Wood MacKenzie: «Φρενάρει» η παγκόσμια αγορά φωτοβολταϊκών από το 2024 – Η τάση για το υπόλοιπο της δεκαετίας
Παρά τη μεγάλη αύξηση της ηλιακής ισχύος που θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, το επόμενο έτος ο ρυθμός νέων εγκαταστάσεων αναμένεται να επιβραδυνθεί.
Αυτό προβλέπει, σύμφωνα με το pv magazine, η Wood MacKenzie, με τις φετινές εκτιμήσεις να δείχνουν ότι, η μέση ετήσια αύξηση των εγκαταστάσεων από το 2019 έως και φέτος ήταν 28%, ενώ από πέρυσι έως και φέτος σημειώθηκε «άλμα» 56%.
Ωστόσο, ο υφιστάμενος ρυθμός ανάπτυξης θα διατηρηθεί και δεν θα σημειώσει αύξηση από το 2024 έως και το 2028, ενώ μέσα σε αυτό το διάστημα θα εμφανίσει και μείωση. Για φέτος, ο οίκος προβλέπει την εγκατάσταση 270 GW, σε αντίθεση με την πρόβλεψη του ΙΕΑ για 349 GW.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς, προσομοιάζει με την καμπύλη S. Δηλαδή, τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε αλματώδης αύξηση που έφτασε στο σημείο καμπής, ενώ από το 2024 και έπειτα ο κλάδος πρόκειται να μεταβεί σε μια πιο βραδεία ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ υψηλότερα από το επίπεδο που βρισκόταν τα προηγούμενα χρόνια.
Ειδικότερα, καθώς δεν βρίσκονται όλες οι χώρες στο ίδιο επίπεδο, οι 2 αγορές που θα συνεχίσουν να οδηγούν την κούρσα είναι η κινέζικη και η ευρωπαϊκή. Είναι κατανοητό ότι, οι όποιες αλλαγές στην πορεία της Κίνας, αναμένεται να έχουν ισχυρό αντίκτυπο στην παγκόσμια αγορά, δεδομένου ότι ηγείται με 180 GW νέα ισχύ φέτος.
Εντούτοις σημειώνεται ότι, η πρόσφατη δέσμευση στα πλαίσια της COP28, για τριπλασιασμό των ΑΠΕ έως το τέλος της δεκαετίας και την σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά την ανάπτυξη του κλάδου.
Η παγκόσμια ζήτηση άνθρακα θα αυξηθεί κατά 1,4% το 2023, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τους 8,5 δισεκατομμύρια τόνους. Ωστόσο, μέχρι το 2026 αναμένεται ότι η παγκόσμια κατανάλωση θα μειωθεί κατά 2,3%, σε σύγκριση με τα φετινά επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει η Wood MacKenzie, η παγκόσμια παραγωγή αιολικών και φωτοβολταϊκών το 2023 είναι κατά 55% υψηλότερη από ό,τι το 2020.