Μελέτη PWC για τα τιμολόγια: Χωρίς νόημα η σύγκριση των βιομηχανικών τιμολογίων με την ΟΤΣ απαντά η βιομηχανία
Το υφιστάμενο status τιμολόγησης της βιομηχανίας βασίζεται στις ρητές προβλέψεις του κώδικα προμήθειας και επομένως η όποια προσπάθεια συσχέτισης ή σύγκρισης της οριακής τιμής του συστήματος με τις τιμές των βιομηχανικών τιμολογίων είναι αυθαίρετη τονίζουν κύκλοι της βιομηχανίας με αφορμή τη μελέτη που διενεργεί για λογαριασμό της ΔΕΗ η PWC.
Οι θέσεις της βιομηχανίας εμφανίζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δίνουν τον τόνο για τη στάση που θα τηρηθεί εκ μέρους των ενεργοβόρων καταναλωτών το επόμενο διάστημα, ενόψει και των διαπραγματεύσεων με τη ΔΕΗ. Είναι σαφές ότι η πλευρά της βιομηχανίας θεωρεί ότι δεν δικαιολογείται βάσει του κώδικα προμήθειας το αίτημα της ΔΕΗ για αυξήσεις.
Πιο αναλυτικά, όπως υποστηρίζουν κύκλοι της βιομηχανίας, η σύγκριση της ΟΤΣ με τις τιμές των βιομηχανικών τιμολογίων αγνοεί σκόπιμα τη διάκριση μεταξύ του προφίλ του κάθε φορτίου όπως φορτίο βάσης , φορτίο αιχμής, νυχτερινό φορτίο. Επιπλέον το άρθρο 2β του Κώδικα Προμήθειας ορίζει ρητά ότι : Η χρέωση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στους Πελάτες πρέπει να έχει το κατάλληλο επίπεδο και την αναγκαία διάρθρωση, έτσι ώστε: να αντανακλά, κατά το δυνατόν, το βραχυχρόνιο και το μακροχρόνιο οριακό κόστος που προκαλεί η μορφή της καμπύλης φορτίου και του όγκου κατανάλωσης των κατηγοριών καταναλωτών στο σύστημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.
Επομένως, όπως υπογραμμίζουν οι ίδιες πηγές, η πάγια θέση της βιομηχανίας είναι ότι για τους μεγάλους καταναλωτές, το τιμολόγιο δεν είναι υποχρεωτικό να καλύπτει την ΟΤΣ , καθώς η ΟΤΣ αντανακλά το κόστος της συνολικής καμπύλης φορτίου του συστήματος και όχι της συγκεκριμένης κατηγορίας καταναλωτή π.χ φορτίο βάσης ή νυχτερινό φορτίο. Αυτό έχει εφαρμογή στην περίπτωση των τιμολογίων της ΔΕΗ και για τον πρόσθετο λόγο ότι πρόκειται για καθετοποιημένη επιχείρηση, προσθέτουν οι ίδιες πηγές της βιομηχανίας.
Σύμφωνα λοιπόν με την πάγια θέση της βιομηχανίας, η τιμολόγηση βάσει της ΟΤΣ για τους βιομηχανικούς καταναλωτές με σταθερό και ευέλικτο φορτίο έναντι των αιχμιακών καταναλωτών, συνιστά επιβάρυνση και αντίκειται στις προβλέψεις του κώδικα. Το πρόβλημα, σύμφωνα με την άποψη της βιομηχανίας είναι ότι η ΔΕΗ προκρίνει την οριζόντια τιμολόγηση προκειμένου να μην χάσει μερίδιο αγοράς στις κατηγορίες των αιχμιακών καταναλωτών που υπάρχει ανταγωνισμός ενώ αντίθετα επιχειρεί διαχρονικά να αυξήσει τις χρεώσεις στους μεγάλους καταναλωτές επικαλούμενη την ΟΤΣ, καθώς για αυτήν την κατηγορία δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση προμήθειας.
Ένα άλλο λεπτό σημείο που θίγει η βιομηχανία σε σχέση με την άποψη που διατυπώνεται από την ΔΕΗ ότι “όλα τα προφίλ πρέπει να πληρώνουν πάνω από την ΟΤΣ” αφορά στις εκπτώσεις. Δηλαδή εάν θα πρέπει να προκύπτει τιμή πάνω από την ΟΤΣ πριν ή μετά την εφαρμογή των ειδικών εκπτώσεων. Ωστόσο και εδώ σύμφωνα με τη βιομηχανία ο Κώδικας δίνει την απάντηση καθορίζοντας ότι σε καταναλωτές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά , όπως φορτίο , προφίλ δύνανται να λαμβάνουν και ειδικές εκπτώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η θέση της βιομηχανίας είναι ότι η οριακή μονάδα, δηλαδή η μονάδα με το υψηλότερο κόστος που καθορίζει και την διαμόρφωση της οριακής τιμής του συστήματος, προφανώς δεν λειτουργεί για να ικανοποιήσει το φορτίο των βιομηχανικών μονάδων, που είναι κατά βάση φορτίο βάσης ή στην περίπτωση των χαλυβουργιών εκτός αιχμής.
Τέλος,η πλευρά της βιομηχανίας είναι σαφές ότι θα επικαλεστεί στις διαπραγματεύσεις με τη ΔΕΗ την πρόσφατη συμφωνία με τη Λάρκο. Η συμφωνία προβλέπει έκπτωση 24%, δηλαδή τιμή 43,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα και ρύπους δηλαδή τιμή περίπου 61,4 ευρώ η μεγαβατώρα, τιμή που απέχει από την Οριακή Τιμή του Συστήματος, παρατηρούν κύκλοι της βιομηχανίας. Επομένως ποιο είναι το νόημα όταν έχει συμφωνηθεί πρόσφατα συγκεκριμένη τιμή με τη Λάρκο, να ελεγχθεί εάν και κατά πόσο τα τιμολόγια της υψηλής τάσης καλύπτουν την οριακή τιμή του συστήματος. Είναι ή όχι συμβατή συμβατή η πρόσφατη συμφωνία, διερωτώνται οι ίδιοι κύκλοι της βιομηχανίας.