Sympower: Κρίσιμη η απόκριση ζήτηση για την ευελιξία του συστήματος και τη μείωση των περικοπών στις ΑΠΕ - Οι θέσεις για το νέο ΕΣΕΚ
Τις θέσεις της επί του αναθεωρημένου ΕΣΕΚ κατέθεσε η Sympower στα πλαίσια της σχετικής διαβούλευσης.
Η εταιρεία τονίζει τη σημασία της απόκρισης ζήτησης για το σύστημα ενέργειας, σε πολλαπλά επίπεδα. Μεταξύ άλλων, για την ευελιξία στο ηλεκτρικό δίκτυο, τη μείωση του κόστους και των περικοπών ΑΠΕ.
Αναλυτικά, σημειώνονται τα εξής:
Πρώτα απ 'όλα, θα θέλαμε να εκφράσουμε την υποστήριξή μας στην προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να υποβάλλει μια αναθεωρημένη έκδοση του εθνικού της σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ) το οποίο περιλαμβάνει φιλόδοξους στόχους και προτάσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης των 5 διαστάσεων της ενεργειακής ένωσης: 1 ) την απαλλαγή από τον άνθρακα 2) την ενεργειακή απόδοση 3) την ενεργειακή ασφάλεια 4) την εσωτερική αγορά ενέργειας και τέλος 5) την έρευνα, την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα.
Το ΕΣΕΚ που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση περιλαμβάνει μια επισκόπηση εκείνων των τεχνολογιών που αναμένεται να οδηγήσουν στην κλιματική ουδετερότητα καθώς και τις προοπτικές τους για τα επόμενα χρόνια έως και το έτος 2050. Όπως αναγνωρίζει το ΕΣΕΚ (πίνακας ΕΣ 1, σελ. 21 & 22) οι υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης θεωρούνται μεταξύ εκείνων των τεχνολογιών που είναι υψίστης σημασίας να αναπτυχθούν με ραγδαίους ρυθμούς εάν η Ελλάδα θέλει να επιτύχει τους ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της.
Η απόκριση ζήτησης αλλά και γενικότερα, οι πάροχοι ευελιξίας, μπορούν να προσφέρουν πολλαπλά οφέλη όχι μόνο για το ίδιο το ενεργειακό σύστημα αλλά και σε περιβαλλοντικό και κοινωνικοοικονομικό επίπεδο.
1. Ενεργειακή ασφάλεια
Το ηλεκτρικό δίκτυο χρειάζεται ευελιξία για να διατηρεί το σύστημα σε ισορροπία ανά πάσα στιγμή. Από τη μια πλευρά, η μαζική εισαγωγή των ΑΠΕ στην αγορά ενέργειας και η μετάβαση προς ένα αποκεντρωμένο ενεργειακό σύστημα βασισμένο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δημιουργούν την ανάγκη για αυξανόμενους ρυθμούς ευελιξίας που δεν μπορούν να παρασχεθούν μόνο από τις παραδοσιακές, αλλά με διαρκώς μειούμενο μερίδιο αγοράς, τεχνολογίες, δηλαδή τους σταθμούς με βάση τα ορυκτά καύσιμα. Ταυτόχρονα, οι υφιστάμενοι ενεργειακοί στόχοι προβλέπουν αυξανόμενους ρυθμούς εξηλεκτρισμού της ενεργειακής ζήτησης που, για μια επιτυχημένη ενεργειακή μετάβαση, θα πρέπει να καλυφθούν μέσω ΑΠΕ. Τα ανωτέρω, θα απαιτήσουν σημαντικά ποσοστά ευελιξίας ενσωματωμένα στο ενεργειακό σύστημα ώστε να μπορεί να παρέχει ένα σταθερό, αξιόπιστο και βιώσιμο ενεργειακό σύστημα. Ως εκ τούτου, είναι ζωτικής σημασίας οι πάροχοι υπηρεσιών ευελιξίας, όπως η απόκριση ζήτησης, να μπορούν να δραστηριοποιηθούν ανεμπόδιστα, επωφελούμενοι από ένα υποστηρικτικό νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο. Οι τεχνολογίες απόκρισης ζήτησης έχουν ήδη αποδείξει τον ρόλο τους και θα συνεχίσουν να είναι κρίσιμοι για την παροχή των απαραίτητων δυνατοτήτων για την ασφάλεια του εφοδιασμού, τόσο σε επίπεδο επάρκειας πόρων όσο και σε επίπεδο επιχειρησιακής ασφάλειας.
