Υπουργική για net-billing: Τα δύο «κλειδιά» για την ελκυστικότητα του νέου μοντέλου – Ενίσχυση στην μπαταρία και τιμή πώλησης της ενέργειας στο δίκτυο 

Υπουργική για net-billing: Τα δύο «κλειδιά» για την ελκυστικότητα του νέου μοντέλου – Ενίσχυση στην μπαταρία και τιμή πώλησης της ενέργειας στο δίκτυο 

Υπουργική για net-billing: Τα δύο «κλειδιά» για την ελκυστικότητα του νέου μοντέλου – Ενίσχυση στην μπαταρία και τιμή πώλησης της ενέργειας στο δίκτυο 

Λύσεις ώστε η εφαρμογή του net-billing να δώσει τη δυνατότητα στους prosumers να αποσβέσουν σε εύλογο χρονικό διάστημα την επένδυσή τους, εξετάζει το ΥΠΕΝ. Αν και προς ώρας δεν έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις, το υπουργείο μελετά τρόπους ώστε από τη μια μεριά μεν να δίνεται ξεκάθαρο «σήμα» για την όσο το δυνατόν υψηλότερο ταυτοχρονισμό παραγωγής-κατανάλωσης, από την άλλη μεριά να παραμείνουν οικονομικά βιώσιμοι οι όροι αξιοποίησης της αυτοπαραγωγής.

Κομβικό ρόλο στην παραπάνω ισορροπία παίζει η ύπαρξη μπαταρίας, η οποία θα επιτρέψει σε έναν καταναλωτή να αυξήσει τις ποσότητες «πράσινης» παραγωγής του φωτοβολταϊκού του, με τις οποίες καλύπτει τις ενεργειακές του ανάγκες. Σε αυτό το πλαίσιο, το υπουργείο εξετάζει το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε επιδότηση μονάδων αποθήκευσης σε καταναλωτές. 

Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι το ΥΠΕΝ καταστρώνει ένα σχέδιο για την ενίσχυση της αποθήκευσης και στις τρεις εφαρμογές της –standalone μπαταρίες, μπαταρίες behind the meter και αποθήκευση σε καταναλωτές. Όπως έχει γράψει το energypress, «πυλώνας» αυτού του σχεδίου είναι η επενδυτική ενίσχυση όσων παραγωγών και καταναλωτών ανταποκριθούν, εγκαθιστώντας μπαταρία. 

Για να «περπατήσει» ωστόσο το net-billing, κομβική είναι και η φόρμουλα με την οποία θα πωλούνται στο σύστημα οι «πράσινες» κιλοβατώρες που δεν θα καταναλωθούν αμέσως μόλις παραχθούν. Ως προς αυτή την παράμετρο, μία σκέψη του ΥΠΕΝ είναι να θεσπισθεί μία σταθερή χαμηλή τιμή πώλησης. «Συνήγορος» για τη θέσπιση μίας πάγιας τιμής είναι το γεγονός ότι θα επιτρέψει στους καταναλωτές να έχουν επαρκή ορατότητα για τα έσοδα του φωτοβολταϊκού τους, ώστε να μπορούν να προϋπολογίσουν σε πόσα χρόνια θα αποσβέσουν την επένδυσή τους. 

Από την άλλη πλευρά η τιμή πώλησης -αν τελικά προκριθεί αυτό το σενάριο- θα καθοριστεί σε αρκετό χαμηλό ύψος – στα επίπεδα περίπου που εκτιμάται ότι θα κινείται η χονδρεμπορική αγορά τουλάχιστον την επόμενη 10ετία. Επομένως, τα έσοδα από την πώληση της παραγωγής δεν θα αποτελέσουν αντικίνητρο στην επιδίωξη του μέγιστου δυνατού ταυτοχρονισμού. 

Μάλιστα, το παραπάνω επιχείρημα έχει ακόμη μεγαλύτερη βάση στην περίπτωση των οικιακών συστημάτων, όπου έτσι κι αλλιώς είναι πρακτικά δύσκολο ένα νοικοκυριό να ακολουθήσει τις διαδικασίες για την πώληση της παραγωγής στο σύστημα, σαν να ήταν παραγωγός. Κι αυτό γιατί ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα σήμαινε πως θα έπρεπε να συμβληθεί με ΦΟΣΕ, ανοίγοντας βιβλία, ώστε να συναλλάσσεται με τον Φορέα μέσω τιμολογίων. 

Μία εναλλακτική λύση (ιδιαίτερα για τα επαγγελματικά συστήματα) είναι η τιμή πώλησης να είναι κυμαινόμενη, όσο και η τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς. Σε αυτή την περίπτωση, αυτό που διερευνάται είναι κατά πόσο θα μπορούσαν να διαμορφωθούν «πακέτα» από τους ΦΟΣΕ ή τους προμηθευτές, προς τους υποψήφιους prosumers, στα οποία να παρέχονται σταθερές τιμές πώλησης – με βάση την πρόβλεψη που κάνουν οι εταιρείες για την πορεία των χονδρεμπορικών τιμών μέσα στα επόμενα χρόνια.   
 

(φωτογραφία: pixabay.com)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM