Σε χαμηλά επίπεδα η επίδραση του κορωνοϊού στη ζήτηση και τις επισφάλειες της εγχώριας αγοράς φυσικού αερίου
Η επίδραση της πανδημίας δεν υπήρξε μέχρι στιγμής η ίδια για όλους τους επιμέρους ενεργειακούς κλάδους του ελληνικού ενεργειακού συστήματος, όπως προκύπτει από έκθεση που δημοσίευσε χθες το ΙΕΝΕ με τίτλο «Επιπτώσεις του Κορωνοϊού στην Ελληνική Αγορά Ενέργειας».
Όπως αναφέρει το ινστιτούτο σχετικά με το φυσικό αέριο, οι επιπτώσεις ήταν ηπιότερες από ότι σε άλλους τομείς, όπως το πετρέλαιο, καθώς η επίδραση στη ζήτηση και στις επισφάλειες κυμάνθηκε σε βιώσιμα επίπεδα.
Αναλυτικότερα, όσον αφορά στην αγορά φυσικού αερίου της Ελλάδας, παρατηρήθηκε μείωση στη ζήτηση, αλλά αυτή δεν ανήλθε στα επίπεδα του πετρελαίου. Παράλληλα, δεν παρατηρήθηκαν προβλήματα στην λειτουργία του τερματικού σταθμού LNG της Ρεβυθούσας, όπως και στο Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου. Επίσης, το φυσικό αέριο μέσω αγωγών δεν ήταν το πιο ανταγωνιστικό τον περασμένο Μάρτιο, μιας και υπήρχε έντονος ανταγωνισμός με το LNG. Παράλληλα, υπήρχαν φορτία LNG που αναζητούσαν αγοραστές έναντι χαμηλής τιμής και μπορούσαν να τα εκμεταλλευτούν οι εγχώριοι παίκτες.
Επίσης, τα επίπεδα εισπραξιμότητας κινήθηκαν σε ικανοποιητικούς ρυθμούς τουλάχιστον στα τέλη Μαρτίου, με τις επισφάλειες να βρίσκονται σε χαμηλά μονοψήφια ποσοστά και τις πωλήσεις να διατηρούνται ακόμη σε περίπου σταθερά επίπεδα, χωρίς ιδιαίτερους κλυδωνισμούς.
Βέβαια, η συγκεκριμένη εικόνα είχε λογική εξήγηση, καθώς η λιανική αγορά του φυσικού αερίου παραμένει στην Ελλάδα μια αμιγώς εποχική αγορά, δηλ. αφορά μόνο την θέρμανση, ειδικά την περίοδο Οκτώβριος-Μάρτιος, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου η χρήση του είναι πολλαπλή. Επομένως, η κρίση συνέπεσε με το τέλος της περιόδου 22 θέρμανσης και κατά συνέπεια η αγορά δεν θα καταγράψει από εδώ και πέρα ζημιές όσον αφορά στα νοικοκυριά.
Ωστόσο, η εγχώρια αγορά φυσικού αερίου βρέθηκε αντιμέτωπη το δίμηνο Μάρτιος-Απρίλιος του 2020 με μια πτώση της τάξης του 30% στις εισπράξεις, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, με αποτέλεσμα οι διακανονισμοί και οι παρατάσεις αποπληρωμών να έχουν αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό για μια σημαντική μερίδα καταναλωτών.
Μάλιστα, σε ένα μικρό ποσοστό πελατών, οι οποίοι είχαν χρέη πριν την κρίση, οι εταιρείες του κλάδου προχώρησαν ακόμη και σε διακοπή παροχής του φυσικού αέριου, φοβούμενες τα χειρότερα. Βέβαια, ο κλάδος δεν φάνηκε να έχει θέσει προς την κυβέρνηση ζήτημα ενίσχυσης της ρευστότητας, όπως συνέβη με τον ηλεκτρισμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αρχές Απριλίου τα κρούσματα σημαντικής αύξησης των κακοπληρωτών ήταν ακόμη περιορισμένα, οι επισφάλειες κινούνταν σε χαμηλά μονοψήφια ποσοστά και οι πωλήσεις διατηρούνταν ακόμη σε σταθερά επίπεδα, χωρίς κλυδωνισμούς.
Αναμφίβολα, σημαντική εξέλιξη για την εγχώρια αγορά φυσικού αερίου αποτέλεσε στα μέσα Απριλίου η ανακοίνωση από την ΔΕΠΑ ότι επιστρέφει στους πελάτες της το συνολικό ποσό των €120 εκατ. από τις αναδρομικές χρεώσεις που κατέβαλε η τουρκική BOTAS, αποτελώντας μια σημαντική «ένεση» ρευστότητας για την αγορά. Υπενθυμίζεται ότι η BOTAS στις 5 Μαρτίου του 2020 κατέβαλε στη ΔΕΠΑ το σύνολο των αναδρομικών χρεώσεων που επιδίκασε το διεθνές διαιτητικό δικαστήριο της Στοκχόλμης (ICC). Νωρίτερα, με την από 10 Ιανουαρίου του 2020 απόφασή του, το ICC δικαίωσε τη ΔΕΠΑ έναντι της τουρκικής εταιρείας φυσικού αερίου, αναφορικά με το αίτημα της πρώτης για μείωση τιμής.
Συμπερασματικά,
• Παρότι παρατηρήθηκε μείωση της εγχώριας ζήτησης φυσικού αερίου, αυτή υπήρξε μάλλον οριακή και δεν έφτασε στα επίπεδα του πετρελαίου.
• Δεν επηρεάστηκε η εύρυθμη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου της χώρας λόγω της πανδημίας.
• Καταγράφηκε σημαντική πτώση στις τιμές του φυσικού αερίου (κυρίως LNG), λόγω εξελίξεων στις διεθνείς αγορές (πχ. μεγάλη πτώση της τιμής αργού), ενώ υπήρξε μεγάλη διείσδυση του LNG στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής της Ελλάδας, με αποτέλεσμα το 64% της προμήθειας το α’ εξάμηνο του 2020 να πραγματοποιείται μέσω LNG.