2. Περιβαλλοντικά οφέλη
Σε ένα άμεσο επίπεδο, είναι αλήθεια ότι οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με ορυκτά καύσιμα (ιδίως φυσικό αέριο) εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξισορρόπηση του δικτύου. Αυτοί οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής το κάνουν αυτό προσαρμόζοντας συνεχώς την παραγωγή τους στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Για να είναι όμως εφικτή η ευέλικτη παραγωγή, τα εργοστάσια πρέπει να λειτουργούν με χαμηλότερη δυναμικότητα. Για παράδειγμα, όταν ένας σταθμός ηλεκτροπαραγωγής πρέπει περιστασιακά να αυξήσει την παραγωγή του κατά 10%, μπορεί να λειτουργεί μόνο στο 90% της πλήρους δυναμικότητάς του. Ως εκ τούτου, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι λιγότερο αποδοτική, επειδή όσο μεγαλύτερη είναι η παραγωγή των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, τόσο μεγαλύτερη είναι η απόδοση αυτής της παραγωγής. Από αυτή την άποψη, όταν παρέχονται όλο και περισσότερες βοηθητικές υπηρεσίες από την πλευρά της απόκρισης ζήτησης αντί για σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, αυτές οι μονάδες θα μπορούν να λειτουργούν με τη σειρά τους πιο αποτελεσματικά. Το αποτέλεσμα είναι να μειώνονται τελικά οι εκπομπές CO2 λόγω της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, οι εκπομπές άνθρακα μειώνονται άμεσα από την απόκριση ζήτησης για βοηθητικές υπηρεσίες του συστήματος.
Όμως και σε ένα έμμεσο επίπεδο, η ευελιξία είναι ένα σημαντικό μέσο για την ενεργειακή μετάβαση. Με βάση τις πιο πρόσφατες προβλέψεις, η κατανάλωση ενέργειας κυρίως ως αποτέλεσμα του εξηλεκτρισμού της ζήτησης θα πρέπει να διπλασιαστεί έως το 20451. Η κάλυψη των αναγκών ηλεκτροδότησης περιλαμβάνει την ενσωμάτωση πολλών νέων τύπων μεταβλητών φορτίων παράλληλα με τους κλιματικούς στόχους που απαιτούν τη μεγέθυνση της (στοχαστικής) παραγωγής από ΑΠΕ. Επομένως, η διατήρηση της υπάρχουσας μη-ευέλικτης παραγωγής από σταθμούς με ορυκτά καύσιμα αποτελεί σημαντική πρόκληση που απαιτεί μεγαλύτερες δυνατότητες ευελιξίας του συστήματος. Σε αυτό το σενάριο, η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών ευελιξίας από την πλευρά της ζήτησης χρησιμεύει ως κρίσιμη γέφυρα για την ευθυγράμμιση των διακυμάνσεων της παραγωγής των (μη προβλεψιμων) ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα συνεισφέρει στην εξισορρόπηση των συχνά μεταβλητών φορτίων κατανάλωσης με την (μη ευέλικτη) παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ακόμα και από τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Αυτό επιτρέπει τελικά τη διευκόλυνση περισσότερης παραγωγής χωρίς ορυκτά καύσιμα ή με χαμηλές εκπομπές άνθρακα, ειδικά βραχυπρόθεσμα, όπου υπάρχει μεγάλη ζήτηση για ευέλικτους πόρους που πρέπει να ικανοποιηθεί άμεσα..
