμενο.
Σημειωτέον ότι η Κομισιόν έχει δεσμευτεί να λανσάρει από τον Απρίλιο του 2026 το λεγόμενο «Industrial Decarbonisation Bank», όπου ένα μεγάλο κομμάτι των διαθέσιμων κεφαλαίων θα προορίζονται για έργα δέσμευσης και αποθήκευσης CO2, ακριβώς για να αντισταθμίζουν τις διακυμάνσεις των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών.
Στο μείζον αυτό θέμα για την αγορά θα αναφερθούν πιθανότατα οι συμμετέχοντες στο 5ο Φόρουμ Βιομηχανικής Διαχείρισης Άνθρακα (Industrial Carbon Management – ICM Forum) που συνδιοργανώνουν οι DG ENER και η ΕΔΕΥΕΠ και θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 8 και 9 Δεκεμβρίου, με παρουσία υψηλόβαθμων κοινοτικών αξιωματούχων.