Η οικονομική κρίση μειώνει τους ρύπους, αλλά με αργό ρυθμό
Η οικονομική κρίση δε λειτουργεί ως μέσο μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, προειδοποιούν επιστήμονες, καθώς οι εκπομπές σε περιόδους ύφεσης δεν μειώνονται όσο γρήγορα αυξάνονται με την άνοδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ.
Σύμφωνα με τους ερευνητές του Πανεπιστημίου του Όρεγκον γι' αυτήν την ασυμμετρία ευθύνεται το γεγονός ότι οι υποδομές που παράγουν διοξείδιο του άνθρακα και οι οποίες κατασκευάζονται σε περιόδους ανάπτυξης, συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται σε συνθήκες οικονομικής δυσκαμψίας.
«Η οικονομική ανάπτυξη παράγει διαρκή καταναλωτικά αγαθά, όπως αυτοκίνητα και σπίτια που καταναλώνουν πολλή ενέργεια, καθώς και υποδομές, όπως εργοστάσια και δίκτυα μεταφορών, τα οποία δεν απομακρύνονται σε περιόδους ύφεσης, συνεχίζοντας να συμβάλλουν στην παραγωγή εκπομπών CO2 ακόμη κι όταν η ανάπτυξη περιορίζεται», εξηγεί ο συντάκτης της έκθεσης Ρίτσαρντ Γιορκ, καθηγητής κοινωνιολογίας και περιβαλλοντικών.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα που συνέλεξε η Παγκόσμια Τράπεζα από 150 χώρες μεταξύ 1960 και 2008. Οι επιστήμονες είδαν ότι με κάθε άνοδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 1%, οι εκπομπές CO2 αυξάνονταν κατά περίπου 0,7%. Με κάθε μείωσή του κατά 1% όμως, οι εκπομπές περιορίζονταν κατά μόλις 0,43%.
«Από μία άποψη, η οικονομική ύφεση απομακρύνει κάτι περισσότερο από τις μισές εκπομπές που προσθέτει η οικονομική ανάπτυξη», επισημαίνει ο Γιορκ. Ερμηνεύοντας τα αποτελέσματα της μελέτης, λέει ότι η παραγωγή εκπομπών δεν επηρεάζεται μόνο από την κατάσταση της οικονομίας μιας χώρας, αλλά και από την ιστορία της.
Αναφέρει ως παράδειγμα την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης που έφερε τις οικονομίες κάποιων πρώην σοβιετικών δημοκρατιών σε επίπεδα συγκρίσιμα με των κρατών της υποσαχάριας Αφρικής. Παρότι η παραγωγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έπεσε στις χώρες αυτές, σε καμία περίπτωση δεν άγγιξαν τα επίπεδα των - μη βιομηχανοποιημένων- αφρικανικών κρατών.