Επιπλέον, η αυξανόμενη ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης μπορεί να στηρίξει περαιτέρω τις μακροπρόθεσμες αποφάσεις για ένα καθαρότερο εθνικό ενεργειακό μείγμα. Εφόσον η απόκριση ζήτησης και οι υπηρεσίες ευελιξίας παρέχουν υπηρεσίες εξισορρόπησης δικτύου, peak shaving κ.λπ. με κόστος μικρότερο από το λειτουργικό κόστος μιας μονάδας ορυκτών καυσίμων, ένα σημαντικό μέρος του business case για αυτές τις μονάδες ορυκτών καυσίμων εξαφανίζεται.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει είτε απευθείας στο κλείσιμο της μονάδας νωρίτερα από ό,τι αρχικά προβλεπόταν είτε να την οδηγήσει να χρεώσει περισσότερο για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγει. Με αυτόν τον τρόπο η συνολική τιμή της ορυκτής ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται στην αγορά, και ως εκ τούτου καθίσταται οικονομικά πιο βιώσιμο το επιχειρηματικό σχέδιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Για να δώσουμε ένα σαφές παράδειγμα: διάφορες μελέτες2 έχουν δείξει ότι το υφιστάμενο δίκτυο μπορεί να καλύψει περίπου μόνο το 30% της ετήσιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας από τεχνολογίες στοχαστικής παραγωγής (π.χ. αιολική και ηλιακή) χωρίς εναλλακτικούς τρόπους εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας (πχ αποθήκευση). Οποιοδήποτε ποσοστό υψηλότερο από αυτό, οδηγεί σε αναγκαστικές περικοπές της παραγωγής αιολικής ή ηλιακής ενέργειας. Η απόκριση ζήτησης καθιστά το ενεργειακό σύστημα πιο ευέλικτο και αυτό επιτρέπει μεγαλύτερη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις περικοπές από ΑΠΕ, φαινόμενο το οποίο αυξάνεται σε ιδιαίτερα ανησυχητικά επίπεδα τον τελευταίο χρόνο. Η ταχεία, απαλλαγμένη από ορυκτά καύσιμα και οικονομικά αποδοτική εφαρμογή της μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση των διακυμάνσεων τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση ενέργειας, ενώ αντιμετωπίζει τους περιορισμούς τόσο στην παραγωγή όσο και στη διαθεσιμότητα του δικτύου κατα μήκος διαφόρων αγορών και χρονικών περιόδων.
3. Κοινωνικοοικονομικά οφέλη
Η άνοδος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή ενέργειας έχει δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα στις τιμές ενέργειας τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους παραγωγούς: αφενός, πολύ υψηλές τιμές όταν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν είναι σε θέση να καλύψουν την υπάρχουσα ζήτηση (δηλαδή μια τεράστια επιβάρυνση κόστους για τους καταναλωτές), αφετέρου, ιδιαίτερα χαμηλές και, συχνά αρνητικές τιμές όταν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παράγουν μεγάλη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που δεν μπορεί να καταναλωθεί εκείνη τη στιγμή, ούτε να αποθηκευτεί για αργότερα και υπερβαίνει τη ζήτηση, οδηγώντας σε υπερπροσφορά ηλεκτρικής ενέργειας (δηλαδή χαμηλές επενδυτικές αποδόσεις για τους παραγωγούς ΑΠΕ).
Με την είσοδο περισσότερων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην αγορά, τα φαινόμενα αυτά αναμένεται να γίνονται πιο συχνά και πιο συχνά. Εκτός από τη προφανή σημασία της παραγωγής περισσότερης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για τον μετριασμό των υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας3, οι αρνητικές τιμές είναι μια πρόκληση της ενεργειακής μετάβασης που απαιτεί λύσεις συστημικής προσέγγισης και σηματοδοτεί την ανάγκη για ένα πιο ευνοϊκό πλαίσιο πολιτικής προς ένα ευέλικτο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις σωστές πολιτικές που ευνοούν την ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης, οι καταναλωτές θα έχουν κίνητρα να επενδύσουν σε ευέλικτα περιουσιακά στοιχεία, όπως ηλεκτρονικοί λέβητες ή μπαταρίες, και να συνεργαστούν με παρόχους υπηρεσιών ευελιξίας για να επωφεληθούν από τις αρνητικές τιμές. Σε ένα σενάριο που συνδυάζει αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας με απόκριση ζήτησης, οι εμπορικοί και βιομηχανικοί καταναλωτές μπορούν να χρησιμοποιήσουν την ευελιξία τους για να εκτελούν εργασίες έντασης ενέργειας σε περιόδους αρνητικών τιμών, όπως φόρτιση μπαταριών ή χειρισμό μηχανημάτων.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και αναφορικά με τις σκοπούμενες διατάξεις του ΕΣΕΚ που τέθηκαν σε δημόσια διαβούλευση, θα θέλαμε να παροτρύνουμε την ελληνική κυβέρνηση να εξετάσει τα ακόλουθα μέτρα με σκοπό την ενίσχυση των υπηρεσιών ευελιξίας και απόκρισης ζήτησης:
-> Ύπαρξη σαφών και σταδιακά αυξητικών στόχων για ευελιξία και την απόκριση ζήτησης. Όπως αναφέρεται και στη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί του προηγούμενου ΕΣΕΚ4, με την οποία ζητά συγκεκριμένα «[...] clear objectives and targets for demand response to improve the flexibility of the energy system, in light of an assessment of the flexibility needs and describe specific measures to facilitate energy system integration in the context of Article 20a of Directive (EU) 2018/2001 as amended[...], η ανάγκη για σαφείς, μετρήσιμους στόχους είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη της εξαιρετικά φιλόδοξης ενέργειας και στόχους της κλιματικής πολιτικής. Ο καθορισμός σαφών και μετρήσιμων στόχων ευελιξίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη μόχλευση λύσεων από την πλευρά της ζήτησης, δημιουργεί έναν οδικό χάρτη για άμεση δράση. Αυτοί οι στόχοι είναι κάτι περισσότερο από απλοί στόχοι. Είναι ένα ισχυρό μήνυμα για τους επενδυτές αλλά και τους καταναλωτές. Αυτό μπορεί στη συνέχεια να προωθήσει τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων και την ταχεία δράση από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
-> Υποστηρικτικός σχεδιασμός αγοράς. Η ελληνική κυβέρνηση σε συνεργασία με τη ΡΑΕ και τους αρμόδιους διαχειριστές θα χρειαστεί να βελτιώσει περαιτέρω τον σχεδιασμό της αγοράς που ενθαρρύνει τη συμμετοχή των τελικών χρηστών στην προσφορά της ευελιξίας τους και την απόκριση ζήτησης με τους εξής τρόπους:
α) Η άρση των φραγμών θα πρέπει να ξεκινήσει από την παροχή πλήρους πρόσβασης στην αγορά στην ευελιξία από την πλευρά της ζήτησης και ιδίως μέσω της ενίσχυσης του ρόλου των φορέων σωρευτικές εκπροσώπησης απόκρισης ζήτησης, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία του συστήματος αναφορικά με την πλήρη εφαρμογή των συγκεκριμένων υπηρεσιών. Η προσφορά υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης συχνά παρεμποδίζεται από τεχνικά εμπόδια που δεν επιτρέπουν την αξιοποίηση του συνόλου των δυνατοτήτων ευελιξίας της. Ένα απτό παράδειγμα είναι η τρέχουσα μεθοδολογία για τις βοηθητικές υπηρεσίες της χειροκίνητης και αυτόματης εφεδρείας αποκατάστασης συχνότητας (χΕΑΣ και αΕΑΣ). Σε ένα τυπικό χαρτοφυλάκιο απόκρισης ζήτησης, τα ευέλικτα στοιχεία (πχ ένα μηχάνημα με μικρή κατανάλωση που δύναται να αυξομειωθεί η ισχύς του) αντιπροσωπεύουν συνήθως μόνο ένα μικρό μερίδιο σε σύγκριση με τη συνολική κατανάλωση πίσω από τον κύριο μετρητή (που συνήθως “βλέπει” ο Διαχειριστής). Για να “φανεί” πλήρως και να αξιολογηθεί σωστά η συνεισφορά των ευέλικτων στοιχείων ενός χαρτοφυλακίου που όμως κατέχουν μικρό μερίδιο στη συνολική κατανάλωση, θα πρέπει να προωθηθούν από τον ελληνικό ΔΣΜ μεθοδολογίες που βασίζονται στη χρήση αποκλειστικών συσκευών μέτρησης, δηλαδή υπομετρητών (sub-metering), κάτι που προς το παρόν δεν προβλέπεται στην υφιστάμενη μεθοδολογία εκ μέρους του αρμόδιου Διαχειριστή. Αποτέλεσμα είναι η παρεμπόδιση/μη σωστή αποτίμηση της προσφοράς υπηρεσιών αυτόματης εφεδρείας από ευέλικτες μονάδες κατανάλωσης για τις οποίες απαιτείται η θεσμοθέτηση της δυνατότητας εγκατάστασης υπο-μετρητών ώστε να αξιολογείται σωστά και να είναι οικονομικά βιώσιμη η συμμετοχή τους σε τέτοιες υπηρεσίες.
β) Απαιτείται η ύπαρξη ισχυρών και σαφώς ορισμένων κινήτρων στους καταναλωτές για να εξηλεκτρίζουν και να προσαρμόζουν τακτικά τα προφίλ κατανάλωσης ενέργειας, τόσο έμμεσα όσο και άμεσα, αντίστοιχα με αυτά που ήδη εφαρμόζουν άλλες χώρες5 6. Επιπλέον, η ευθυγράμμιση αυτών των κινήτρων με ευρύτερους στόχους (μηδενικές εκπομπές άνθρακα, ενεργειακή απόδοση, σταθερότητα δικτύου κ.λπ.) είναι ζωτικής σημασίας για την περαιτέρω ενθάρρυνση της συμμετοχής των ενδιαφερομένων. Για να επιτευχθεί αυτό, τα (αντι) κίνητρα που ωθούν τους καταναλωτές στην επιστροφή τους στη χρήση ορυκτών καυσίμων (μαζούτ, φυσικό αέριο) για τη λειτουργία τους αντί για ηλεκτρική ενέργεια) θα πρέπει να καταργηθούν πλήρως. Ταυτόχρονα με την αποτυχία επίτευξης των στόχων για το κλίμα, η παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης και ευελιξίας καθίσταται αδύνατη εάν οι καταναλωτές ωθούνται να επιστρέψουν στην απευθείας κατανάλωση ορυκτών καυσίμων αντί για τον εξηλεκτρισμό της λειτουργίας των γραμμών παραγωγής τους.
γ) Η παροχή κινήτρων και ενός σαφώς υποστηρικτικού πλαισίου για τις υπηρεσίες ευελιξίας αποτελεί μονόδρομο για τη μείωση του φαινομένου των περικοπών ΑΠΕ. Τα πρόσφατα στοιχεία προβλέπουν ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό περικοπών ΑΠΕ σε σύγκριση με αυτό που αναφέρεται στο ΕΣΕΚ. Η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να παράσχει ένα κατάλληλο πλαίσιο που θα επιτρέψει την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού των τεχνολογιών που παρέχουν υπηρεσίες ευελιξίας. Για παράδειγμα, ένα φωτοβολταϊκό που περιορίζει την έγχυση ενέργειας στη χονδρική αγορά, θα μπορούσε κάλλιστα να αντισταθμίσει τις οικονομικές του απώλειες μέσω της προσφοράς βοηθητικών υπηρεσιών στις αγορές εξισορρόπησης, βελτιώνοντας έτσι σημαντικά την επιχειρηματική του κατάσταση. Ωστόσο, για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να υπάρχει ένα ευνοϊκό πλαίσιο για την παροχή υπηρεσιών ευελιξίας. Τα συγκεκριμένα μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη θέσπιση προγραμμάτων στήριξης της ευελιξίας για μη ορυκτά καυσιμα7, τη δυνατότητα υποβολής προσφορών με αρνητικές τιμές στην αγορά εξισορρόπησης ή ακόμα και έναν ευρύτερο εθνικό μηχανισμό αποζημίωσης ισχύος (CRM) ο οποίος θα προωθούσε τη συμμετοχή των υπηρεσιών ευελιξίας.
-> Ενώ η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, όπως προβλέπει το ΕΣΕΚ, στα νοικοκυριά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προσφορά υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στη χαμηλή τάση (νοικοκυριά & μικροί πελάτες/βιομηχανία), αυτό το μέτρο δεν είναι αρκετό για να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό της απόκρισης ζήτησης Χωρίς την απαραίτητη εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των έξυπνων συσκευών, ένας έξυπνος μετρητής δεν αρκεί για να προκαλέσει ξαφνικά τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης για πελάτες χαμηλής τάσης. Ως εκ τούτου, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να εξετάσει και να προωθήσει τη χρήση έξυπνων συστημάτων (όχι μόνο έξυπνων μετρητών) που θα μπορούσαν να επιτρέψουν την επέκταση, συνολικά και με αυτοματοποιημένο τρόπο, των υπηρεσιών από την πλευρά της ζήτησης για πελάτες χαμηλής τάσης.
-> Τέλος, όπως προβλέπεται και στο άρθρο 19ε του κανονισμού ΕΕ 2019/943, η ΡΑΕ ή άλλως φορέας θα πρέπει να επιφορτιστεί με το καθήκον της σύστασης έκθεσης σχετικά με τις εκτιμώμενες ανάγκες ευελιξίας για μια περίοδο τουλάχιστον των επόμενων 5 έως 10 ετών σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να (όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο άρθρο του Κανονισμού) να “[...] διασφαλισθεί αποτελεσματικά η ασφάλεια και η αξιοπιστία του εφοδιασμού και να απαλλαγεί το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας από τις ανθρακούχες εκπομπές, λαμβάνοντας υπόψη την ενσωμάτωση μεταβλητών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των διαφορετικών τομέων, καθώς και τον διασυνδεδεμένο χαρακτήρα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των στόχων διασύνδεσης και της δυνητικής διαθεσιμότητας διασυνοριακής ευελιξίας.”
Οι άμεσα διαθέσιμες, οικονομικά αποδοτικές και χωρίς ορυκτά λύσεις ευελιξίας είναι μια λύση πολλαπλών και αμοιβαίων ωφελειών σε σύγκριση με την παραδοσιακή προσέγγιση που βασίζεται αποκλειστικά σε ορυκτά καύσιμα ή στη χρονοβόρα και δαπανηρή ανάπτυξη υποδομών και δικτύων. Αυτή δεν είναι μια μελλοντική λύση, είναι μια κρίσιμη ικανότητα που χρειαζόμαστε σήμερα.. Η τρέχουσα και αυξανόμενη ζήτηση για ευελιξία στο ενεργειακό μας σύστημα δεν μπορεί να αγνοηθεί.
________
1 OECD (2023), "Electricity demand could roughly double by 2045", in OECD Economic Surveys: Sweden 2023: , OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/a3058c00-en.
2 The Role of Energy Storage with Renewable Electricity Generation. Paul Denholm, Erik Ela, Brendan Kirby, and Michael Milligan. https://www.nrel.gov/docs/fy10osti/47187.pdf
3IEA: How much money are European consumers saving thanks to renewables? - June 2023
4 Commission Recommendation of 18/12/2023 on the draft updated integrated national energy and climate plan of Greece covering the period 2021-2030 and on the consistency of Greece‘s measures with the Union’s climate-neutrality objective
5 Για παράδειγμα, ο Πολωνός Διαχειριστής έχει ανακοινώσει ένα σύστημα όπου οι καταναλωτές αμείβονται για την εθελοντική και προσωρινή αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας όταν υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας
6 Βλ. τον μηχανισμό NEBEF που έχει εφαρμόσει η Γαλλία από το 2014 για να παρέχει κίνητρα για τη συμμετοχή από την πλευρά της ζήτησης στις ενεργειακές αγορές
7 Όπως σαφώς προβλέπει το Άρθρο 19g του Ευρ. Κανονισμού 2019/943: “ [...] Where investment in non-fossil flexibility is insufficient to achieve the indicative national objective or, where relevant, provisional indicative national objectives defined pursuant to Article 19f, Member States may apply non-fossil flexibility support schemes consisting of payments for the available capacity of non-fossil flexibility without prejudice to Articles 12 and 13. Member States which apply a capacity mechanism shall consider to make the necessary adaptations in the design of the capacity mechanisms to promote the participation of non-fossil flexibility such as demand side response and energy storage, without prejudice to the possibility for those Member States to use the non-fossil flexibility support schemes referred to in this paragraph”